Όταν ανέβηκαν τις σκάλες, συνάντησαν μια πόρτα. Ο Νικηφόρος την ξεκλείδωσε και άναψε τα φώτα. Η Ναταλία τότε αντίκρυσε το πιο όμορφο γραφείο στον κόσμο. Ξύλο και πέτρα παντού. Το δάπεδο στρωμένο με χαλιά, το τζάκι να καίει σιγανά και τα παράθυρα να έχουν θέα όλη την Αθήνα. Ο ήχος από ένα καμπανάκι ακούστηκε από το πουθενά και αμέσως ο Νικηφόρος πάτησε έναν διακόπτη. Ο τοίχος τότε άνοιξε και εμφανίστηκαν δύο ποτήρια, ένα μπουκάλι και ένας μεγάλος ξύλινος δίσκος.
«Ασανσέρ τροφοδοσίας; Μόνο στις ταινίες και στα ξενοδοχεία έχω δει!», απάντησε η Ναταλία βγάζοντας τα μποτάκια της δίπλα στην πόρτα.
«Ακόμα το κακό συνήθειο να βγάζεις τα παπούτσια σου δίπλα στην πόρτα;», τη ρώτησε ο Νικηφόρος γελώντας. Η Ναταλία γέλασε και έτρεξε να κουρνιάσει στον μεγάλο καναπέ απέναντι από το τζάκι.
«Μπορείς να μου πεις τι είναι εδώ;»
«Το μαγαζί μου, Ναταλία! Αγόρασα το κτήριο πριν πέντε χρόνια και σιγά-σιγά το έφτιαξα!»
«Πω πω! Μαγαζάτορας λοιπόν…»
«Ναι ναι! Πες μου πώς είσαι…»
«Κουρασμένη… Πεινασμένη και μέχρι πριν ένα τέταρτο ήθελα να βρίσκομαι στο σπίτι μου!»
«Τώρα;», ρώτησε ο Νικηφόρος σερβίροντας τα ποτήρια τους.
«Τώρα δεν έχω καλύτερο απ’ το να είμαι εδώ! Δεκαπέντε χρόνια! Το φαντάζεσαι; Ήμουν δεκαπέντε χρονών… Τώρα πάει…»
Η Ναταλία ήπιε μια γουλιά από το κρασί της και έγειρε πίσω στον καναπέ. Ο Νικηφόρος την πλησίασε και έκατσε δίπλα της.
«Τώρα είσαι σαράντα, σωστά;», τον ρώτησε αφελέστατα και εκείνος πνίγηκε με το κρασί του.
«Συγνώμη; Πέρασαν τα χρόνια αλλά έχεις κρατήσει την αφοπλιστική αθωότητα των δεκαπέντε; Τι ερώτηση ήταν αυτή; Χαχα!», τη ρώτησε.
«Σαράντα είσαι έτσι;»
«Ναι ρε! Σαράντα είμαι!»
«Παντρεμένος;»
«Χήρος!»
«Ορίστε;». Η Ναταλία έστρεψε το σώμα της προς εκείνον. Τόση ώρα κοιτούσε το ταβάνι.
«Καρκίνος. Πρόπερσι!»
«Λυπάμαι!»
«Ευχαριστώ!»
«Παιδιά;»
«Ναι! Ένα αγοράκι πέντε ετών. Όσο και το μαγαζί!». Η Ναταλία τον κοίταξε με περιέργεια… «Έχω κοπέλα που τον κρατάει όταν είμαι εδώ!»
«Α! Οκ! Σχέση;»
«Όχι!»
«Μάλιστα!»
«Συνέντευξη περνάω; Χαχα!»
«Δεν ξέρω πως να ξεκινήσω κουβέντα μαζί σου! Συγνώμη αν ήμουν αγενής!»
«Δεν ήσουν! Σειρά σου τώρα…»
«Ωχ!»
«Δουλειά;»
«Έφτιαξα το βιβλιοπωλείο που ήθελα από δεκαπέντε χρονών!»
«Επιχειρηματίας λοιπόν… Παντρεμένη;»
«Χωρισμένη εδώ και έναν χρόνο. Το διαζύγιο βγήκε προχθές!»
«Τριάντα χρόνων και με διαζύγιο; Πως το κατάφερες;»
«Ε! Λάθος επιλογές…»
«Το προσπερνώ για την ώρα! Παιδιά;»
«Δύο αποβολές!»
«Λυπάμαι!»
«Δεν χρειάζεται! Είμαι καλά! Επουλώνονται οι πληγές!»
«Σχέση;»
«Είσαι τρελός; Ούτε καν!»
«Και τριάντα πατημένα σωστά;»
«Ρε άντε παράτα με!»
Το κρασί έρεε στα ποτήρια τους και τα γέλια έδιναν και έπαιρναν. Το χτύπημα στην πόρτα τους ενόχλησε ιδιαίτερα.
«Παρακαλώ;»
«Συγνώμη κύριε Νικηφόρε. Ένας κύριος ζητάει την κυρία!»
«Εμένα;», ρώτησε η Ναταλία, αλλά απάντηση δεν πήρε διότι η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο Βαγγέλης εκνευρισμένος.
«Συγνώμη κύριε! Ποιος είστε και με ποιο δικαίωμα εισβάλλετε στο γραφείο μου;»
«Έχεις κρατήσει αρκετή ώρα την κοπέλα και απόρησα πού είναι το ραντεβού μου!»
