Δεν πονάει το σώμα. Όχι, δεν είναι σαν εκείνες τις πληγές που φαίνονται, που τις δείχνεις και όλοι καταλαβαίνουν. Αυτός ο πόνος είναι άλλος. Πιο βαρύς. Πιο σιωπηλός. Μουδιάζουν τα χέρια μου, τα πόδια μου, το στομάχι μου. Σαν να έπεσε πάνω μου ένας ολόκληρος ουρανός και με συνέθλιψε χωρίς ήχο.
Παίρνω ανάσα. Βαθιά. Το χαμόγελό μου είναι εκεί, όπως πρέπει. Τα χείλη μου κινούνται κανονικά, οι λέξεις μου βγαίνουν αβίαστα. “Είμαι καλά”. Πάντα “είμαι καλά”.
Τα μάτια μου καίνε. Γεμίζουν δάκρυα. Όχι, δεν είναι αυτό που νομίζεις. Δεν κλαίω. Κάτι μπήκε στο μάτι μου. Είναι η αλλεργία. Ο καιρός. Το φως. Οτιδήποτε εκτός από αυτό που πραγματικά είναι.
Μέσα μου, οι φωνές ουρλιάζουν. Σπαράζουν. Σπαράζω. Κανείς δεν ακούει.
Συνεχίζω. Μιλάω, γελάω, υπάρχω. Παίζω τον ρόλο μου άψογα. Δεν πρέπει να φανεί. Αν φανεί, θα με ρωτήσουν. Και αν με ρωτήσουν, ίσως πω την αλήθεια. Και αν πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν μπορώ να τη διαχειριστώ.
Οπότε, χαμογελώ. Είμαι καλά.
Ακούγεται τόσο εύκολο. Δύο λέξεις, τέσσερις συλλαβές. Αθώες. Καθησυχαστικές. Δεν σηκώνουν ερωτήσεις, δεν επιτρέπουν αμφιβολίες.
Και όμως, μέσα μου όλα ουρλιάζουν. Σαν μια παλιά, σκουριασμένη πόρτα που τρίζει με τον αέρα. Σαν βήματα σε άδειο σπίτι. Ένας ήχος που κανείς δεν ακούει εκτός από μένα.
Κάποιες στιγμές νομίζω ότι θα σπάσω. Ότι το ψεύτικο χαμόγελο δεν θα σταθεί στη θέση του, ότι τα μάτια μου θα προδώσουν όσα προσπαθώ να κρύψω. Αλλά όχι, δεν σπάω. Σηκώνω το κεφάλι, βάζω τα χέρια στις τσέπες, λέω ένα αστείο. Χαμογελούν. Περνάει.
Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει αδύναμος. Το ξέρω, αν αφεθώ έστω για μια στιγμή, δεν θα υπάρχει γυρισμός. Ο πόνος είναι ένας λύκος που περιμένει στη γωνία. Αν δείξω αδυναμία, θα πέσει πάνω μου και δεν θα μείνει τίποτα από μένα. Και έτσι συνεχίζω. Μιλάω για ασήμαντα πράγματα. Σχολιάζω τον καιρό, γελάω με αστεία που δεν βρίσκω αστεία, κάνω σχέδια που δεν με νοιάζουν. Οι άλλοι βλέπουν ό,τι θέλουν να δουν. Μια φυσιολογική μέρα, έναν φυσιολογικό άνθρωπο.
Αλλά όταν μένω μόνος μου… Όταν πέφτει η νύχτα και δεν υπάρχει κανείς γύρω μου… Ο πόνος βρίσκει τη φωνή του. Και τότε, όλα όσα κατάπια όλη μέρα, όλα όσα αρνήθηκα να νιώσω, επιστρέφουν. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν υπάρχει κανείς να ρωτήσει αν είμαι καλά. Και έτσι, δεν χρειάζεται να πω ψέματα.
Ησυχία. Η πόλη κοιμάται, οι φωνές έχουν σβήσει, τα φώτα χαμηλώνουν. Και εγώ; Εγώ μένω ξύπνιος. Πάντα ξύπνιος.
Ο πόνος απλώνεται σαν κρύο νερό. Δεν έρχεται ξαφνικά, δεν με χτυπά βίαια. Όχι. Είναι ύπουλος. Μπαίνει από τις ρωγμές, από τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις που είπα σήμερα. Από τις στιγμές που με κοίταξαν και εγώ χαμογέλασα, ενώ μέσα μου διαλυόμουν.
Κλείνω τα μάτια, μα δεν υπάρχει ησυχία εδώ. Οι σκέψεις μου γίνονται πιο δυνατές στο σκοτάδι. Όλα όσα δεν είπα, όλα όσα κατάπια, όλα όσα προσπέρασα με μια γρήγορη απάντηση ή ένα ψεύτικο γέλιο, επιστρέφουν.
Γιατί πονάει τόσο πολύ κάτι που δεν έχει πληγή; Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει σημάδι. Και όμως, νιώθω τον πόνο σαν να έχει ρίζες μέσα μου, σαν να είναι κομμάτι του κορμιού μου.
Μια σκέψη περνά φευγαλέα. Αν μιλούσα; Αν έλεγα την αλήθεια; Όχι. Κανείς δεν θέλει να ακούσει. Κανείς δεν θέλει να ξέρει. Οι άνθρωποι τρομάζουν από τον πόνο που δεν μπορούν να γιατρέψουν. Σε κοιτούν με εκείνο το αμήχανο βλέμμα, σαν να κρατούν στα χέρια τους κάτι που δεν ξέρουν πού να το αφήσουν. Και τότε γίνεσαι βάρος. Ένα βάρος που μαθαίνεις να κουβαλάς μόνος σου, γιατί έτσι πρέπει.
Γυρίζω πλευρό. Βαθιά ανάσα. Είμαι καλά. Θα κοιμηθώ, ίσως. Και αύριο το πρωί θα πω πάλι το ίδιο. Θα σηκωθώ, θα ντυθώ, θα φορέσω το χαμόγελό μου και θα συνεχίσω. Μέχρι το βράδυ. Μέχρι να μείνω πάλι μόνος μου. Μέχρι να ξαναγίνει ησυχία.
Κάποτε πίστευα πως ο πόνος ήταν κάτι προσωρινό. Κάτι που περνάει, όπως οι πληγές στο δέρμα. Έλεγα στον εαυτό μου πως είναι μια δύσκολη φάση, πως θα συνηθίσω, πως θα το ξεπεράσω. Αλλά δεν είναι έτσι. Ο πόνος ριζώνει. Γίνεται μέρος σου. Δεν είναι κάτι που νιώθεις μόνο σε στιγμές αδυναμίας – είναι κάτι που κουβαλάς παντού. Σαν σκιά που σε ακολουθεί, ακόμα κι όταν δεν την κοιτάς.
Η κατάθλιψη δεν φωνάζει. Δεν ζητά βοήθεια. Δεν κάνει θόρυβο. Είναι σιωπηλή. Σαν το βουβό κλάμα που δεν αφήνεις να ακουστεί. Σαν τις στιγμές που κοιτάς το κενό και χάνεσαι, χωρίς να ξέρεις για πόση ώρα. Κανείς δεν τη βλέπει. Γιατί ξέρει να κρύβεται καλά.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι πώς θα ήταν αν μπορούσα απλά να την αφήσω πίσω μου. Αν μια μέρα ξυπνούσα και όλα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια κακή ανάμνηση. Αλλά ξέρω την αλήθεια. Δεν φεύγει. Απλά μαθαίνεις να ζεις μαζί της. Και έτσι συνεχίζω. Βάζω το ξυπνητήρι. Σηκώνομαι. Μιλάω. Χαμογελώ. Είμαι καλά. Μέχρι την επόμενη νύχτα. Μέχρι την επόμενη στιγμή που θα μείνω μόνος. Μέχρι η κατάθλιψη να με κοιτάξει στα μάτια ξανά και να ψιθυρίσει: “Είμαι ακόμα εδώ.”
Αφροδίτη Αυγερινού
