Η Κλοπή – Δεύτερο Κεφάλαιο

Προηγούμενο

Η αστυνομία δεν άργησε να φτάσει.
«Μη φύγει κανείς!» ύψωσε τον τόνο της φωνής του ο υπαρχηγός Βερμάν Φαμπερζό, καθώς προσπαθούσε να βγάλει άκρη μέσα στη βαβούρα.
Μαζί του, έσερνε έναν νεαρό μαθητευόμενο που είχε συνεχώς χωμένο το πρόσωπό του σε ένα μπλοκάκι και κρατούσε σημειώσεις, και δυο ακόμα αστυνομικούς.

«Να μην φύγει κανείς!» επανέλαβε φανερά εκνευρισμένος, τη στιγμή που οι αστυνομικοί έσπευδαν να σφραγίσουν τις πόρτες, ενώ ο κόσμος διαμαρτυρόταν. «Χιου, παράτα το αναθεματισμένο τετράδιο και βοήθα εδώ πέρα!» έκανε με σφιγμένα δόντια.

Ο νεαρός, που τα σπυράκια της ακμής δεν είχαν εξαφανιστεί ακόμη από το μέτωπό του, αναπήδησε. Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. Ο υπαρχηγός, τον άρπαξε από το μπράτσο, και τον έσπρωξε προς την έξοδο για να απομακρύνει τους καλεσμένους από τις πόρτες.

«Και τώρα…» άρχισε ο Φαμπερζό, παρατηρώντας τον Χιου να πέφτει συνεχώς πάνω στους επισκέπτες, καθώς επέστρεφε, αφού είχε σκύψει και πάλι πάνω από το μπλοκ του. «Τι συνέβη;»

Η Μαλβίνα ετοιμάστηκε να μιλήσει, αλλά ο Γκαστόν την έκοψε. Πλησίασε κοντά στον Φαμπερζό.

«Συνέβη ότι κάποιος έκλεψε τον πίνακά μου, κι εσείς πρέπει να κάνετε τα πάντα για να τον βρείτε!», σάλια πετάχτηκαν από το στόμα του.

Ο υπαρχηγός έκανε έναν μορφασμό και πισωπάτησε.

«Γι’ αυτό είμαστε εδώ, κύριε Ρενό» αναστέναξε. «Λοιπόν. Πού βρισκόταν ο πίνακας;» ρώτησε κάπως πιο χαμηλόφωνα.

«Έπρεπε να βρίσκεται εδώ που είναι το άδειο κάδρο» πήρε τον λόγο ο Νέστορ. «Τον μεταφέραμε μαζί με τον Λουκ στο κέντρο της αίθουσας για τα αποκαλυπτήρια».

«Τον μεταφέρατε από πού;»

«Από μια μικρή αίθουσα στο βάθος όπου τον φυλούσαμε».

«Παρατηρήσατε τίποτα περίεργο; Ήταν στην αρχική του θέση;»

«Ναι. Από όσο γνωρίζουμε δεν μπήκε κανείς σε εκείνο το δωμάτιο».

«Από όσο γνωρίζετε; Έμεινε καθόλου αφύλαχτος;»

«Δεν ήμαστε συνεχώς εκεί…» πήρε τώρα τον λόγο η Μαλβίνα.

«Φυσικά και δεν ήσαστε» ειρωνεύτηκε ο Γκαστόν.

Ο Φαμπερζό ύψωσε το χέρι για να τον κάνει να σωπάσει.

«Συνεχίστε, κυρία Σαντορέλ» είπε κουρασμένα.

«Εκείνη η αίθουσα, όπως και όλος ο χώρος, μαγνητοσκοπείται από κάμερες» του εξήγησε. «Μεταφέρθηκε εδώ σήμερα, λίγο πριν ξεκινήσει η εκδήλωση».

«Θέλω μια λίστα με τους σημερινούς καλεσμένους. Έχετε μια τέτοια λίστα, έτσι;» ρώτησε, φοβούμενος για μια στιγμή πως θα έπαιρνε αρνητική απάντηση.

«Ναι, φυσικά» έκανε αμυντικά η Μαλβίνα.

«Και μετά» στράφηκε προς το πλήθος, μιλώντας και πάλι δυνατά, «θα δούμε ποιοι βρίσκονται ακόμη εδώ και ποιοι έφυγαν. Θα ελεγχθείτε για τυχόν ύποπτα αντικείμενα στην κατοχή σας, θα κρατήσουμε τα στοιχεία σας και θα κληθείτε στο τμήμα για αποτυπώματα».

«Και πότε θα φύγουμε;» θέλησε να μάθει κάποιος.

«Όταν τελειώσουμε» του απάντησε κοφτά.

Δυο μέρες μετά το συμβάν, ο Φλοριάν Ντεσκοπάλ, υπεύθυνος για τις κάμερες στην γκαλερί, καθόταν πίσω από μια οθόνη και παρακολουθούσε δυο άντρες να περιφέρονται στη μεγάλη σάλα θαυμάζοντας τα εκθέματα.

Ο Νέστορ μπήκε στο γραφείο του κομπιουτερά.

«Όλα εντάξει;» ρώτησε το αγόρι.

«Έλεγξα όλες τις κάμερες. Λειτουργούν άψογα! Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν κατέγραψαν την κλοπή».

«Υπάρχει περίπτωση να πάγωσαν κάπως την εικόνα;»

«Όχι» του ξέκοψε. «Η ροή της ήταν κανονική. Από τη στιγμή που φέρατε τον πίνακα, μέχρι τη στιγμή των αποκαλυπτηρίων».

«Ας ελπίσουμε τότε ότι η αστυνομία θα βρει την άκρη. Και τον πίνακα φυσικά» αναστέναξε ο Νέστορ.

***

Το ίδιο βράδυ, ο αρχηγός της αστυνομίας, Ανρί ντε Λου, καθόταν δίπλα στον Βερμάν Φαμπερζό μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχαν φύγει όλοι από το τμήμα εκτός από τους δυο τους που παρακολουθούσαν το υλικό από τις κάμερες. Μέχρι στιγμής, δεν είχαν κάνει την παραμικρή πρόοδο.

«Βάλτο πάλι» αναστέναξε ο Ντε Λου. «Από την αρχή».

Είδαν γι’ άλλη μια φορά τον Νέστορ και τον Λουκ να μεταφέρουν τον πίνακα στον ειδικό χώρο φύλαξης.

«Σταμάτα εδώ» διέταξε όταν πρόσεξε τους δυο νεαρούς να απομακρύνονται από την αίθουσα. Ύστερα στράφηκε προς τον Φαμπερζό. «Είναι το προηγούμενο βράδυ, έτσι;»

Εκείνος έσκυψε μπροστά. «Ακριβώς. Ο πίνακας έμεινε σε αυτήν την αίθουσα όλη τη νύχτα»

«Και δεν παρατηρήθηκε τίποτα ασυνήθιστο, σωστά;»

«Τα παιδιά το ερεύνησαν εξονυχιστικά. Κανείς δεν μπήκε ή βγήκε από τη στιγμή που κλειδώθηκε η γκαλερί. Ούτε απενεργοποίησε κάποιος τον συναγερμό».

«Αποτυπώματα;»

«Μόνο των υπαλλήλων».

«Πήγαινέ το στην επόμενη μέρα» πρόσταξε ο αρχηγός.

Τίποτα το ασυνήθιστο και πάλι. Οι μόνοι που μπήκαν σε αυτόν τον χώρο ήταν για ακόμα μια φορά ο Λουκ και ο Νέστορ, προκειμένου να μεταφέρουν τον πίνακα στη μεγάλη σάλα. Φυσικά, από εκεί θα ήταν πολύ δύσκολο να κλαπεί μέσα σε τόσο κόσμο, αλλά επειδή τίποτα δεν είναι απίθανο, παρακολούθησαν σχολαστικά και εκείνες τις ώρες.

Όταν τελείωσε η προβολή, ο Ντε Λου έγειρε με δύναμη στην πλάτη της καρέκλας κι έτριψε τα μάτια.

«Πολύπλοκη υπόθεση! Πώς στα κομμάτια έκλεψαν τον πίνακα;»

Ο υπαρχηγός σηκώθηκε. «Είμαστε όλοι κουρασμένοι. Καλύτερα να συνεχίσουμε αύριο, τι λέτε;»

Ο Ντε Λου άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό.

«Έχει εμπλακεί και το κεντρικό γραφείο για την καταπολέμηση της εμπορίας πολιτιστικών αγαθών. Η Ανελίζ Μονσούν δεν θα ησυχάσει αν δεν αποδείξει την υπεροχή τους απέναντί μας».

«Χρειαζόμαστε βοήθεια».

«Ποιος να μας τη δώσει;»

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Δεύτερο Κεφάλαιο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading