Έγκλημα είναι;

“Καλημέρα σας” είπε τυπικά η Σοφία σχεδόν χωρίς να τις κοιτάζει και δεν κοντοστάθηκε καν, πέρασε ανάμεσά τους και βγήκε από την πολυκατοικία.

-Την άκουσες πάλι χτες; Μετά τις τρεις το ξημέρωμα μπήκε σπίτι της! 

-Απορώ πώς αντέχει τόσο ξενύχτι μεγάλη γυναίκα!

-Τι τα θες; Σάμπως κουράστηκε ποτέ στη ζωή της; Ξεκούραστη και στο σώμα κι εδώ… είπε και έδειξε με το χέρι της το κεφάλι της

-Εμ… δημόσιος υπάλληλος! Κάτι τέτοιους χαραμοφάηδες πληρώνουμε με τα τίμια χρήματά μας! αντέτεινε η άλλη και ξίνισε τα μούτρα της

-Ήθελα να ήξερα, δεν ντρέπεται πια; Ρεντίκολο στη γειτονιά όλη! Δεν θα ‘ναι και… 70 χρονών;

-Και λίγα λες Μαρίκα μου! Ντροπής πράγματα πια! Γριά γυναίκα να ξενυχτάει στα μαγαζιά με τα πιτσιρίκια! Τις προάλλες, μου είπε η Τασία, απ’ τον τρίτο ντε, που ο άντρας της είναι ταξιτζής και γύριζε κατάκοπος ο δόλιος απ’ τη δουλειά, την είδε να μπαίνει στην πολυκατοικία ξημερώματα αγκαλιά μ’ ένα… λεκνό! 

-Τεκνό εννοείς Σούλα μου! Τεκνό! Τι λεκνό; Χα χα χα! Μπα σε καλό σου, μ’ έκανες και γέλασα! 

-Ε… ένα τέτοιο… και δε μου λες Μαρίκα μου… τι είναι αυτό το λεκνό; Κάτι κακό ε;

-Τεκνό Σούλα μου! Νεαρό άντρα!

-Ωωω! Ντροπής πράγματα! Ντροπής! είπε η Σούλα και σταυροκοπήθηκε

-Πού να ήξερες εγώ τι άκουγα απ’ το διαμέρισμά της την προηγούμενη εβδομάδα! Και είμαστε και μεσοτοιχία! Θου Κύριε! Πετάγομαι μέχρι το φούρνο να πάρω μια λειτουργιά για την εκκλησία που θα πάω το απόγευμα κι άμα έχεις χρόνο, έλα απ’ το σπίτι σε λίγο να στα πω! Να πιούμε και καφέ!

-Ναι, ναι καλή μου! Θα βάλω τα φασόλια να σιγοβράζουν και θα έρθω. Νηστεία σήμερα, μεγάλη γιορτή! 

Η Σοφία μπήκε στο γραφείο, καλημέρισε τυπικά τους συναδέλφους της και κάθισε στη θέση της. Πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ανοίξει τον υπολογιστή και έριξε μια ματιά στο ημερολόγιό της να δει τι εκκρεμότητες έπρεπε να τακτοποιήσει σήμερα. Λίγα πράγματα… όπως πάντα… Εξάλλου, 27 χρόνια στην ίδια θέση, είχε μάθει να κάνει σχεδόν τα πάντα με κλειστά μάτια, μηχανικά. Οι αρμοδιότητές της ήταν λίγες και συγκεκριμένες και της έπαιρνε λίγο χρόνο να τις φέρει εις πέρας, σε 2-3 ώρες είχε τελειώσει και πώς να βγει το υπόλοιπο οκτάωρο; Χάζευε στο ίντερνετ, ο μόνος τρόπος να μη βαριέται βιδωμένη στην ίδια καρέκλα, στο ίδιο γραφείο, με τους ίδιους ανθρώπους γύρω της.

Στα 18 της παντρεύτηκε, με το που τελείωσε το λύκειο. Τρία χρόνια μεγαλύτερός της ο Αριστείδης και λίγο πριν κλείσουν ένα χρόνο σχέσης, έμεινε έγκυος. Έπεσαν όλοι πάνω τους! “Έτσι που τα κάνατε, θα τα λουστείτε! Καλά στέφανα!”. Κι έγινε ο γάμος γρήγορα γρήγορα μην παραφουσκώσει η κοιλιά της και γίνουν ρεζίλι στο χωριό.

Τα πρώτα χρόνια ήταν καλά, με το που γεννήθηκε η κόρη τους και πριν καλά καλά χρονίσει, ήρθε κι ο γιος τους και βρέθηκε εκείνη, σχεδόν παιδί ακόμη, με δυο μωρά στην αγκαλιά, να μένει στο χωριό του άντρα της, στο ίδιο σπίτι με τα πεθερικά της. Έμπορος αγροτικών μηχανημάτων ο Αριστείδης, δούλευε νυχθημερόν μαζί με τον πατέρα του, μα σύντομα έμπλεξε με κακές παρέες, χαρτιά κι αλκοόλ. Οι καβγάδες στο σπίτι ήταν καθημερινοί και έντονοι κι ειδικά όταν πέθανε ο πεθερός της, που κάπως κατάφερνε να του “σφίγγει τα λουριά”, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Η πεθερά της, μια ήσυχη, χαμηλών τόνων γυναικούλα, το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να παίρνει τα παιδιά στο δωμάτιό της να μην ακούνε όσο γίνεται τις φωνές, να μην βλέπουν όσο γίνεται την κατάπτωση. Μα έφυγε κι αυτή κάποια στιγμή απ’ τη ζωή και ήταν δεν θα ‘ταν έξι μήνες μετά, που ο Αριστείδης δήλωσε στη Σοφία ορθά κοφτά πως την διώχνει απ’ το σπίτι. “Σε βαρέθηκα μωρή! Όλη μέρα γκρίνια και μιζέρια! Μου έφαγες τη ζωή!”. Όλοι όμως ήξεραν καλά πως ο Αριστείδης είχε ξεμυαλιστεί με μια “παρδαλή” απ’ τα ξενυχτάδικα που σύχναζε.

Κι η Σοφία έφυγε. Πήρε τα ρούχα της, πήρε και τα παιδιά κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Η επιστροφή στο πατρικό της ήταν μονόδρομος, μιας και πού αλλού να πάει με δυο μικρά παιδιά και χωρίς δουλειά; Την δέχτηκαν πίσω, μα ποτέ δεν την καλοδέχτηκαν. Δεν μπορούσαν να της συγχωρήσουν πως “χάλασε το σπιτικό της” και πως έδωσε λαβές στον κόσμο να τους συζητάει. Ξεκίνησε να κάνει δουλειές του ποδαριού, να μπορεί να συντηρεί τα παιδιά της, που ήταν ακόμη μικρά κι είχαν την ανάγκη της. Ώρες ατέλειωτες δούλευε, μα ήταν τα χρήματα λιγοστά και δεν μπορούσε ν’ αντέξει και το βάρος ενός ενοικίου για να φύγουν, να βρουν το δικό τους χώρο, να ηρεμήσουν όλοι.

Ο διορισμός της ήταν θείο δώρο! Τα χρήματα ήταν καλύτερα και το ωράριο συγκεκριμένο, που σήμαινε πως θα μπορούσε να βρει και μια ημιαπασχόληση το απόγευμα, ώστε να μπορεί να συμπληρώνει το εισόδημά της και να ανταπεξέρχεται στα έξοδα. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει κι ήθελαν φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, δραστηριότητες… Το γεγονός ότι είχε διοριστεί στην πόλη, αρκετά χιλιόμετρα μακριά απ’ το χωριό της, στην αρχή τη ζόρισε, γιατί θα έπρεπε να συνυπολογίσει στα ήδη αυξημένα έξοδα και ενοίκιο και λογαριασμούς, θα τα κατάφερνε όμως. Έπρεπε να τα καταφέρει.

