Μια ζεστή Κυριακή αρχές του Ιούλη, ο Θάνος, πρότεινε στον φιλοξενούμενό του να πάνε στον ναό και στον τάφο του Αγίου Νεκταρίου. Ανάμεσα στο πλήθος, που περίμεναν να προσκυνήσουν, ο Φίλιππος αρκετά μέτρα μπροστά του, ξεχώρισε το κορίτσι της παραλίας. Ήταν πλάγια, έβλεπε το προφίλ της, παρατήρησε τις έντονες κινήσεις των χεριών της. Όμορφα, νεανικά ντυμένη, με μία λευκή, στενή φούστα μακριά, ένα ροζ μπλουζάκι κοντό, ίσα που κάλυπτε τον ομφαλό, φλατ χρυσό πέδιλο και στην ίδια χρυσή απόχρωση μικρό μπακ πακ στην πλάτη. Μιλούσε σε μια κοπέλα που είχε σκυμμένο το κεφάλι συνεχώς και δεν έβλεπε τίποτα άλλο, πέρα από την πλάτη της. Έφτασε η σειρά των κοριτσιών να προσκυνήσουν. Όταν έφευγαν, ο Φίλιππος, σαστισμένος, είχε μπροστά του την Αρετή, αγκαζέ με το κορίτσι που της έμοιαζε. Εκείνη δεν τον είδε, αφού δεν σήκωσε το κεφάλι, σκυφτή, πέρασε από δίπλα του. Το κορίτσι όμως τον πρόσεξε, του έριξε μια υποτιμητική ματιά και συνέχισε. Ο Φίλιππος έπιασε το χέρι του Θάνου και του έκανε νόημα να φύγουν.
– Τι έπαθες; του ψιθύρισε εκείνος.
– Φεύγουμε., απάντησε απότομα εκείνος και έκανε μεταβολή.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, με τρεμάμενη φωνή, ο Φίλιππος ψέλλισε το όνομά της. Όταν ο πρώτος έρωτας της ζωής του, γύρισε προς το μέρος του, αντίκρισε μια γυναίκα κλαμένη, με ωκεανούς δακρύων στα μάτια και στα μάγουλά της. Πρόλαβε μόνο να ανοίξει διάπλατα τα μάτια της από την έκπληξη και βρέθηκε στην αγκαλιά του, αφού εκείνος σχεδόν την άρπαξε.
– Φίλιππε, πόσα χρόνια έχω να σε δω!, κατάφερε να πει, κάνοντας αγώνα να σκουπίσει τα δάκρυα από το πρόσωπό της.
– Κορίτσι μου, σα να μη πέρασε μια μέρα! Δεν άλλαξες καθόλου!
Αυτό το “κορίτσι μου”… Πάντα έτσι την αποκαλούσε. Χανόταν στην αγκαλιά του και του ζητούσε να της υποσχεθεί ότι θα είναι πάντα το κορίτσι του κι εκείνος το επαναλάμβανε τόσες πολλές φορές, “κορίτσι μου, κορίτσι μου, κορίτσι μου, κορίτσι μου” μέχρι να του πει εκείνη, “εντάξει, εντάξει χαζούλη μου, φτάνει, το άκουσα” και του έκλεινε το στόμα με ένα φιλί γεμάτο ικανοποίηση και αγάπη.
– Μαμά, γνωρίζεστε; απορημένη, διέκοψε τις σκέψεις όλων, η μικρή δίπλα της.
– Ναι, Νεφέλη μου, ήμασταν συμφοιτητές και οι τρεις μας.
Απανωτά τα σοκ. “Νεφέλη”, “συμφοιτητές”.
Μαζί έκαναν τα όνειρα, πριν πολλά χρόνια, σαν ζευγάρι, να δώσουν στο παιδί τους, αυτό το όνομα, αν ήταν κορίτσι και “Ορφέας” αν έκαναν αγόρι. Η πρώην σύζυγός του τα κατάφερε, αλλά χωρίς εκείνον. Ο Φίλιππος, την κοίταξε σαν εγκαταλελειμμένο κουτάβι. Ένιωσε κάτι να σχίζεται μέσα του. “Συμφοιτητές, λοιπόν, μόνο αυτό” προσπάθησε στον ελάχιστο χρόνο πριν απαντήσει, να συμμαζέψει αισθήματα, σκέψεις, λόγια.
– Γειά σου Νεφέλη, είμαι ο Φίλιππος κι από δω ο Θάνος, συμφοιτητές της μαμάς σου.
Η μικρή, άφησε μετέωρο το χέρι του που ήταν ήδη προς το μέρος της, έτοιμο για χειραψία και αρκέστηκε σε ένα παγωμένο “χάρηκα”.
Η Αρετή που δεν ήταν συνηθισμένη από την κόρη της σε πράξεις αγένειας, έκανε άθελά της, φανερή την αμηχανία της. Το ίδιο και ο Φίλιππος, που ακόμα περίμενε με το χέρι εν αναμονή, μη ξέροντας πώς να αντιδράσει. Την λύση έδωσε ο Θάνος. Χώθηκε ανάμεσά τους, παραμερίζοντας τον φίλο του, που βρήκε ευκαιρία να μαζέψει το χέρι του και πήρε μια σφιχτή, αληθινή, αγκαλιά την Αρετή. “Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω, μετά από τόσα χρόνια!” και το εννοούσε.
– Θάνο μου κι εγώ χαίρομαι!
Η μόνη που δεν χαιρόταν και το έδειχνε ιδιαίτερα, ήταν η Νεφέλη. Είχε πάρει από κακό τον άντρα που τόσο απροκάλυπτα, επέμενε να την κοιτάζει και να χαμογελάει τις προάλλες.
– Θα ήθελα, αν έχεις χρόνο και διάθεση, να πιούμε όλοι μαζί έναν καφέ, να τα πούμε…, είπε διστακτικά ο Φίλιππος, φοβούμενος την αντίδραση της μικρής.
Με απογοήτευση, αντιλήφθηκε πως δεν υπήρχε επιθυμία ούτε από την Αρετή. Ήταν ολοφάνερο, της πήρε χρόνο να απαντήσει ένα τυπικό “έχουμε φορτωμένο πρόγραμμα”. Μάλλον έψαχνε κάτι να πει, να τον αποφύγει χωρίς να τον προσβάλλει. Ο από μηχανής Θεός όμως, ξαναχτύπησε.
– Ωραία, τότε, θα μου δώσεις το τηλέφωνό σου, να κανονίσουμε άλλη μέρα.
– Θάνο μου, είμαστε τρεις μέρες εδώ και το βραδάκι, με το τελευταίο πλοίο, αναχωρούμε.
– Ε, δεν μπορεί, θα βρούμε μια ωρίτσα, πριν φύγετε, ε; την κοιτούσε μες στα μάτια.
– Ναι, θα βρούμε μια ωρίτσα. Γράψε το τηλέφωνό μου. δεν μπορούσε να το αποφύγει, ο Θάνος ήταν καλός φίλος κάποτε.
– Έχουμε τόσα να θυμηθούμε Αρετή μου!
Την πήρε άλλη μια αγκαλιά, χαιρετήθηκαν και τράβηξε τον Φίλιππο να φύγουν, αφού είχε ρίξει άγκυρα κάπου στα χαμένα.
Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το ξενοδοχείο, η Νεφέλη διηγήθηκε το περιστατικό με τους δύο άντρες στην παραλία.
– Μαμά, σου λέω, είναι γελοίος ο τύπος!
– Καρδιά μου, είμαι σίγουρη, ότι δεν ήθελε να σου την πέσει.
– Ρε μαμά, τίποτα δεν άκουσες από όσα σου είπα;
– Όλα τα άκουσα. Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος ο Φίλιππος.
– Μμμμμ τι μας λες; Έχεις να τον δεις εκατό χρόνια, πού ξέρεις τι άνθρωπος έγινε στην πορεία;
Ναι, είχε τόσα πολλά χρόνια να τον δει, αυτή ήταν η αλήθεια. Και θα ήθελε να μην γινόταν ποτέ αυτή η σημερινή συνάντηση.
Οι δύο άντρες, μετά από παρότρυνση του Θάνου, ξαναμπήκαν στην ουρά για προσκύνημα. Στην επιστροφή, ήταν τόσα αυτά που είχαν να πουν.
– Τελικά, υπήρχε εξήγηση για την ομοιότητα.
– Θάνο, μόνο εκεί δεν πήγε το μυαλό μου. Η Αρετή, έχει παιδί. Και μάλιστα κλωνοποιημένο.
– Μόνο στους τρόπους δεν της έμοιασε.
– Μάλλον, με κακοχαρακτήρισε, βέβαια, δεν την παρεξηγώ, απόρησε με τον τρόπο που την κοιτούσα και τα νέα παιδιά είναι αυστηρά.
– Εγώ σκέφτομαι την Αρετή. Ήταν τόσο κλαμένη. Λες να έχει τίποτα;
– Μη μου βάζεις ιδέες. Το σκέφτηκα κι εγώ αλλά το έδιωξα αστραπιαία.
– Λοιπόν, παίρνω;
– Ρε συ, δεν θέλει να με δει, είναι ολοφάνερο!
– Εντάξει, τόσα χρόνια μετά, Φάντης μπαστούνι ξαφνικά μπροστά της. Τι περίμενες;
– Θέλω πολύ να τα πούμε, να μάθω για την ζωή της.
– Παίρνω…
Τα κανόνισε όλα ο Θάνος. Έδωσαν ραντεβού σε μια ήσυχη καφετέρια. Αυτό που δεν ήξερε το πρώην ζευγάρι, ήταν ότι είχε σκοπό να τους αφήσει μόνους.
Ο Φίλιππος μπανιαρίστηκε, έβαλε τα αρώματά του, διάλεξε προσεχτικά τα ρούχα του, έβαλε ζελέ στο μαλλί. Έπιασε τον εαυτό του να θέλει να την εντυπωσιάσει. Η Αρετή από την άλλη, με τα ίδια ρούχα, την κοτσίδα στα μαλλιά, χωρίς ίχνος διάθεσης εντυπωσιασμού.
Συνεπείς όλοι, έφτασαν σχεδόν ταυτόχρονα στο σημείο του ραντεβού. Έκατσαν κι όταν ήταν να παραγγείλουν, χτύπησε το τηλέφωνο του Θάνου. “Σοβαρά μιλάς; Έρχομαι αμέσως!” τον άκουσαν να λέει και με σοβαρό ύφος τους είπε, “τράκαρε η ξαδέρφη μου, πρέπει να φύγω”. Δεν άφησε περιθώρια αντίδρασης. Σηκώθηκε, τους έπιασε και τους δύο από τον ώμο κι έφυγε βιαστικά. Αφήνοντάς τους πίσω, χαμογέλασε πονηρά, περήφανος για τις υποκριτικές του ικανότητες.
– Μήπως να πας μαζί του;
– Αν ήθελε θα το ζητούσε, έτσι δεν είναι; Άλλωστε, εσύ φεύγεις σε λίγες ώρες, θα ήθελα να σε δω λίγο.
– Δες με λοιπόν. κι άνοιξε τα χέρια της, σα να παρουσιάζει τον εαυτό της. Γέλασαν και οι δύο.
– Πες μου για σένα. Πού βρίσκεσαι; Παντρεύτηκες λοιπόν. Έχεις κι άλλο παιδί;
– Κάτσε κάτσε, πήρες φόρα.
– Με συγχωρείς.
Κατέβασε το κεφάλι από ντροπή.
– Μένω, στον Πειραιά. Όχι, δεν παντρεύτηκα, έχω μόνο την Νεφέλη μου.
– Νεφέλη… Στο άκουσμα του ονόματός της…
– Φίλιππε, ας μη το κάνουμε αυτό. Δεν οφελεί.
– Δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω.
– Εσύ, πες μου για σένα. ήθελε, να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, να αλλάξει την συζήτηση.
– Εγώ μένω από τότε στη Θεσσαλονίκη, είμαι μόνιμος γυμναστής στο τέταρτο γενικό λύκειο, δεν είμαι παντρεμένος. Νόμιζα πως είχα βρει την γυναίκα που ήθελα να μοιραστώ την ζωή μου μαζί της, μα εκείνη είχε διαφορετική άποψη. Έτσι, το ‘σκασα και ήρθα στον Θάνο να περάσω το καλοκαίρι.
– Μου είπε η κόρη μου για την συνάντησή σας.
– Θεέ, τι ντροπή! Αρετή, πες μου, με πέρασε για ανώμαλο;
Η Αρετή βλέποντας την απόγνωση και την απελπισία επάνω του, γέλασε με την ψυχή της. Πόσο καιρό είχε να γελάσει;
– Σίγουρα, σοκαρίστηκες με την ομοιότητά μας έτσι;
– Νόμιζα ότι κάτι έπαθε το μυαλό μου σου λέω. Την είδα μπροστά μου, την έδειχνα στον Θάνο και δεν μπορούσα να το πιστέψω!
– Δεν φταίει το παιδί. Τα χρόνια μας σκληρά, από μικρή της λέω να προσέχει και αν την κοιτούσες όπως μπορώ να φανταστώ, είχε μπροστά της, όλα όσα της λέω να αποφεύγει.
– Καταλαβαίνω. Ζω μέσα στη νέα γενιά κι έχεις απόλυτο δίκιο. Να προσέχει. Άτυχη γενιά, έχουν τόσα πολλά να φοβούνται που δεν ξέρω πόσα χαίρονται.
– Δυστυχώς, έτσι είναι. Στη Θάσο, πηγαίνεις;
– Σπάνια. Οι ρυθμοί που έμαθα στην πόλη… δεν ξέρω, δεν με τραβάει.
– Εγώ δεν έχω πάει ποτέ από τότε. χαμήλωσε το βλέμμα και δεν είπε κάτι άλλο.
– Μπορώ να κάνω μια αδιάκριτη ερώτηση;
Έγνεψε καταφατικά το κεφάλι της εκείνη.
– Το πρωί, έκλαιγες. Συμβαίνει κάτι Αρετή;
– Τώρα πια, όχι. Πριν πέντε χρόνια περίπου, αντιμετώπισα ένα πολύ σοβαρό θέμα στον αριστερό νεφρό μου. Παιδεύτηκα πολύ, μέσα έξω στο νοσοκομείο. Έκανα αιμοκάθαρση και η μαμά μου το έψαξε, και μου έδωσε το μόσχευμα. Σε εκείνη για δεύτερη φορά, αφού την πρώτη με έφερε στον κόσμο και την δεύτερη με κράτησε ζωντανή και στον Άγιο Νεκτάριο χρωστάω τη ζωή μου. Σαν σήμερα, πέρυσι, έκανα την μεταμόσχευση. Ήρθα να ευχαριστήσω την Χάρη Του.
– Αρετή! Πολύ λυπάμαι για όσα πέρασες!
Εννοούσε κάθε λέξη, της έπιασε αυθόρμητα το χέρι και την κοίταζε μελιστάλακτα. Εκείνη, συναισθηματικά φορτισμένη, ανταπέδωσε το άγγιγμα στο χέρι του. Ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπήθηκαν πολύ, τα λόγια πολλές φορές είναι περιττά. Έκρυψε το χέρι της μέσα στα δικά του, το έφερε στα χείλη του και το φίλησε τρυφερά. Τα βουρκωμένα μάτια και των δύο, αντικατέστησαν κάθε λέξη.
– Πρέπει να φύγω, με περιμένει στο ξενοδοχείο η Νεφέλη, να φτιάξουμε βαλίτσες, είπε θέλοντας να φύγει από κει μέσα.
– Ναι, φυσικά…, συμφώνησε, ενώ μέσα του, δεν ήθελε καθόλου να την αποχωριστεί.
Ένα φιλί στο μάγουλο, μια αγκαλιά βιαστική κι ένα “χάρηκα που σε είδα” κρατούσε μέσα του, όταν την έβλεπε να απομακρύνεται.
– Είναι καλά η ξαδέρφη σου; τον ρώτησε στο τηλέφωνο, μόλις πήρε τον δρόμο προς το σπίτι.
– Ποια; Α! Ναι, ναι, σε χαιρετάει.
– Τι λες ρε;
– Έλα βρε καημένε σπίτι να μου τα πεις.
Έκλεισαν το τηλέφωνο και ο Φίλιππος, αν και αργά, αντιλήφθηκε τι είχε σκαρώσει ο φίλος του. Με το άνοιγμα της πόρτας, μπήκε κατευθείαν στο ψητό.
– Καλά ρε απατεώνα…
– Τα βρήκατε;
– Α! Σε αυτό πόνταρες εσύ! Ρε είσαι σοβαρός;
– Φίλε, δεν σε έχει ξεπεράσει η Αρετή, το είδα.
– Τι ακούω ο χριστιανός!
– Κάνε κάτι. Μη την αφήσεις να φύγει για δεύτερη φορά.
Τον κοιτούσε αμίλητος. Ο χρόνος έτρεχε πίσω, οι μνήμες περνούσαν από τα μάτια του. Η Αρετή καθισμένη στο γραφείο μελέτης της, με τους αγκώνες πάνω στο γραφείο, και το πρόσωπό της κρυμμένο στις παλάμες της. Μέρες τώρα δεν αισθανόταν καλά. Μια ίωση την ταλαιπωρούσε. Σε συνδυασμό με το ότι το ζευγάρι ήταν σε απόσταση τις τελευταίες μέρες, όταν την είδε έτσι, την πλησίασε με αληθινό νοιάξιμο. Τα λόγια της δεν θα τα ξεχάσει ποτέ. “Αν με αγαπάς ακόμα, έστω και λίγο, κάνε μου την χάρη να χωρίσουμε”. Ναι, δεν ήταν εύκολη η έγγαμη ζωή για δύο τόσο νέους ανθρώπους, με σπουδές, με όνειρα, ούτε και είχαν συμμάχους τις οικογένειές τους. Αλλά είχαν ο ένας τον άλλον και πίστευε ότι θα τα κατάφερναν. Την άφησε να φύγει, δεν την διεκδίκησε, δεν προσπάθησε να την πείσει, δεν ζήτησε εξηγήσεις. Έβαλε τον εγωισμό του πάνω από όλους. Έλυσαν συναινετικά τον γάμο τους και δεν ξανά βρέθηκαν ποτέ, μέχρι σήμερα. Είχε δίκιο ο Θάνος, δεν έπρεπε να κάνει ξανά, τα λάθη της νιότης. Τον χτύπησε στην πλάτη, αντί για ευχαριστώ κι έτρεξε. Ο Θάνος έμεινε πίσω και πανηγύριζε.
Πήγε στο λιμάνι και περίμενε. Από μέσα του παρακαλούσε να την βρει. Μόνο αυτό τον ένοιαζε αρχικά. Πλήθος κόσμου, άρχισε να καταφθάνει. Άρχισε να πιστεύει ότι δεν θα καταφέρει να την εντοπίσει μέσα στον κόσμο. Έψαχνε με το βλέμμα του εναγωνίως, ώσπου είδε την φιγούρα της από μακριά. Έτρεξε προς το μέρος τους. Μάνα και κόρη κοιτούσαν μια η μία την άλλη, μια τον αλαφιασμένο άντρα μπροστά τους.
– Μη φύγεις! Σε παρακαλώ!
– Φίλιππε! Τι λες;
– Σε παρακαλώ. Στο ζητώ σαν χάρη.
– Έχουμε αφήσει το ξενοδοχείο, πού να βρούμε τέτοια εποχή να μείνουμε… Τι λέω; Αυτό είναι το τελευταίο!
– Θα μείνετε στον Θάνο, μαζί μας.
Τα μάτια του έβγαζαν παράκληση, αγωνία, νοιάξιμο και απολογία.
– Μαμά, εγώ θέλω. Δεν χόρτασα και την Νίκη…, είπε, ρίχνοντας ένα βλέμμα συνωμοσίας στον Φίλιππο.
Εκείνος, που μόνο στήριξη δεν περίμενε από την κοπέλα, της χαμογέλασε γλυκά και τα μάτια του έπεσαν πάλι πάνω στην Αρετή, περιμένοντας την απόφασή της.
Χρυσούλα Καμτσίκη
Συνεχίζεται…

One response to “Μοιάζεις με όσα νόμιζα πως ξέχασα – Μέρος 2ο”
[…] Προηγούμενο […]