Ο Νικηφόρος έσφιξε τις γροθιές του, αλλά η Ναταλία πήρε αμέσως τον λόγο για να εξομαλύνει λίγο τα πνεύματα.
«Βαγγέλη, έχεις δίκιο! Με συγχωρείς! Κουβεντιάζαμε με τον Νικηφόρο και ξεχάστηκα. Πίνω το κρασί μου και σε δέκα λεπτά είμαι κάτω!»
«Συγνώμη, τι δουλειά έχουν τα παπούτσια σου εδώ; Γιατί τα έβγαλες;»
Η Ναταλία έμεινε στήλη άλατος με αυτό το σχόλιο…
«Είναι συνήθειά της από μικρή! Από σεβασμό στον χώρο!», απάντησε ο Νικηφόρος.
«Σαν πολλά δεν ξέρεις εσύ για την κοπέλα; Μήπως τελικά δεν ήσουν μόνο σωτήρας της, αλλά πέρασες και καλά κάποτε με την πιτσιρίκα;;;»
Ο Βαγγέλης γέλασε με το σχόλιό του, αλλά ο Νικηφόρος σηκώθηκε, τον έπιασε από την μπλούζα και τον κόλλησε στον τοίχο. Η Ναταλία παρακολουθούσε τη σκηνή ακίνητη.
«Δεκαπέντε χρονών ήταν βρε γελοίε όταν τη γνώρισα. Κοριτσάκι… Ου να μου χαθείς άρρωστε! Ποτέ δεν την άγγιξα…»
«Ούτε όταν μεγάλωσε;»
«Ρε το συνεχίζεις; Τις θες τις γρήγορές σου! Σήκω και φύγε από το γραφείο μου! Ναταλία και εσύ σε παρακαλώ, αν έχεις την ευγενή καλοσύνη, πήγαινε με τον κύριο. Θέλω να μείνω μόνος μου! Συγγνώμη!»
Ο Νικηφόρος άφησε τον Βαγγέλη κάτω, πήγε προς το γραφείο του και σωριάστηκε στην καρέκλα έχοντας το κεφάλι στα χέρια του. Η Ναταλία πετάχτηκε, πήρε με το ένα χέρι τα παπούτσια της και με το άλλο τράβηξε τον Βαγγέλη έξω από το γραφείο.
«Καλά ρε, είσαι τελείως ηλι8ιος; Τι μ@λαkiες έλεγες στον άνθρωπο; Είσαι καθόλου με τα καλά σου;, του έλεγε η Ναταλία καθώς κατέβαιναν τις σκάλες. Ο Βαγγέλης δεν μιλούσε… «Αν έχεις τω Θεώ σου… Ούτε που ξέρω πότε θα τον ξαναδώ και εσύ, αχ, τι δουλειά είχες να ανέβεις πάνω, μου λες;»
«Ρε παιδιά; Τι έγινε;», ρώτησε η Έφη όταν έφτασαν στο τραπέζι.
«Ρώτα τον!», είπε η Ναταλία και έκατσε με απελπισία στην καρέκλα της.
«Τι έγινε ρε;», τον ρώτησε και ο Γιώργος.
«Τίποτα μωρέ με την υπερβολική. Απλά πήγα πάνω να τους βρω και ξαφνικά…»
«Συγνώμη; Πήγες πάνω να τους βρεις; Για ποιο λόγο; Σου είπε κάποιος να πας;», ρώτησε η Έφη
«Είναι δικό μου ραντεβού η Ναταλία, εντάξει; Τι δουλειά έχει να είναι πάνω με τον άλλον;»
«Ο άλλος, που οριακά αποκάλεσες -ούτε να το πω δεν θέλω-, είναι ένα άνθρωπος που πέθαινα να δω δώδεκα χρόνια. Κατάλαβες;»
«Δεκαπέντε δεν είπες πριν;»
«Πριν δεκαπέντε χρόνια με έσωσε στο μπαρ. Όταν έκλεισα όμως τα δεκαοχτώ πήγα και τον ξαναβρήκα. Είχε προχωρήσει… Τον είδα φευγαλέα και τέλος!»
«Δεν με νοιάζει; Σε πήδηξ3 τότε; Αυτό με απασχολεί!»
«Τι λες ρε γελοίο υποκείμενο; Τι λες; Δεν ρώτησες και τον ίδιο και σου απάντησε;»
«Πλάκα κάνεις! Ρώτησες τον άνθρωπο αυτό το πράγμα;», ρώτησαν ο Γιώργος και η Έφη.
«Μα τι να έκανα; Ήταν μαζί του τόση ώρα! Εμένα σημασία δεν μου έδωσε! Έτρεξε σε αυτόν!»
«Και ούτε πρόκειται να σου δώσω! Δεν ήθελα αρχής εξ αρχής να έρθω. Φεύγω! Γιώργο και Έφη συγνώμη αλήθεια. Δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί του!»
Η Ναταλία σηκώθηκε, πήρε τα πράγματά της και βγήκε τρέχοντας από το μαγαζί. Ο Γιώργος και η Έφη, εντελώς απογοητευμένοι, έμειναν εκεί να κοιτούν τον αφηνιασμένο Βαγγέλη.
Κατερίνα Μοχράνη
Συνεχίζεται…

One response to “Η συνάντηση – Μέρος 2ο”
[…] Προηγούμενο […]