Και τα κατάφερε. Βρήκε ένα μικρό σπίτι κοντά στη δουλειά της και σύντομα δικτυώθηκε κι ανέλαβε να καθαρίζει σπίτια και πολυκατοικίες, τις ώρες που δεν ήταν στην υπηρεσία της. Μαύρα κι άραχνα φυσικά, μα και τι άλλο να έκανε; Ο Αριστείδης είχε μάθει πως ήταν σε κακό χάλι πια, ένα βήμα πριν τον τάφο, με τόσο αλκοόλ και καταχρήσεις. Άφραγκος και κουρελής περιφερόταν στο χωριό κι οι γείτονες πού και πού του έδιναν κανένα πιάτο φαΐ. Όχι πως και πριν που ήταν καλύτερα, έβαλε ποτέ το χέρι στην τσέπη να δώσει τίποτα για τα παιδιά του! Όλα στη δική της πλάτη ήταν! Και τα έξοδα και το τρέξιμο και τα ξεσπάσματα των παιδιών τους, που όσο μεγάλωναν, τόσο πιο δύσκολο γινόταν να τα κάνει ζάφτι. Θες γιατί είχαν πάρει το χαρακτήρα του πατέρα τους; Θες γιατί μέσα στο σπίτι που μεγάλωσαν, δεν έμαθαν ποτέ πως πρέπει να την σέβονται; Θες γιατί εκείνη τα έκανε όλα λάθος; Το θέμα ήταν πως τα παιδιά της, που πια είχαν μεγαλώσει, απαξιούσαν εντελώς για τη μάνα τους.

Κάποια χρόνια αργότερα, η κόρη της παντρεύτηκε κι έφυγε στην Ιταλία κι ούτε τηλέφωνο την έπαιρνε πια. Κι όταν η Σοφία προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της, τα τηλεφωνήματα ήταν σύντομα, σχεδόν διεκπαιρεωτικά. Ο γιος της απ’ την άλλη, παντρεύτηκε κι εκείνος κι έφυγε στην Πρωτεύουσα, χιλιόμετρα μακριά. Δεν μπορούσε να πάει να την δει, είχε δουλειές και τις σπάνιες φορές που την έπαιρνε τηλέφωνο, ήταν για να της ζητήσει κάποια οικονομική βοήθεια. Κι εκείνη έδινε πάντα, ακόμη κι όταν δεν μπορούσε, μα για να βρεθούν από κοντά ούτε λόγος. Κατέβηκε κάποιες φορές στην Αθήνα εκείνη, να χαρεί και λίγο τα εγγονάκια της, μα συνήθως την άφηναν μόνη στο σπίτι κι έτρεχαν σε… δουλειές! Ακόμη και τις γιορτινές μέρες, έφευγαν καλεσμένοι σε φίλους κι εκείνη την άφηναν πίσω, σαν παλιό, πολυφορεμένο ρούχο. Ήταν ξεκάθαρο πως δεν την ήθελαν μέσα στα πόδια τους κι έτσι κι εκείνη αποτραβήχτηκε σιγά σιγά. Την πονούσε να μην τους έχει κοντά της, αλλά είναι κι αυτό το αίσθημα του να νιώθεις ανεπιθύμητος, που πονάει πολύ περισσότερο.

Είχε φτάσει πια στα 57 της και ζούσε μόνη σ’ ένα μικρό διαμέρισμα. Φίλες δεν είχε, τόσα χρόνια να κάνει δυο και τρεις δουλειές και να είναι επικεντρωμένη απόλυτα στα παιδιά της, δεν της είχαν αφήσει το περιθώριο να χτίσει μια ουσιαστική φιλική σχέση. Γνωστούς πολλούς, μα φίλους δεν είχε. Δεν είχε έναν άνθρωπο να πιει ένα καφέ τα πρωινά της Κυριακής. Δεν είχε ένα φίλο να πάει μια εκδρομή. Δεν είχε ένα φίλο να πει δυο κουβέντες αληθινές, πέρα απ’ τα τυπικά. Οι γονείς της είχαν από χρόνια φύγει απ’ τη ζωή. Τα παιδιά της είχαν από χρόνια είχαν φύγει απ’ τη ζωή της. Μόνη λοιπόν. Μόνη, με μόνη της απασχόληση τα βαρετά οκτάωρα κάθε μέρα στην υπηρεσία της. Με μόνη της συντροφιά το ίντερνετ. Που ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό… να δει μια ταινία, να ακούσει λίγη μουσική και να πει μια κουβέντα σαν άνθρωπος. Γιατί το τελευταίο διάστημα το είχε “ρίξει” εκεί η Σοφία, συνομιλούσε με ανθρώπους στο ίντερνετ. Το πληκτρολόγιο του λάπτοπ της ήταν εξάλλου ό,τι πιο κοντινό είχε σε ανθρώπινη επαφή.

Δυο χρόνια είχε που μετακόμισε σ’ αυτή την πολυκατοικία κι ενώ προσπάθησε να είναι φιλική με όλους, βρήκε τοίχο. Οι άνθρωποι εκεί, ήταν σαν να ζούσαν μαζί από πάντα κι εκείνη έμοιαζε παράταιρη, ξένη. Κι αλήθεια ήταν και μάλλον έφταιγε αυτή γι’ αυτό, αλλιώς γιατί ποτέ ως τώρα στα 57 της χρόνια δεν είχε καταφέρει να ταιριάξει πουθενά;

Σύντομα άρχισε να βγαίνει. Να βγαίνει με άγνωστους σε εκείνη ανθρώπους, να διασκεδάζει σε μαγαζιά που μέχρι τότε δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν. Άρχισε ν’ αλλάζει το ντύσιμό της, τα βράδια που έβγαινε “ντυνόταν” μια άλλη κι όχι η “καημένη η Σοφούλα απ’ το χωριό”. Στη δουλειά της όχι, παρέμενε η ίδια τυπική Σοφία που όλοι ήξεραν, μα στις εξόδους της μεταμορφωνόταν σε μια όμορφη, περιποιημένη γυναίκα. Και τα στενά της φόρεσε, και τα αποκαλυπτικά της και κόκκινο κραγιόν και από ένα σημείο και μετά δεν δίσταζε να χαμογελάει σε άγνωστους ανθρώπους που την κοιτούσαν. Και ναι, εξομολογούμενη η αμαρτία, πολλές φορές κατέληγε στο σπίτι της με άντρες που δεν ήξερε τίποτα παραπάνω για εκείνους παρά το μικρό τους όνομα ή ένα nickname στο chat. Μα δεν είχε πια να δώσει λογαριασμό σε κανέναν… είχε; Τα παιδιά της την είχαν ξεγραμμένη και δεν νοιάζονταν πια αν ζούσε ή πέθανε. Το διαζύγιό της μετρούσε δεκαετίες μέσα στο συρτάρι της. Μια σχέση της προκοπής δεν κατάφερε ποτέ της να κάνει. Σε ποιον είχε να δώσει λογαριασμό; Και γιατί έπρεπε να απολογηθεί που δεν άντεχε πια ν’ αργοπεθαίνει μόνη μέσα σε 4 τοίχους;

Ένιωθε πως είχε δυο δρόμους μπροστά της. Ή που θα “θαβόταν” μέσα στο σπίτι της και θα περίμενε να πεθάνει ή που θα έκανε κάτι για να νιώσει ζωντανή. Μετρούσε πάνω από μισό αιώνα ζωής και μέχρι τώρα το μόνο που γέμιζε τα χρόνια της ήταν η δουλειά, οι υποχρεώσεις, το τρέξιμο, η υποτίμηση κι η μοναξιά… Επέλεξε το δεύτερο. Αν κάλυπτε μ’ αυτό τον τρόπο τα κενά στην ψυχή της… ποιος ξέρει; Το σίγουρο είναι πως για εκείνη ήταν πια ο μόνος τρόπος που είχε. Εξάλλου… έγκλημα έκανε;

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading