Η φωνή του ξεναγού, αντηχούσε πάνω από τα νερά του ποταμού, ενώ οι μαθητές στέκονταν σε μικρές ομάδες, άλλοι ακούγοντας προσεκτικά, άλλοι πιο αδιάφοροι, κοιτώντας τα κινητά τους ή ψιθυρίζοντας μεταξύ τους. Ο αέρας ήταν δροσερός, γεμάτος υγρασία και μυρωδιά από βρεγμένη γη.
«Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Αχέροντας δεν ήταν απλά ένα ποτάμι», έλεγε ο ξεναγός, ο κύριος Νίκος, ένας μεσήλικας άντρας με καπέλο και ένα φθαρμένο σακίδιο στην πλάτη. «Ήταν ο ποταμός που οδηγούσε τις ψυχές στον Κάτω Κόσμο. Εδώ, στα νερά του, λέγεται ότι ο Χάρων περνούσε τους νεκρούς στην απέναντι όχθη…». Κάποιοι μαθητές χαμογέλασαν, κάποιοι ανατρίχιασαν. Μερικά από τα κορίτσια της τάξης κοιτάχτηκαν συνωμοτικά, σαν να προσπαθούσαν να κρατηθούν από το μυστήριο που απλωνόταν γύρω τους.
Ο ήλιος φιλτραριζόταν μέσα από τα δέντρα, ρίχνοντας ακανόνιστες σκιές πάνω στο ποτάμι. Τα νερά ήταν κρυστάλλινα, τόσο καθαρά που μπορούσες να δεις μέχρι τον βυθό. Αλλά, αν κοιτούσες για πολύ ώρα, κάτι στο βλέμμα σου χανόταν, σαν το ποτάμι να γινόταν πιο βαθύ, πιο σκοτεινό, έτοιμο να σε ρουφήξει.
Η συνοδός της τάξης, η κυρία Άννα, κοίταξε το ρολόι της. «Έχουμε μισή ώρα ακόμα εδώ, μετά συνεχίζουμε το πρόγραμμα». Τα παιδιά διαλύθηκαν σιγά-σιγά. Άλλοι πλησίασαν τις όχθες βρέχοντας τα χέρια τους στο παγωμένο νερό, άλλοι άρχισαν να τραβούν φωτογραφίες, άλλοι περπάτησαν πιο πέρα στο μονοπάτι, μακριά από τον ξεναγό. Κάπου ανάμεσα στα γέλια και στις φωνές, ανάμεσα στον ήχο του νερού που κυλούσε και στον θρόισμα των φύλλων… μια ανάσα διαφορετική, πιο βαριά. Ένα βήμα. Μια σκιά που απομακρυνόταν από την ομάδα. Κανείς δεν είχε την προσέξει. Ακόμα.
Η Ελπίδα περπατούσε λίγο πιο πίσω από την υπόλοιπη ομάδα, το βλέμμα της καρφωμένο στο κινητό της. Είχε ακούσει την ιστορία του Αχέροντα από τον ξεναγό, αλλά δεν την ένοιαζε. Ήταν απλά ένας ποταμός, όπως όλοι οι άλλοι. Έστρεψε το βλέμμα της μπροστά, αναζητώντας τις φίλες της. Είχαν προχωρήσει πιο μακριά γελώντας και βγάζοντας selfies. Η Ελπίδα επιτάχυνε το βήμα της, αλλά τότε… Ένας ψίθυρος.
Γύρισε απότομα. Δεν υπήρχε κανείς. Το ποτάμι συνέχιζε να κυλά ήσυχα, ο αέρας ανάμεσα στα δέντρα έμοιαζε σχεδόν ακίνητος. «Τι στο καλό…» μουρμούρισε, νιώθοντας ένα ανεξήγητο ρίγος να τη διαπερνά. Πριν προλάβει να κάνει άλλο βήμα, η γη κάτω από τα πόδια της έμοιασε να χάνει τη σταθερότητά της. Ένα μικρό μονοπάτι, που έμοιαζε ξεκάθαρα περασμένο από άλλα πατήματα, οδηγούσε πιο βαθιά μέσα στα δέντρα. Δεν θυμόταν να το είχε προσέξει νωρίτερα. Ασυναίσθητα, το βλέμμα της τράβηξε κάτι πιο πέρα. Μια φιγούρα. Όχι ξεκάθαρη. Όχι πραγματική. Ή μήπως ήταν;
Η Ελπίδα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Το φως του ήλιου χανόταν πίσω από τα σύννεφα, κάνοντάς τη στιγμή να μοιάζει απόκοσμη. Και τότε, πριν προλάβει να φωνάξει, πριν προλάβει να αντιδράσει… εξαφανίστηκε.
Η ομάδα συνέχιζε την ξενάγηση, οι φωνές τους γέμιζαν τον αέρα. Ο ήχος του ποταμού να κυλάει αδιάκοπα και το θρόισμα των φύλλων ήταν ο μόνος ήχος που διέκοπτε την ησυχία του τοπίου. Αλλά η Ελπίδα δεν ήταν πια εκεί.
Η Δώρα, μια από τις φίλες της, γύρισε για να τη φωνάξει, αλλά δεν την είδε πουθενά. Πρώτα σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε μείνει πίσω, αλλά όταν ξανακοίταξε, η Ελπίδα φαινόταν να έχει χαθεί από την ομάδα. Κοίταξε για λίγο, απορημένη. Δεν ήταν σαν την Ελπίδα να χαθεί χωρίς να πει λέξη. “Ελπίδα;”. Κανείς δεν απάντησε. Η Δώρα αισθάνθηκε κάτι να τη διαπερνά, ένα είδος έντασης που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Μια σκέψη την έκανε να κοιτάξει πιο προσεκτικά την περιοχή γύρω της. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Έστρεψε το βλέμμα της γύρω από τα δέντρα που υψώνονταν σαν αδιαπέραστες σκοτεινές σκιές, ψάχνοντας για την Ελπίδα. Κάποιοι από τους συμμαθητές της συνέχιζαν την ξενάγηση, αδιάφοροι για την απουσία της, άλλοι έβγαζαν φωτογραφίες. Όμως, η Δώρα ένιωθε μια παράξενη βαρύτητα στον αέρα, σαν να υπήρχε κάτι κρυμμένο πίσω από το φαινομενικά ήρεμο τοπίο.
Η σκέψη της άρχισε να τρέχει γρήγορα. “Μήπως έμεινε πίσω; Μήπως πήγε στην τουαλέτα; Αλλά πού είναι το υπόλοιπο της ομάδας;”. Τα χέρια της άρχισαν να ιδρώνουν, το στήθος της να σφίγγεται. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Κάτι πολύ χειρότερο από μια απλή εξαφάνιση.
Ξεκίνησε να περπατάει γρήγορα πίσω, με το μυαλό της να αναβοσβήνει από το άγχος. Κάθε βήμα της αντηχούσε στον ήχο του ποταμού που κυλούσε αδιάκοπα, σαν να την παρακολουθούσε, σαν να την καλούσε να συνεχίσει. Κάτι τρύπησε τον αέρα. Κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει. Ένα ψιθυριστό θρόισμα, κάτι απόμακρο και ταυτόχρονα τόσο κοντά. Ένα μυστήριο που βυθιζόταν στη σιωπή. Η καρδιά της χτυπούσε πιο δυνατά, το στομάχι της κόμπος. Είχε ήδη αρχίσει να νιώθει ότι βρισκόταν σε κάτι επικίνδυνο, κάτι που δεν είχε καταλάβει. Και τότε την είδε. Η Ελπίδα στεκόταν εκεί, λίγο πιο πέρα, κοντά στις άκρες του μονοπατιού, ακριβώς δίπλα στο ποτάμι. Το σώμα της φαινόταν παράξενα ακίνητο. Το πρόσωπό της ήταν στραμμένο προς τα κάτω, σαν να κοιτούσε κάτι στο έδαφος. Δεν κινούνταν. Ούτε καν ανέπνεε, λες και είχε παγώσει εκεί.
Η Δώρα έμεινε για μια στιγμή αμήχανη. Αλλά αυτή η ακινησία, αυτή η σιωπή, την έκανε να νιώσει κάτι πιο τρομακτικό. Την πλησίασε με αργά, διστακτικά βήματα. Η φωνή της έτρεξε πρώτα, πριν προλάβει να το σκεφτεί. “Ελπίδα, τι κάνεις εκεί;”. Η Ελπίδα δεν απάντησε. Δεν κούνησε ούτε το μικρό της δαχτυλάκι. Η Δώρα την πλησίασε περισσότερο και πρόσεξε ότι το βλέμμα της ήταν θολό, σαν να μην αναγνώριζε την παρουσία της. “Ελπίδα;”. Η Δώρα την άγγιξε ελαφρά στον ώμο. Κάτι ήταν λάθος. Το δέρμα της Ελπίδας ήταν παγωμένο, σα να είχε σταματήσει ο χρόνος γύρω της.
Ξαφνικά, τα πάντα γύρω τους φαίνονταν πιο σκοτεινά. Το φως του ήλιου έμοιαζε να μαυρίζει. Κάτι άλλο είχε κυριεύσει την ατμόσφαιρα. Ο αέρας έμοιαζε πυκνός, βαριά φορτισμένος, σαν να είχε κάτι να κρύψει. Η Δώρα έβγαλε μια κραυγή. Δεν ήταν μόνο η ακινησία της Ελπίδας. Ήταν ο τρόπος που τα πάντα γύρω τους άρχισαν να φαίνονται πιο απομακρυσμένα, σαν να τους παρατηρούσαν από πολύ μακριά. Και τότε, το θρόισμα που είχε ακούσει νωρίτερα έγινε πιο έντονο. Ένα χαμηλό μουρμουρητό, σαν ψίθυροι μέσα από τα δέντρα. Το ποτάμι, που πριν έτρεχε αδιάκοπα, είχε σταματήσει. Κανένας ήχος πια. Κανένας άλλος ήχος παρά μόνο αυτός. Η Ελπίδα έκανε ένα βήμα πίσω, το βλέμμα της σήκωσε αργά, και για πρώτη φορά, η Δώρα συνειδητοποίησε ότι τα μάτια της δεν ήταν πια εκείνα που γνώριζε. Ήταν άδεια, λες και κάτι είχε φύγει από μέσα της. Κάτι… σκοτεινό. Και τότε, με μια ακαθόριστη κίνηση, το σώμα της Ελπίδας εξαφανίστηκε μπροστά της. Έμεινε μόνη, κατακλυσμένη από το κενό, το ακαθόριστο αίσθημα της απώλειας να σφίγγει την καρδιά της.
Η Δώρα βρέθηκε στο έδαφος, ανασαίνοντας βαριά, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Τα πάντα γύρω της είχαν αλλάξει. Με την καρδιά της να χτυπά δυνατά, προσπαθούσε να κατανοήσει τι είχε συμβεί. Η Ελπίδα είχε εξαφανιστεί από μπροστά της, σαν να είχε καταπιεί το έδαφος. Η σιωπή γύρω της ήταν αποπνικτική, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του ανέμου που φύσαγε ανάμεσα στα δέντρα. Σηκώθηκε αργά, τα χέρια της έτρεμαν. Κοίταξε γύρω της, αλλά δεν υπήρχε κανένα ίχνος της Ελπίδας. Η περιοχή φαινόταν ίδια με πριν, αλλά κάτι είχε αλλάξει. Ένα αίσθημα ανησυχίας την κατέκλυζε, σαν να υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να δει, κάτι που την παρακολουθούσε από τις σκιές.
