Η Κλοπή – Πρώτο Κεφάλαιο

Οι σταγόνες της βροχής πέφτουν με μανία. Μαστιγώνουν το πλακόστρωτο, θυμίζοντας μικρά κρύσταλλα που αναπηδούν.
Μια μορφή είναι πεσμένη στο υγρό έδαφος. Οι σταγόνες αγγίζουν το πρόσωπό της, σαν να ’ναι δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια της. Κάποιος τη βοηθά να σταθεί, προσπαθώντας να καταλάβει τι της συνέβη. Την τυλίγει με το πανωφόρι του, τη σηκώνει στην αγκαλιά του και τρέχει μακριά, με την ελπίδα να μην είναι πολύ αργά.
Και η Μοίρα, που στέκεται στην άκρη του δρόμου και παρατηρεί, υφαίνει το σχέδιό της για να επαναληφθεί η ιστορία με διαφορετική εξέλιξη αυτήν τη φορά. Ο ουρανός θα κλάψει ξανά· μόνο που τώρα, τα δάκρυα θα χυθούν για τον θύτη και όχι για το θύμα.
Ο τροχός γυρίζει, και οι θέσεις στη ρόδα αλλάζουν μεμιάς.

Κεφάλαιο 1ο

Πλήθος κόσμου μαζεύτηκε στην πιο γνωστή γκαλερί του Παρισιού, εκείνο το κρύο βράδυ του φθινοπώρου, για να παρακολουθήσει τα αποκαλυπτήρια του καλύτερου έργου του ζωγράφου Γκαστόν Ρενό.
Εκείνος βρισκόταν μέσα σε ένα δωματιάκι δίπλα στον χώρο της έκθεσης κι ετοιμαζόταν για τη μεγάλη του εμφάνιση. Κοιτάζοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες στον καθρέφτη κι ελέγχοντας αν το χαμόγελό του ήταν αρκετά αστραφτερό, πέρασε από μπροστά του σαν κινηματογραφική ταινία, η σκηνή, χάρη στην οποία είχε ζωγραφίσει αυτό το τόσο πετυχημένο έργο. Και ήταν αλήθεια, πως είχε συμβεί σε μια πολύ κρίσιμη καμπή της καριέρας του∙ σε μια στιγμή, που όλοι τον θεωρούσαν τελειωμένο ως καλλιτέχνη.
Και δεν είχαν άδικο.
Ο Γκαστόν γνώρισε μεγάλη επιτυχία, όταν έκανε τα πρώτα του βήματα στον καλλιτεχνικό χώρο. Είχε πραγματικό ταλέντο. Όπως όμως οι περισσότεροι που γεύονται από νωρίς τα πλούτη τη δόξα, έτσι κι αυτός, παρασύρθηκε, αφέθηκε, και έπαψε να προσπαθεί. Τα επόμενα έργα του απέσπασαν τις χειρότερες κριτικές, κι εκείνος ξόδεψε τα έτοιμα χρήματα, ξεσπώντας στο ποτό και στις γυναίκες· μέχρι που πριν έναν μήνα, συνέβη κάτι εντελώς αναπάντεχο, που του έδωσε την ευκαιρία να σώσει την καριέρα του και να ξαναβρεί το χαμένο του κύρος.

Θυμόταν τη στιγμή της έμπνευσής του σαν σήμερα.

Έβρεχε καταρρακτωδώς, κι εκείνος περπατούσε στη βροχή κάτω από την προστασία μιας ομπρέλας. Κοιτάζοντας μπροστά, είδε μια κοπέλα να τρέχει, να γλιστρά και να πέφτει. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να βοηθήσει το άτυχο κορίτσι, και σε άλλη περίπτωση, ίσως το έκανε κι εκείνος. Όμως όταν την κοίταξε, κάτι τον μαγνήτισε. Προχώρησε προς το μέρος της όσο πιο γρήγορα μπορούσε, προσέχοντας να μην πέσει, και έτεινε το χέρι για να τη βοηθήσει.
«Είστε καλά;» ρώτησε, κρατώντας τη για να σηκωθεί.
Η κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια, αλλά το βλέμμα της φαινόταν χαμένο. Τα ρούχα και τα μαλλιά της έσταζαν. Αφού πέρασαν έτσι λίγα δευτερόλεπτα, εκείνη οπισθοχώρησε. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, καθώς το νερό της βροχής έπεφτε πάνω της. Στη συνέχεια, γύρισε προς το μέρος του ήρεμα και τον ρώτησε:
«Το νιώθεις; Νιώθεις τη βροχή; Είναι τα δάκρυα του ουρανού!» του φώναξε, στρέφοντας και πάλι το κεφάλι ψηλά και οι σταγόνες που έπεφταν στο πρόσωπό της, έμοιαζαν με δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.

Ο Γκαστόν είχε ξαφνιαστεί από τη συμπεριφορά της και απόμεινε να την παρατηρεί. Εκείνη χαμήλωσε και πάλι το βλέμμα και τον κοίταξε.
«Είναι σαν να κλαίει ο ουρανός…» είπε, λίγο πιο χαμηλόφωνα.
Ο ζωγράφος τότε συνήλθε.
«Δεσποινίς, είστε καλά; Χρειάζεστε βοήθεια; Θέλετε να σας πάω κάπου; Ελάτε κάτω από την ομπρέλα… έχετε γίνει μούσκεμα!». Έκανε να προχωρήσει προς το μέρος της. Εκείνη οπισθοχώρησε και πάλι.
«Δεν φοβάμαι τη βροχή» του χαμογέλασε. «Δεν φοβάμαι τα δάκρυα του ουρανού». Σήκωσε και πάλι το κεφάλι ψηλά, με χείλη μισάνοιχτα, καθώς οι σταγόνες κυλούσαν στα μάγουλά της.

Ο Γκαστόν αφέθηκε να την κοιτάζει. Τα καστανά μαλλιά της έσταζαν καθώς έγερνε προς τα πίσω, κι ενώ ήταν πολύ λεπτά ντυμένη, δεν έμοιαζε να κρυώνει. Κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο δεν φάνηκε να την προσέχει. Το κορνάρισμα ενός αυτοκινήτου απέσπασε την προσοχή του, και γύρισε προς τα πίσω να δει τι είχε συμβεί.
Όταν επέστρεψε το βλέμμα στην κοπέλα, εκείνη είχε εξαφανιστεί.

Μπορεί να την είδε μόνο για λίγα λεπτά, αλλά το πρόσωπό της έμεινε χαραγμένο ξεκάθαρα στο μυαλό του. Και για έναν περίεργο λόγο, ένιωθε πως αυτήν τη σκηνή, την είχε ξαναζήσει.

Όταν γύρισε σπίτι του, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αποτυπώσει στο χαρτί την εικόνα που δεν έλεγε στιγμή να βγει από το μυαλό του. Έμεινε ξάγρυπνος όλο το βράδυ. Είχε να δουλέψει τόσο παθιασμένα πάνω σε ένα έργο πάρα πολύ καιρό.

Όταν τελείωσε, σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο με την ανάστροφη του χεριού του, και κρατώντας ακόμα το πινέλο, πισωπάτησε και κοίταξε τον πίνακά του εκστασιασμένος.
Ήξερε πως αυτό το δημιούργημα, θα ήταν η νέα αρχή του∙ πως θα βοηθούσε την καριέρα του να απογειωθεί και πάλι.

Όλη η ελίτ του Παρισιού μαζεύτηκε να παρακολουθήσει τα αποκαλυπτήρια αυτού του πίνακα με τίτλο: «Τα Δάκρυα του Ουρανού».
Αφού διόρθωσε και την παραμικρή ατέλεια πάνω του, βγήκε από το δωματιάκι, χαρίζοντας στους επισκέπτες το πιο λαμπερό του χαμόγελο. Όλα, από τα μαλλιά μέχρι και τα παπούτσια του, έμοιαζαν τόσο στημένα.
«Κύριε Ρενό! Ελάτε από εδώ!» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.
Ήταν η Μαλβίνα Σαντορέλ, η ιδιοκτήτρια της γκαλερί. Στεκόταν δίπλα στον καλυμμένο πίνακα που ήταν πλαισιωμένος με προβολείς, στο κέντρο της αίθουσας.
Αφού αντάλλαξαν μερικές κουβέντες, εκείνη γύρισε στο πλάι, χαμογελώντας πλατιά σε έναν καλεσμένο που ερχόταν προς το μέρος τους και μίλησε στον ζωγράφο, κουνώντας ελάχιστα τα χείλη.
«Φρόντισε να του κάνεις καλή εντύπωση».
«Φυσικά» συμφώνησε κι έδωσε εγκάρδια το χέρι του στον άνδρα που μόλις είχε φτάσει.

Ήταν ο Λορέντζο Γκάρβιν, ένας εκκεντρικός συλλέκτης έργων τέχνης. Η Μαλβίνα Σαντορέλ ήρθε σε επαφή μαζί του αμέσως μόλις είδε τον πίνακα του Γκαστόν, γνωρίζοντας πως θα τον αγόραζε χωρίς δισταγμό. Η γκαλερί της, αν και ήταν από τις πιο γνωστές του Παρισιού, είχε πολλά χρέη, οπότε σκόπευε μέσα από τα χρήματα και τη δημοσιότητα που θα εισέπραττε εξαιτίας του συγκεκριμένου έργου, να ξεπληρώσει τα περισσότερα, αν όχι όλα.
«Νέστορ!» φώναξε μέσα από τα δόντια της όταν είχε μείνει πλέον μόνη.
Αμέσως, ο γιος της, ένα νεαρό αγόρι, όχι μεγαλύτερο από είκοσι πέντε χρόνων, με καθαρό κι απονήρευτο βλέμμα, σγουρά μαλλιά πατικωμένα με μπόλικο ζελέ, στολή σερβιτόρου κι ένα δίσκο με ορεκτικά στο χέρι, έτρεξε κοντά της.
«Μάλιστα μητ… κυρία!» διόρθωσε τη στιγμή που η Μαλβίνα γούρλωνε τα μάτια.
«Αυτός ο Λουκ πού είναι χαμένος;» ρώτησε απηυδισμένη.

