Τα δυο γεροντάκια πιάστηκαν αγκαζέ και βγήκαν για τον καθημερινό, απογευματινό τους περίπατο. Περιποιημένοι και οι δυο, ο κυρ Γρηγόρης με το καπελάκι του, το ατσαλάκωτο κουστούμι και τα καλογυαλισμένα σκαρπίνια, πιασμένη από το μπράτσο του, η κυρά Φρόσω με το ροζ ταγιέρ, τα χαμηλά τακουνάκια και το κραγιονάκι. Χάρμα οφθαλμών, από μια άλλη εποχή, περπάταγαν σιγά σιγά και τους χάζευε ο κόσμος, τους χαμογέλαγε, τους βοηθούσε, και εκείνοι πάντα ανταπέδιδαν την καλοσύνη, με ευχές για μακροζωία και χαμόγελα. Μετά από δυο ώρες επέστρεφαν να φάνε το γιαουρτάκι τους και να ξεκινήσουν την προετοιμασία για τον ύπνο.
Άγγιζαν τα εκατό σε λίγους μήνες και όταν τους ρώταγαν ποιο το μυστικό της μακροζωίας, εκείνοι απαντούσαν, «Αγάπη, όχι μόνο μεταξύ μας, προς όλους».
Στην γειτονιά με τα γεροντάκια ήταν και η Ζωίτσα, τους είχε έννοια μην και πάθουν τίποτα, τους νοιαζόταν, και κάπου κάπου έπιναν και έναν καφέ με την κυρά Φρόσω, που παρά την διαφορά ηλικίας την χαιρόταν την παρέα της.
«Βλέπεις αυτό το μάγουλο Ζωίτσα;» ρώταγε η κυρά Φρόσω, «Αν ήμουν κακιά, θα είχα στεγνώσει! Το πρόσωπο Ζωίτσα, αυτό ταλαιπωρείται πρώτο, και καθρεπτίζει την καλοσύνη που έχεις μέσα σου. Δεν βάφομαι, δεν βάζω μέηκ απ εγώ! Ποτέ δεν έβαλα! Ένα κραγιόν μόνο και ροδόνερο να είμαι δροσερή! Και αγάπη! Αγάπα Ζωίτσα, ποτέ δεν χάνεις όταν αγαπάς!» και ήταν αδιαμφησβήτητα δροσερή η κυρά – Φρόσω, όμορφη ακόμα και στα εκατό της!
«Σε προσέχει όμως και ο κυρ Γρηγόρης, κυρά Φρόσω ε;» την πείραζε η Ζωίτσα μήπως και την καταφέρει και διηγηθεί την ιστορία τους, παρόλο που την είχε ακούσει τόσες φορές.
«Ε πώς, με προσέχει! Και εγώ τον προσέχω! Ό,τι θέλει ο Γρηγόρης μου!» και φούντωνε από περηφάνεια η κυρά Φρόσω.
«Κλεφτήκατε κυρά Φρόσω;» την ρώταγε η Ζωή να της ανασκαλέψει την μνήμη.
«Ναι! Τον έκλεψα!»
«Σε έκλεψε εννοείς κυρά Φρόσω!»
«ΟΧΙ! Τον έκλεψα! Εγώ τον έκλεψα, όχι εκείνος!»
«Μα κυρά Φρόσω, γυναίκα εσύ, πώς τον έκλεψες;». Γέλαγε τότε η κυρά Φρόσω και ξεκινούσε την αφήγηση. Στρωνόταν και η Ζωίτσα να ακούσει πολλοστή φορά την κυρά Φρόσω, να διηγείται το κλέψιμο του άνδρα της!
«Άκου Ζωίτσα, δεν είμαι περήφανη για όλα όσα θα πω, αλλά ήμουν μικρή τότε! Μικρή, όμορφη, μα πεισματάρα! Μην κοιτάς τώρα που έχω τα χρονάκια μου! Που λες, είδα τον Γρήγορη στο πανήγυρι του χωριού, της Παναγίας, ψηλός, μελαχρινός λεβέντης, μου γυάλισε. Καμάρωνε εκείνος, και κοίταζε ολόγυρα να δει μη και του άρεσε καμία, να την βάλει στο μάτι! Τον κοίταζα και εγώ, σαν κουλούρι με τυρί, τον πλησίασα με τα κοτσιδάκια και τα φιογκάκια στα μαλλιά, σοσόνια στα πόδια και το λευκό φόρεμα που φορούσα μόνο στις γιορτές, και με αφέλεια, τον ρώτησα αν ήθελε να με παντρευτεί! Τόσο γοητεύτηκα! Εκείνος γέλασε δυνατά, με περνούσε και δέκα χρόνια, έσκυψε μου χάιδεψε το κεφάλι και χαριτολογώντας μου είπε «όταν μεγαλώσεις, αν με προλάβεις και δεν με πάρει άλλη, θα σε παντρευτώ!». Τι ήθελε να μου το πει! Το έδεσα και εγώ πως άνδρας μου θα γινόταν ο Γρηγόρης και το έβαλα σκοπό να μεγαλώσω. Δεκάξι χρονών πέταξα τα φιογκάκια, έκοψα τα κοτσίδια, και έπεισα την μάνα μου να πάω σε σχολή ραπτικής, να μάθω να ράβω τα ρουχαλάκια μου, να μαζέψω και από την δουλειά την προίκα μου, γιατί τότε χωρίς προίκα ήταν ντροπή να παντρευτείς. Έστω τα ασπρόρουχα, σεντόνια, κουβέρτες τα βασικά έπρεπε να τα έχει μια κοπέλα στο μπαουλάκι της.
Μην στα πολυλογώ Ζωή μου, στον ένα χρόνο μάζεψα την προίκα μου, μα ο Γρηγόρης άφαντος! Ξενομερίτης βλέπεις, δεν ερχόταν συχνά στο χωριό. Έπεσα να πεθάνω από την μελαγχολία την πολύ. Τι βραστάρια μου έφτιαχναν, τι ξεματιάσματα και προσευχές μου διάβαζαν, τίποτα εγώ, αν δεν έβρισκα τον Γρηγόρη, καλά δεν θα γινόμουν. Μα πώς να τον βρω στο κρεβάτι; Δεν είχα πει τίποτα σε κανέναν, άλλωστε ο άνθρωπος δεν μου είχε δώσει λόγο, εγώ στο δικό μου το μυαλό το είχα φτιάξει, σενάριο φαντασίας. Τι να πω και σε ποιον; Έκλαψα, χτυπήθηκα και εν τέλη σηκώθηκα από το κρεβάτι, απογοητευμένη σαν άδειο σακί με την πεποίθηση ότι δεν θα τον ξαναδώ.
Εκείνη την εποχή ο πατέρας μου, ξεκίνησε να κάνει δειλά τα πρώτα «ανοίγματά» του στο εμπόριο. Αγόραζε πατάτες από την Αφρική και τις μεταπουλούσε, γι’ αυτό το λόγο νοίκιασε και ένα μικρό γραφείο κοντά στο λιμάνι. Κάποιες φορές πηγαίναμε μαζί του, μα ήταν δύσκολο από το χωριό, να πάμε στο λιμάνι, και μακριά, κουραζόμασταν! Όταν τα οικονομικά έγιναν κάπως καλύτερα, μετακομίσαμε στην πόλη, κοντά στο λιμάνι, είχα και εγώ τελειώσει την σχολή ραπτικής και δούλευα στην δασκάλα μου για λίγα χρόνια, μετά που ο πατέρας έγινε μεγαλέμπορος δεν μας επέτρεπε να δουλεύουμε. Μαζί με άλλες κοπέλες που λες, ράβαμε κυρίως νυφικά. Είχα μάθει εκτός από ραπτομηχανή, πατρόν και ράψιμο κέντημα στο χέρι, σε ευαίσθητα υφάσματα όπως το μετάξι και το τούλι, γι’ αυτό η δασκάλα μου με προτιμούσε, ήμουν σχολαστική και δεν βιαζόμουν να τελειώσω να φύγω. Έκανα με πολλή όρεξη την δουλειά, μου άρεσε και για αυτό δεν παραπονιόμουν και ποτέ. Ήρθε λοιπόν παραγγελία από καλή οικογένεια, εύπορη, πάντρευαν την κόρη τους και ήθελαν το καλύτερο μετάξι να την τυλίξει, να έχει ουρά τρία μέτρα και κεντημένους ανθούς πορτοκαλιάς, ολόγυρα στην φούστα. Μιλάμε για πολλή δουλειά και λεπτομέρεια στο χέρι, το πιο ακριβό νυφικό που θα κυκλοφορούσε στην πόλη εκείνη την εποχή! Ήρθε η μητέρα της νύφης να ελέγξει τα υφάσματα και μας ειδοποίησε πως από λεπτό σε λεπτό κατέφθανε και ο γαμπρός να δώσει την προκαταβολή να ξεκινήσουμε. Τι με βρήκε Ζωίτσα μου, τι με βρήκε κοπέλα μου που άνοιξα την πόρτα, γιατί η δασκάλα μου ήταν απασχολημένη με την μητέρα της νύφης και αντίκρυσα τον Γρηγόρη να στέκεται στο πλατύσκαλο; Ζαλίστηκα, παραπάτησα και τσουπ στην αγκαλιά του Γρηγόρη, που μπήκε ο άνθρωπος αναζητώντας μια καρέκλα να με στηρίξει, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων.
Όταν συνήλθα και κατάλαβα πως ο Γρηγόρης είναι ο γαμπρός, και καθόλου δεν με θυμόταν, το έβαλα πείσμα να τον κατακτήσω και ας είχε δώσει λόγο σε άλλη. Αργούσα να κάνω οτιδήποτε αφορούσε το νυφικό. Μου έδινε η δασκάλα μου να κεντήσω τους ανθούς, έκανα ώρες να τελειώσω. Στην αρχή δεν μου έλεγε κάτι, μα σαν είδε πως με τέτοιους ρυθμούς δεν θα προλαβαίναμε, έβαλε και άλλη μια να κεντάει. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρω ένα σχέδιο.
Η τύχη μου έδωσε και το σχέδιο. Ένα απόγευμα σχολώντας, πέρασα από το γραφείο του πατέρα μου και ο Γρηγόρης ως εκ θαύματος ήταν μαζί του και συζητούσαν. Ενδιαφερόταν ο Γρηγόρης να φέρει μπανάνες στην Ελλάδα και ο πατέρας σαν πρωτοπόρος σε τέτοιες ιδέες, τον στήριξε και του έβαλε το κεφάλαιο, δηλαδή όλα μας τα χρήματα γιατί του φάνηκε καλή ιδέα. Στο διάστημα που μεσολάβησε, εκείνος ερχόταν συχνά στο γραφείο και έτσι γνωριστήκαμε καλύτερα, μα έμενε λίγος καιρός για τον γάμο ακόμα. Τότε του είπα πως τον είχα ξαναδεί όταν ήμουν μικρή στο χωριό μου. Πιο μετά του είπα τι είχε πει τότε, και γέλασε όπως την πρώτη φορά με εκείνο το τρανταχτό και παχύ γέλιο, χωρίς καθόλου να ενοχληθεί που εγώ δεν γέλαγα και χωρίς αναφέρει τον γάμο του. Θόλωσα Ζωίτσα μου θόλωσα, τον κτύπησα με ένα βάζο στο κεφάλι, και έπειτα λιπόθυμος όπως ήταν, τον τύλιξα σε ένα χάλι με πολύ κόπο. Φώναξα το παιδί με το καρό τάχα πως ήταν περσικά χαλιά για την προίκα μου, να τον πάμε μαζί στην αποθήκη που είχε ο πατέρας για την προσωρινή αποθήκευση, και όλη την ώρα αυτός να λέει ε τι βαρύ που είναι το χαλί και να προσπαθεί να τον ανεβάσει στον κάρο. Σαν φτάσαμε στην αποθήκη και κατεβάσαμε το χαλί, εκείνος ήταν ακόμα λιπόθυμος, τον κλείδωσα και έφυγα να πάω σπίτι μην «κινήσω» υποψίες. Σου λέω ολόκληρο σχέδιο Ζωίτσα μου!
Την επόμενη ημέρα το πρωί, πάω να τον δω να του πάω και φαγητό και όπως ανοίγω με αρπάζει αυτός να με πνίξει, με πέρασε για παλιάνθρωπο. Μα σαν είδε εμένα τα ‘χασε.
«Τι θες εσύ εδώ μικρή;»
Τι να κάνω και εγώ, του εξηγώ πως δεν ήθελα να παντρευτεί και πως σκοπό το είχα να φέρω το άλογο να τον κλέψω και αντί να θυμώσει, ξελιγώνεται αυτός στα γέλια.
«Εσύ ρε νιάνιαρο να κλέψεις εμένα;» και να τα γέλια και να κρατάει την κοιλιά του, να έχει πέσει κάτω και να λέει συνέχεια «Να με κλέψει! Άκου λέει να με κλέψει. Πού είναι το άλογο σου να με κλέψεις;». Βρήκα και άλογο Ζωίτσα να με πάρει στα σοβαρά, πήρα και τον Γρηγόρη! Και αυτός πλακατζής, είχε έρθει να δώσει προκαταβολή για το νυφικό γιατί ήταν ο αδελφός του γαμπρού, όχι ο γαμπρός. Μα δεν το είπε γιατί κατά βάθος του άρεσε η ιδέα να τον κλέψω, του άρεσα και εγώ!
Ελένη Ρέγγα
