«Η καταιγίδα που περνά από την πόλη μας αυτή τη στιγμή έχει ήδη δημιουργήσει πολλά….»
«Φτου! Πάει το ρεύμα! Και ήταν ωραίος σήμερα ο παρουσιαστής με το ριγέ πουκάμισο. Μωρή Μαρίκα! Που ‘σαι; Φέρε εκείνο το καντηλάκι!» φώναξε και σχεδόν αμέσως έκανε να σηκωθεί για να την προλάβει, αλλά δεν την βαστούσαν πια τα πόδια της για να της κάνει κόντρες. «Φέρε και το μπαστούνι μου, κάπου στην κουζίνα είναι!»
«Μωρέ, παλάβωσες, Κατίνα! Δεν βλέπω την μύτη μου!»
«Έχει κάτι κεριά στην σιφονιέρα!» έτριψε τα γόνατά της να τα ετοιμάσει για το σάλτο.
«Ότι θα δω την σιφονιέρα και θα ψαχουλέψω και θα βρω και τα κεριά… Δεν πας καλά!»
«Ώχου, καλά μην κλαις. Ετοιμάζομαι να σηκωθώ», παραμέρισε την ρόμπα, γραπώθηκε από το μπράτσο της πολυθρόνας και με τρεμάμενα χέρια και πόδια, ίσιωσε το σώμα της. «Το ‘χω ακόμα», χαμογέλασε με ικανοποίηση.
«Έλα, στην κουζίνα είμαι!»
«Έρχομαι σου λέω, σταμάτα να κλαις!»
«Μα δεν κλαίω μωρέ Κατίνα, φαγώθηκες!»
«Έλα, ντροπές σε πιάσανε; Τόση ώρα σε ακούω που κλαψουρίζεις».
«Δεν κλαίω σου λέω! Δεν είμαι εγώ! Αχ, το ακούω και εγώ!»
«Αν δεν κλαις εσύ, δεν κλαίω εγώ, τότε ποιος κλαίει;»
«Η μαύρη μου η μοίρα που μου ‘τύχε να σε γηροκομήσω!»
«Αυτό μου ‘λείπε τώρα, τα αστειάκια σου. Να, εδώ είναι η σιφονιέρα, την πιάνω. Στο δεύτερο συρτάρι είναι τα κεριά και τα σπίρτα. Κράτα εσύ το κερί, να τ’ ανάψω εγώ».
«Κανόνισε μη με κάψεις!»
«Φως! Δόξα τω Θεώ. Μου έλειψε η φάτσα σου!», γέλασε βλέποντας την αδελφή της πασπαλισμένη με άχνη. «Πάλι κουραμπιέ έτρωγες;»
«Ώχου, παράτα με και πάμε έξω να δούμε τι συμβαίνει».
«Έλα, σιγά σιγά στο σκαλί. Βλέπεις τίποτα; Σαν γατάκι ακούγεται».
«Τι γατάκι, βρε χαϊβάνι! Κοπέλι είναι, να εκεί κάτω στην γλάστρα!»
«Έλα Χριστέ και Παναγία. Τίνος είσαι εσύ;»
«Αυτό βρήκες να το ρωτήσεις;»
«Δεν σου απαντώ. Απαξιώ πια. Έλα, μικρό μου, μην κλαις. Έλα, πάμε μέσα που ‘ναι ζεστά γιατί θα αρχίσει πάλι να μπουμπουνάει».
Το αγοράκι άπλωσε το μικρό του χέρι και έπιασε την τραχιά παλάμη της Μαρίκας και την έσφιξε δυνατά. Το σκέπασαν καλά με πετσέτες και κουβέρτες, άναψαν μερικά κεριά ακόμα να φέγγει καλύτερα και έβαλαν το καντήλι στο κεντρικό τραπέζι του σαλονιού.
«Ακόμα κλαίει βρε Μαρίκα αυτό! Πες του κάτι να γελάσει το δόλιο».
«Σαν τι να του πω;»
«Ε, πες του την ιστορία της ζωής σου».
«Μάλιστα…» αγριοκοίταξε την αδερφή της. «Πες μου, πουλάκι μου, πώς σε λένε;»
«Δεν απαντά. Μήπως δεν μιλεί ακόμη; Πρέπει να χάθηκε από τα γύρω μετόχια. Ποιος έχει καλέ μικρό κοπέλι;»
«Ιδέα δεν έχω. Είναι δεν είναι τριών», κούνησαν και οι δύο το κεφάλι.
«Να πάρουμε τηλέφωνο στην αστυνομία, θα έχει τρελαθεί η μάνα του».
«Πώς να πάρουμε βρε ζωντόβολο! Αφού δεν έχουμε ρεύμα. Ωχ, ξαναρχίζει η καταιγίδα… Άκου μικρέ μου, μόλις κόψει η βροχή ή μόλις έρθει το ρεύμα, θα βρούμε αμέσως τους γονέους σου. Εντωμεταξύ, θες να τσιμπήσεις κάτι;» του έκανε νόημα με την χούφτα της και έδειξε το στόμα της.
«Μαμ!» μουρμούρισε το μικρό.
«Μαμ! Ναι! Ορίστε, μωρή Μαρίκα, συνεννοηθήκαμε εμείς. Άντε, να του κάμεις ένα τοστ».
«Πώς θα το κάνω, καλέ, το τοστ;»
«Με υπομονή! Ώχου! Κάνε το άψητο. Δες αν έχει και πράμα μπισκότα με γάλα. Και κανέναν κουραμπιέ αν άφησες».
«Άφησα, τι με πέρασες, καμία λιχούδα;»
«Όχι, αλλά μήπως σου έπεσε βαρύ; Πάνω σου τα έκανες; Ήμαρτον, μπροστά στο παιδί, ο τόπος βρώμισε!»
«Πάλι εμένα κατηγορείς; Το μικιό είναι. Κάτσε να δω… Ω! Φοράει πάμπερ. Τι θα κάνουμε;»
«Ε, φέρε μια πάνα σου να τ’ αλλάξουμε».
«Μα είσαι σοβαρή; Δεν φοράω πάνες!»
«Την έκοψες;»
«Μωρέ, Κατίνα!»
«Καλά. Θα το δούμε. Πήγαινε εσύ να ετοιμάσεις το φαΐ για αρχή. Και εγώ θα ανάψω το τζάκι με κάτι κουτσούρια που έμειναν».
Μόλις πήρε η φωτιά καλά και έφαγε το μικρό μερικούς κουραμπιέδες και κάτι σταφιδωτά μπισκότα, κουλουριάστηκε μπροστά στο τζάκι και άκουγε προσεχτικά την Κατίνα όσο διάβαζε τις Παροιμίες από την Αγία Γραφή, τι άλλο να ‘βρίσκε να του διαβάσει; Μα αυτό την κοίταγε στα μάτια και ας ήταν νυσταγμένο. Έτσι την κοίταζε και ο μακαρίτης ο Γιώργης όταν του μιλούσε. Δεν πρόλαβε όμως να τον χορτάσει, τον έχασε στον πόλεμο. Λίγα χρόνια μετά, πέθανε και ο άντρας της αδερφής της από πνευμονία. Αφού έχασαν και τους γονείς τους και παιδιά, σκυλιά δεν είχαν, πούλησαν το πατρικό τους και αγόρασαν αυτό το μικρό μετόχι στο βουνό. Με τις μικρές τους συντάξεις, έζησαν απλά και λιτά, χωρίς πολλά αγαθά αλλά και χωρίς πολλές σκοτούρες. Πρόνοια δεν υπάρχει για τους ηλικιωμένους, οπότε για βασικές ανάγκες βοηθούσαν οι γειτόνοι από τα γύρω σπιτάκια. Τουλάχιστον στα χωριά ξέρεις τον διπλανό σου, δεν έχεις δικαιολογία.
«Κόπασε έξω, Κατίνα, θα βγω να δω αν ακούσω κανέναν να φωνάζει το μικρό», έφερε και τύλιξε με ένα κασκόλ τα αραιά μαλλιά της, φόρεσε τις γαλότσες της και ξέθαψε ένα χοντρό αδιάβροχο από ένα μπαούλο.
«Κάτσε, βρε κομάντο! Θα έρθω μαζί σου, μην πάθεις τίποτα και το ‘χω τύψεις», άρπαξε το μπαστούνι η Κατίνα.
«Και ποιος θα κάτσει με το μικρό;»
«Α! Είναι και ο σπόρος, ναι. Δες πόσο γλυκά αποκοιμήθηκε το πουλάκι μου».
«Το ακούς; Χτυπούν την πόρτα. Λες να είναι για το μικρό; Ή να ‘ναι κανένας κλέφτης; Φέρε μου την μαγκούρα σου!»
«Σιγά, ρε τσαμπουκαλού! Και εγώ τι θα ‘χω;»
«Να, πιάσε το σκουπόξυλο!»
«Ε, τον καημένο τον κλέφτη. Άκλαυτος θα πάει, βρε Μαρίκα!»
«Άκου, άμα γίνει κάτι, να ξέρεις ότι σε αγαπώ κι ας σε πειράζω. Αν γίνει κάτι, μείνε μαζί μου ως το τέλος».
«Ναι, αυτό νομίζεις ότι θα κάνω! Όχι ότι θα βουτήξω το μωρό και όπου φύγει φύγει! Θα κάτσω, θαρρείς, να σου κλείσω τα μάτια».
«Εγώ φταίω, μωρέ, που σου είπα ότι σε αγαπώ».
«Μαριώ! Κατερίνα! Με ακούτε;»
«Καλέ, γνώριμη η φωνή. Η κυρά Άννα του Παντελή είναι, η γειτόνισσα, άνοιξε!»
«Κορίτσια, κορίτσια, θα τρελαθώ! Χάθηκε το εγγόνι μου, το Παντελάκι μου. Ήρθε η κόρη μου από την Αθήνα πριν λίγες μέρες και μ’ άνοιξε ο μικρός την πίσω πόρτα και το ‘σκάσε. Πείτε μου, είδατε τίποτα, ακούσατε τίποτα;» πλάνταξε η κυρά Άννα.
«Πάρε μια ανάσα, μωρέ Άννα, μη μας μείνεις στα χέρια. Εδώ είναι το εγγόνι σου. Τον βρήκαμε στην αυλή πριν καμιά ώρα. Πιστεύω ότι πήρε τέτοια τρομάρα που δεν πρόκειται να το ξανακάνει ».
«Ε, τόση ώρα με την αδερφή μου, δεν πρόκειται να ξανακουνήσει από δίπλα σας».
«Και εγώ σε αγαπώ, αδελφή μου».
Την επομένη μέρα που ξημέρωσε την μέρα ο Θεός και ηρέμησε ο τόπος, πήγε η μαμά με τον μικρό να επισκεφτούν τις γιαγιάδες για να τις ευχαριστήσει.
«Ούτε το ευχαριστώ φτάνει, ούτε κανένα ποσό. Αλλά είναι κάτι λίγο για την βοήθειά σας», είπε συγκινημένη και έβγαλε ένα φάκελο από την τσάντα της λίγο πριν περάσει το κατώφλι για να φύγει.
«Άκου, κορίτσι μου γλυκό, εμείς έτσι είμαστε. Και η μάνα σου το ίδιο. Πολλές φορές μας στάθηκε και μας βοήθησε. Είναι νοιάξιμο. Είναι φροντίδα. Είναι ανθρώπινο. Είναι χρέος. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για παιδιά. Είναι ευθύνη. Είναι καθήκον».
«Άντε, βρε Κατίνα, σωστά τα λες», σκούπισε την μύτη της με ένα παλιό χαρτάκι που έβγαλε από την ρόμπα της.
«Μαρίκα, είσαι και του λόγου σου ψυχούλα και ας το παίζεις σκληρό καρύδι».
«Α! Και να πάρεις τον μικρό σου να ξανάρθετε όποτε θέλετε. Και στα μπισκότα να του βάζεις και λίγη σταφίδα, τρελαίνεται!»
Ο μικρός άνοιξε τα χεράκια του και προσπάθησε να χωρέσει και τις δύο στην αγκαλιά του. Έστελνε φιλιά μέχρι να μην τις βλέπει πια.
«Άντε, πάμε Μαρικάκι μου μέσα. Να κάτσουμε δίπλα στην φωτιά, να θυμηθούμε ιστορίες από τα παλιά. Και να ελπίζουμε να μην μπει σε αυτές το νοιάξιμο και η ευθύνη».
CC