Η Δώρα αποφάσισε να επιστρέψει στο σημείο όπου είχε δει την Ελπίδα τελευταία φορά. Περπάτησε γρήγορα, τα βήματά της αντηχούσαν στο έδαφος. Όταν έφτασε, είδε το ίδιο σημείο, αλλά η Ελπίδα δεν ήταν εκεί. Η καρδιά της σφίχτηκε. Ξαφνικά, άκουσε φωνές από μακριά. Η κυρία Άννα, η δασκάλα τους, φώναζε το όνομα της Ελπίδας. Η Δώρα έτρεξε προς το μέρος της, ελπίζοντας να βρει κάποια εξήγηση. “Κυρία Άννα!” φώναξε η Δώρα. “Η Ελπίδα… πού είναι; Την είδα πριν λίγο, αλλά τώρα έχει εξαφανιστεί!”. Η κυρία Άννα γύρισε και την κοίταξε με μάτια γεμάτα ανησυχία. “Δεν ξέρω, Δώρα,” είπε με τρεμάμενη φωνή. “Πρέπει να την βρούμε αμέσως. Μην απομακρύνεσαι από μένα.”.
Η Δώρα ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται. Η ατμόσφαιρα γύρω τους είχε γίνει βαρύτερη, σαν να υπήρχε κάτι που τους παρακολουθούσε. Η κυρία Άννα έβγαλε το κινητό της τηλέφωνο και κάλεσε τις αρχές. “Πρέπει να μείνουμε ήρεμοι,” είπε η κυρία Άννα. “Η Ελπίδα μπορεί να έχει χαθεί, αλλά θα την βρούμε.”. Η Δώρα ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Ελπίδα δεν ήταν το είδος του παιδιού που θα έφευγε χωρίς να πει λέξη. Και το βλέμμα της πριν εξαφανιστεί… ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ξεχάσει.
Η ώρα περνούσε αργά, και η ανησυχία τους μεγάλωνε. Η Δώρα κοιτούσε γύρω της, προσπαθώντας να βρει κάποιο ίχνος της Ελπίδας. Ξαφνικά, είδε κάτι που την έκανε να παγώσει. Στο χώμα, κοντά στην όχθη του ποταμού, υπήρχε ένα μικρό, βρεγμένο αποτύπωμα ποδιού. Ήταν φρέσκο, σαν να είχε γίνει μόλις πριν από λίγα λεπτά. “Κυρία Άννα!” φώναξε η Δώρα. “Βρήκα κάτι!”. Η κυρία Άννα πλησίασε και κοίταξε το αποτύπωμα. “Αυτό είναι το αποτύπωμα της Ελπίδας,” είπε με τρεμάμενη φωνή. “Πρέπει να την βρούμε αμέσως!”. Η Δώρα ένιωθε το άγχος να την κατακλύζει. Η Ελπίδα ήταν κάπου εκεί, κοντά τους, αλλά πού;
Η Δώρα κοιτούσε γύρω της, προσπαθώντας να βρει κάποιο ίχνος της Ελπίδας. Ξαφνικά, άκουσε έναν ήχο πίσω της. Γύρισε γρήγορα, αλλά δεν είδε τίποτα. Η αίσθηση ότι κάτι τους παρακολουθούσε γινόταν όλο και πιο έντονη. Στεκόταν δίπλα στην όχθη του Αχέροντα, τα μάτια της ήταν γεμάτα ανησυχία καθώς παρακολουθούσε τους αστυνομικούς και τους πυροσβέστες να σαρώνουν την περιοχή γύρω τους. Η Ελπίδα είχε χαθεί, και η αίσθηση του αδιεξόδου την κατέκλυζε. Ο ξεναγός, ο κύριος Νίκος, πλησίασε την ομάδα με το χαρακτηριστικό του χαμόγελο, προσπαθώντας να φέρει μια αίσθηση κανονικότητας στην ατμόσφαιρα. “Ας συνεχίσουμε με την ξενάγηση,” είπε, αν και η φωνή του έτρεμε ελαφρώς. Η ομάδα τον ακολούθησε μηχανικά, προσπαθώντας να αποσπάσουν το μυαλό τους από την απώλεια της Ελπίδας.
“Ο Αχέροντας,” ξεκίνησε ο κύριος Νίκος, “είναι γνωστός στην ελληνική μυθολογία ως ο ποταμός της λύπης. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γλώσσα, το όνομά του προέρχεται από τη λέξη ‘άχος’, που σημαίνει θλίψη, στεναχώρια, θρήνος.”. Η Δώρα, αν και προσπαθούσε να ακούσει, το μυαλό της ήταν αλλού. “Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή,” συνέχισε ο κύριος Νίκος, “το όνομα προέρχεται από τη λέξη ‘αχός’, που σημαίνει ‘υπόκωφος θόρυβος’, και το ‘ρέω’, που σημαίνει ‘ρέω’.”. Η Δώρα κοίταξε τον ποταμό μπροστά τους, τα νερά του να ρέουν ήρεμα, αλλά η αίσθηση του μυστηρίου και της απειλής να είναι έντονη. “Στην αρχαιότητα,” συνέχισε ο κύριος Νίκος, “πίστευαν ότι ο Αχέροντας είναι το ποτάμι που ο Ερμής παρέδιδε τις ψυχές στον Χάροντα, για να καταλήξουν στον Άδη.”. Η Δώρα ένιωσε μια ψυχρή ανατριχίλα να τη διαπερνά.. “Όλοι έπρεπε να καταβάλουν ένα αντίτιμο για τη μεταφορά,” είπε ο κύριος Νίκος. “Ο μόνος που δεν πλήρωσε, κατά τον Λουκιανό, ήταν ο Μένιππος.”. Η Δώρα ένιωθε το άγχος να την κατακλύζει. “Ας ελπίσουμε,” είπε ο κύριος Νίκος, “ότι η Ελπίδα θα βρεθεί σύντομα.”. Η Δώρα τον κοίταξε, αλλά τα λόγια του δεν την παρηγορούσαν.
Η αίσθηση του μυστηρίου και της απειλής γύρω τους γινόταν όλο και πιο έντονη, καθώς η αναζήτηση της Ελπίδας συνεχίζονταν. Οι αρχές συνέχιζαν τις έρευνες με αμείωτο ζήλο. Ο αστυνόμος Παπαδόπουλος συντόνιζε τις ομάδες, δίνοντας σαφείς οδηγίες για την αναζήτηση. Η ομάδα διάσωσης είχε αναπτυχθεί σε διάφορες περιοχές, ερευνώντας κάθε πιθανό καταφύγιο ή κρυψώνα. Ο ειδικός σκύλος ανίχνευσης, Μάξιμος, είχε εντοπίσει ίχνη που οδηγούσαν προς το δάσος. Η Δώρα και ο κύριος Νίκος παρατηρούσαν προσεκτικά μέσα στο πυκνό δάσος κάθε λεπτομέρεια . Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη από την αίσθηση του μυστηρίου και της απειλής. Ξαφνικά, το βλέμμα του κυρίου Νίκου σταμάτησε σε κάτι παράξενο: μια μικρή πέτρα, σκαλισμένη με περίτεχνα σύμβολα, η οποία φαινόταν να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες. Πλησίασε και την σήκωσε προσεκτικά. Στην επιφάνειά της, διακρίνονταν λέξεις που σχημάτιζαν έναν γρίφο:
“Στο σκοτάδι κρύβεται η αλήθεια,
Μα μόνο το φως μπορεί να την αποκαλύψει.
Ακολούθησέ με και θα βρεις, αυτό που αναζητάς.”
Η Δώρα ένιωσε μια ανατριχίλα να διαπερνά το σώμα της. Ο γρίφος ήταν σαφής: έπρεπε να βρουν το φως για να αποκαλύψουν την αλήθεια.
Ο κύριος Νίκος, με τη βαθιά γνώση του για τους αρχαίους μύθους, άρχισε να εξηγεί: “Στο σημείο όπου ο Αχέροντας συναντούσε τους παραποτάμους του, τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, βρισκόταν το αρχαίο Νεκρομαντείο. Χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης, οι επισκέπτες μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των νεκρών. Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι νεκροί μπορούσαν να προβλέπουν το μέλλον. Όσοι ήθελαν να επικοινωνήσουν με τις ψυχές και να πάρουν προβλέψεις για το μέλλον πήγαιναν εκεί.”. Η αναφορά του κυρίου Νίκου ενίσχυσε την αίσθηση του μυστηρίου γύρω τους. Η Δώρα, κρατώντας την πέτρα με τον γρίφο, ένιωθε ότι πλησίαζαν στην αποκάλυψη που θα τους οδηγούσε στην Ελπίδα.
Με την πέτρα στο χέρι, προχώρησαν βαθύτερα στο δάσος, το μυαλό τους γεμάτο ερωτήματα και ελπίδες. Η αναζήτηση της Ελπίδας είχε πάρει μια νέα τροπή, και ήταν αποφασισμένοι να λύσουν το μυστήριο που κρυβόταν στο σκοτάδι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη από την αίσθηση του μυστηρίου και της απειλής. Ξαφνικά, οι φωνές των αρχών ακούστηκαν από τα μεγάφωνα: “Η Ελπίδα βρέθηκε! Η Ελπίδα βρέθηκε!”. Η Δώρα και ο κύριος Νίκος αντάλλαξαν βλέμματα ανακούφισης και χαράς. Γύρισαν και κατευθύνθηκαν προς το σημείο συγκέντρωσης, όπου οι υπόλοιποι διασώστες και οι συγγενείς περίμεναν με αγωνία. Όταν έφτασαν, είδαν την Ελπίδα να στέκεται ανάμεσα στους διασώστες, με το πρόσωπό της φωτεινό και γεμάτο ειρήνη. “Ελπίδα, σε βρήκαν!” είπε η Δώρα με δάκρυα χαράς.
Η ένταση από τη στιγμή της ανεύρεσης της Ελπίδας άρχισε να υποχωρεί, αλλά κάτι στον αέρα παρέμενε ανεξήγητο. Οι φωνές ανακούφισης και οι χειροκροτητές διαδέχονταν η μία την άλλη, αλλά η Ελπίδα, παρόλο που ήταν ασφαλής, είχε αυτήν την αίσθηση ότι κάτι άλλο περίμενε. Και αυτό το «κάτι άλλο» ξετυλιγόταν σιγά σιγά, με τρόπο σχεδόν αόρατο.
Η Δώρα πλησίασε την Ελπίδα, τα χέρια της έτρεμαν καθώς την αγκάλιαζε σφιχτά, και μέσα από την αγάπη και τη χαρά που ένιωθε, μια αίσθηση αμηχανίας έπιασε το βλέμμα της. Η Ελπίδα της έδωσε μια σύντομη, ανακούφιση γεμάτη ματιά πριν ψιθυρίσει, τόσο αθόρυβα, που μόνο η Δώρα μπορούσε να ακούσει: “Εκεί, πίσω από τις πύλες του Άδη… είδα τους νεκρούς να περπατούν. Δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Μπορείς να το νιώσεις αν κλείσεις τα μάτια. Όταν φύγεις, εκείνη η πόρτα θα σε περιμένει. Όπως με περίμενε εμένα.”. Η Δώρα, σαστισμένη, άφησε την αγκαλιά της αργά, με μια αίσθηση ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια της είχε αλλάξει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε η Ελπίδα, αλλά κάτι της έλεγε ότι αυτό δεν ήταν απλώς μια μεταφορά. Ήταν μια αλήθεια που η Ελπίδα είχε βιώσει, με τον τρόπο που τα φαντάσματα ζουν σε έναν άλλο κόσμο.
Ο κύριος Νίκος, από την άλλη πλευρά, πλησίασε με το βλέμμα του γεμάτο απορία και ανακούφιση, έτοιμος να πάρει τα νέα της ανησυχίας. Η Ελπίδα, χωρίς να κοιτάξει γύρω, τον πλησίασε και του είπε: “Ξέρω για τις πηγές του Αχέροντα, κύριε Νίκο. Ξέρω ότι θέλεις να ανακαλύψεις την αλήθεια πίσω από τα λόγια που σου είπαν οι θρύλοι. Αλλά ο γρίφος που πρέπει να λύσεις είναι πιο κοντά απ’ ό,τι νομίζεις. Όταν τον βρεις, θα δεις πως οι πηγές δεν είναι μόνο νερό. Είναι κάτι που μπορείς να καταλάβεις μόνο όταν πεις το όνομά τους σωστά… όταν ακούσεις την απόσταση του νερού από την ψυχή σου.”. Ο κύριος Νίκος σάστισε. Για μια στιγμή, ένιωσε ότι το βάρος των λέξεων της Ελπίδας του έπεφτε πάνω του σαν ομίχλη. Τι ήξερε, πραγματικά, για τον Αχέροντα; Και ποιος ήταν ο γρίφος που του έδινε τώρα αυτή η νεαρή ;
Τελευταία, η Ελπίδα γύρισε προς την κυρία Άννα. Η σιωπή που υπήρχε γύρω τους ήταν σχεδόν ιερή. Η κυρία Άννα την κοίταξε με το βλέμμα της γεμάτο φόβο και περιέργεια, περιμένοντας την επόμενη κίνηση, ενώ η Ελπίδα της ψιθύρισε με τη φωνή της σαν απόκοσμο αεράκι: “Η αδερφή σου ήξερε την αλήθεια. Ήξερε ό,τι κανείς δεν τολμούσε να σκεφτεί. Αλλά δεν μπορούσε να το πει. Δεν θα το άντεχε ο κόσμος… Εσύ όμως ήθελε να το βρεις. Γιατί εσύ, κυρία Άννα, είσαι η μόνη που μπορείς να το αποκαλύψεις. Μόνο εσύ…”. Η κυρία Άννα πάγωσε. Όλες οι αναμνήσεις, οι αόρατες κλωστές που συνέδεαν το παρελθόν της με την αδερφή της, άρχισαν να αναδύονται με ορμή, αλλά η καρδιά της χτυπούσε βαριά, σαν να έβρισκε το χέρι της αγκαλιασμένο από τον ίδιο τον χρόνο.
Οι φωνές γύρω τους ακούγονταν τόσο μακριά τώρα, σαν το πλήθος να βρισκόταν σε άλλο κόσμο. Η Ελπίδα είχε ανοίξει ένα παράθυρο, και οι αλήθειες που έμεναν πίσω, μυστικά και ανατριχιαστικά, θα άφηναν πίσω τους μόνο σκιές, γεμάτες με ιστορίες από έναν άλλο κόσμο. Και κάπως έτσι, η ατμόσφαιρα, έστω και για μια στιγμή, έγινε σιωπηλή, γιατί όλοι είχαν καταλάβει πως η πραγματικότητα που ήξεραν είχε σπάσει, αφήνοντας πίσω της το άγνωστο, το απτό και το ανεξήγητο.
Αφροδίτη Αυγερινού