Μια φωνή πίσω της την έκανε να αναπηδήσει: «Άκουσα το όνομά μου;»

Γύρισε απότομα με το χέρι στο στήθος και είδε τον Λουκ Μποσαντέ, έναν κοντό, αδύνατο άντρα γύρω στα τριάντα, με αραιωμένα μαλλιά, λίγο αντιδραστικό και επαναστατικό πνεύμα, που ήταν υπεύθυνος της αποθήκης. Εκτελούσε κι εκείνος απόψε χρέη σερβιτόρου. Της χαμογελούσε πλατιά, ενώ στριφογύριζε τον δίσκο με τα ποτήρια στο ένα του χέρι.
«Θα τα ρίξεις όλα!» τον μάλωσε κοιτώντας γύρω της.
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας!» έκανε αυτάρεσκα εκείνος. Χαμογέλασε σε έναν άντρα που πέρασε από δίπλα τους κι έτεινε τον δίσκο προς το μέρος του. «Να σας προσφέρουμε κάτι;». Ο καλεσμένος πήρε ένα ποτήρι και απομακρύνθηκε. «Ορίστε» ανασήκωσε τους ώμους.

Η ιδιοκτήτρια πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εκνευρισμό της.
«Πήγαινε!» τον διέταξε απότομα.

Από τα αποκαλυπτήρια δεν έλειπε ο νέος και φιλόδοξος δημοσιογράφος Άρθουρ Στόπα. Είχε αναλάβει την αποκλειστικότητα της βραδιάς, και περιφερόταν στη μεγάλη σάλα, παρέα με τη φωτογράφο και τον εικονολήπτη του.
«Κυρίες και κύριοι, παρακαλώ την προσοχή σας!» φώναξε τότε η ιδιοκτήτρια.
Οι ομιλίες ξάφνου σταμάτησαν και οι καλεσμένοι ξεκίνησαν να μαζεύονται προς το κέντρο της αίθουσας.
«Η μεγάλη στιγμή έφτασε» συνέχισε. «Ήρθε η ώρα να σας παρουσιάσω το σημαντικότερο έργο που έχει φιλοξενήσει η γκαλερί μέχρι σήμερα: “Τα Δάκρυα του Ουρανού” του Γκαστόν Ρενό!» και λέγοντας αυτά, τράβηξε το κάλυμμα.

Τα φλας άρχισαν να αστράφτουν, καθώς επιφωνήματα έκπληξης ακούστηκαν από το πλήθος. Η Μαλβίνα κι ο Γκαστόν γύρισαν να δουν τι συμβαίνει, κι έμειναν άναυδοι.
«Πού είναι ο πίνακάς μου;!» φώναξε θυμωμένος ο ζωγράφος κοιτώντας ένα άδειο κάδρο. «Πού είναι ο πίνακάς μου;!» επανέλαβε, καρφώνοντας το βλέμμα στη Μαλβίνα.
Εκείνη είχε μείνει άφωνη. «Εγώ, δεν…» ήταν το μόνο που μπόρεσε να ψελλίσει.
Οι καλεσμένοι μουρμούριζαν και ακούγονταν ποικίλα σχόλια, ενώ ο Στόπα φώναζε:
«Τζον! Το έχεις; Λίλι! Φωτογραφίες με το άδειο κάδρο! Όσο περισσότερες γίνεται!»
«Σας παρακαλώ!» ακούστηκε τότε η φωνή του Λορέντζο, καθώς άνοιγε χώρο ανάμεσα στο πλήθος. «Όπως βλέπετε, έχει γίνει μια κλοπή. Να σταματήσουν οι φωτογραφίες και να καλέσουμε αμέσως την αστυνομία!»

Στο άκουσμα της τελευταίας του φράσης η Μαλβίνα λιποθύμησε, κι εκείνος πρόλαβε να την κρατήσει λίγο πριν σωριαστεί στο πάτωμα.
«Κύριε Στόπα!» απευθύνθηκε με αυστηρότητα στον δημοσιογράφο ο οποίος έδινε ακόμη οδηγίες. «Φτάνει! Λίγο νερό! Η γυναίκα λιποθύμησε!»
Ο Νέστορ ήρθε τρέχοντας.
«Αφήστε την! Θα τη φροντίσω εγώ». Την κράτησε ψηλά, ακουμπώντας το ποτήρι στα χείλη της.
Ο Γκαστόν κοιτούσε το άδειο κάδρο, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτό που μόλις είχε συμβεί.
«Δίκιο έχει!» γρύλλισε. «Φέρτε την αστυνομία. Ο πίνακάς μου! Κάποιος έκλεψε τον πίνακά μου!»

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Πρώτο Κεφάλαιο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading