Μόλις η Ναταλία βγήκε έξω, σκεπάστηκε με το παλτό της και έκατσε στα σκαλοπάτια δίπλα από το μαγαζί κοιτώντας το άπειρο. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της και δεν ήξερε ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος…
Τα νεύρα της ή το γεγονός ότι τον έχασε ξανά;
Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αναζητήσει στο μαγαζί ξανά. Αρκετά προβλήματα του δημιούργησε. Αρκετή ντροπή ένιωσε.
Για μια στιγμή νόμισε πως μπορούσε να τον κρατήσει εκεί μαζί της για πάντα. Αλλά όχι…
«Χαζή… Χαζή! Όλα λάθος! Πάντα μαζί του θα με συνδέει ένα ‘παραλίγο’. Ανάθεμά τον, τον Βαγγέλη. Αν τον είχα μπροστά μου θα τον… Τέλος πάντων… Όλα λάθος! Τελικά δεν είναι γραφτό να μάθει… Δεν είναι γραφτό γενικά… Πόσο χαζή!», μονολογούσε με κρυμμένο πρόσωπο και μάτια δακρυσμένα.
«Καθόλου χαζή… Εσύ τουλάχιστον…», της είπε ο Νικηφόρος καθώς καθόταν δίπλα της στο κεφαλόσκαλο.
Η Ναταλία σήκωσε το κεφάλι της και τον είδε να την χαζεύει.
«Μην κλαις! Δεν χρειάζεται… Συγνώμη που σε έδιωξα. Δεν ήθελα… Δεν μπορούσα… Εξοργίστηκα με αυτόν τον τύπο!», της είπε σκουπίζοντας με το χέρι του τα δάκρυά της, «μετά έμαθα ότι έκανες χαμό κάτω και σε είδα από τις κάμερες να φεύγεις. Ε, μόλις έκατσες εδώ, ήθελα να έρθω να σε βρω».
Η Ναταλία άρχισε να γέρνει στον ώμο του, αντ’ αυτού όμως ο Νικηφόρος την έκλεισε στην αγκαλιά του.
«Τι δεν είναι γραφτό;», τη ρώτησε.
«Ορίστε;»
«Πριν που μονολογούσες, είπες ότι δεν είναι γραφτό…»
«Α! Εμείς!», του είπε ασυναίσθητα και χωμένη στην αγκαλιά του.
Σιωπή. Η Ναταλία συνειδητοποίησε τι είπε και πετάχτηκε όρθια.
«Ε… Ναι… Γεια… Χάρηκα που σε είδα! Πρέπει να φύγω!»
«Όχι! Εδώ θα κάτσεις!», την τράβηξε από το χέρι και την έφερε κοντά του. «Τι εννοείς;», τη ρώτησε.
«Μωρέ Νικηφόρε τώρα… Πού να σου εξηγώ… Μεγάλη ιστορία!»
«Έχω πολύ χρόνο! Πάμε πάνω!»
«Πού πάνω;»
«Στο γραφείο!»
«Και οι άλλοι;»
«Δεν θα μας πάρουν χαμπάρι!»
Ο Νικηφόρος την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο εσωτερικό του μαγαζιού. Καπνός, μουσική και μυρωδιές κουζίνας επικρατούσαν στον χώρο. Οι θαμώνες χόρευαν και το αλκοόλ έρρεε άφθονο. Στο βάθος το τραπέζι της αδερφής της. Δεν περνούσαν καλά… Έχοντας το χέρι της μέσα στην παλάμη του Νικηφόρου, ανέβηκαν πάνω. Μόλις έκλεισαν την πόρτα, ησυχία. Η Ναταλία έβγαλε τα παπούτσια της και εκείνος γέλασε στην εικόνα της.
«Πεινάς; Να τους πω να μας φέρουν λίγο κρα..»
«Ένα αναψυκτικό και μια μερίδα μακαρόνια θέλω!», του είπε και ξάπλωσε.
Εκείνος χαμογέλασε τόσο έντονα που η Ναταλία νόμιζε ότι φωτίστηκε όλη η πλάση. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, πήγε και εκείνος να κάτσει δίπλα της.
«Δεκαπέντε χρονών ήμουν όταν σε είδα πρώτη φορά και κεραυνοβολήθηκα! Ήσουν ο πρώτος μου εφηβικός έρωτας! Πλατωνικός μεν, έρωτας δε!», του είπε μονοκοπανιά χωρίς να τον κοιτάει. «Όταν με βοήθησες, σκίρτησε η καρδιά μου. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήξερα τι είναι… Εκείνο το βράδυ που με έσωσες, με σημάδεψες. Ακόμα μπορώ να μυρίσω το άρωμά σου από το τζιν μπουφάν που μου έδωσες όταν με πήρες από το μαγαζί και βγήκαμε έξω. Αλάτι, ουίσκι και ιδρώτας. Ό,τι καλύτερο… Όταν μου έφερες το μπουκαλάκι με το νερό και έμεινες μαζί μου μέχρι να έρθουν να με πάρουν! Ε, μετά σε έβλεπα τυχαία παντού και ένιωθα περίεργα. Μια κάψα… Μια φλόγα… Μια… Μην το πεις! Θα μου χαλάσεις το συναίσθημα, Νικηφόρε!»
Εκείνος γέλασε δυνατά και τραντάχτηκε ολόκληρος ο καναπές. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, χτύπησε η πόρτα. Φαγητό και αναψυκτικά για τους δυο τους.
«Για συνέχισε… Θέλω να δω πού θα καταλήξεις…», της είπε ενώ έτρωγε την καρμπονάρα του.
«Λοιπόν…. Όταν έκλεισα τα δεκαοχτώ, ήρθα να σε βρω μόνη μου! Σε ήθελα τόσο πολύ! Πολλές νύχτες κοιμόμουν και ξυπνούσα με τη σκέψη σου. Στην εφηβεία. Καταλαβαίνεις τι εννοώ!»
«Πολύ καλά!», έλεγε μπουκωμένος και χαζογελούσε.
«Ε, ήρθα και εσύ ήσουν με άλλη! Λογικό… Πού να με κοιτάξεις εμένα! Είκοσι οχτώ εσύ, δεκαοχτώ εγώ. Δεν γίνονται αυτά. Ε και έμεινα με το…»
«Μην το πεις!». Γέλασε η Ναταλία.
«Τώρα τα ξέρεις!», του είπε και άρχισε να τρώει… «Α! Να ξέρεις ότι είχα κάνει τρελά σενάρια με το μυαλό μου!»
«Δεν ξέρω αν θέλω να μάθω! Φοβάμαι!», της είπε και εκείνη τον έσπρωξε απαλά. «Να ξέρεις πως δεν μου είχες περάσει καθόλου απαρατήρητη κι ας ήσουν δεκαπέντε χρονών. Δεν ξέρω! Αυτή η ευαλωτότητά σου μου δημιούργησε πολύ ζεστά συναισθήματα! Μέχρι εκεί όμως… Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό κάτι άλλο! Όταν όμως ήρθες ξανά, τα έχασα! Σε είχα δει εκείνο το καλοκαίρι κι ας ήμουν με άλλη. Εκείνο το καλοκαίρι, κολάστηκα! Άστα! Δεν ήρθα ποτέ να σε βρω. Ποτέ δεν στο είπα και φτάσαμε εδώ…».
Ησυχία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος από τα πιρούνια τους πάνω στα γυάλινα πιάτα και οι ανάσες τους καθώς έτρωγαν και σκέφτονταν τα όσα ειπώθηκαν. Είχαν πει και οι δύο όσα κρατούσαν κρυφά όλα αυτά τα χρόνια.
Ξαφνικά και σχεδόν ταυτόχρονα, έσπρωξαν μακριά τα πιάτα τους και βρέθηκαν με αστραπιαία ταχύτητα να φιλούνται πάνω στον μεγάλο καναπέ.
Ο Νικηφόρος, ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν καθώς την έκλεινε στην αγκαλιά του, ενώ η Ναταλία, σε κάθε άγγιγμά του, έπαιρνε φωτιά. Πρώτη εκείνη τον έγδυσε. Για αρχή το ζιβάγκο του, έπειτα του ξεκούμπωσε τη ζώνη από το τζιν, έβγαλε το φουστάνι της και το πέταξε στο πάτωμα και έμεινε να τον χαζεύει, ενώ τα μάτια της πετούσαν σπίθες. Ο Νικηφόρος πέρασε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της, κατέβηκε στην πλάτη της και με μια κίνηση της ξεκούμπωσε το εσώρουχο.
Με μια κίνηση, αλλάξαν θέσεις και εκείνη βρέθηκε ξαπλωμένη στον καναπέ. Το σώμα του Νικηφόρου την έκρυβε ολόκληρη και δίχως λόγια, δίχως αντιστάσεις και γεμάτοι πάθος, έγιναν ένα. Εκεί στον μεγάλο καναπέ μπροστά στο τζάκι. Εκείνη να ψιθυρίζει το όνομά του και εκείνος να λιώνει κάθε φορά που τη φιλούσε.
Δύο σώματα σμιλεμένα από ηδονή. Δύο σώματα παραδομένα σε έναν έρωτα που είχαν ξεχάσει πως μπορεί να υπάρξει. Μια ερωτική πράξη με την αγνότητα της πρώτης γνωριμίας τους, τον πόθο της δεύτερης συνάντησής τους και την έλξη του τώρα.
Ξέπνοοι, χορτάτοι από έρωτα και σφιχταγκαλιασμένοι κοιτούσαν το ταβάνι και προσπαθούσαν να επαναφέρουν την αναπνοή τους.
«Δώδεκα χρόνια χαμένα! Γιατί;», ρώτησε η Ναταλία και τον έσφιξε πάνω της.
«Χαμένα δεν ήταν! Μας τα έφερε έτσι η ζωή που τη ζήσαμε στο έπακρο και βρεθήκαμε ξανά τυχαία για κάποιον λόγο…»
«Γνωριστήκαμε τυχαία σε ένα μπαρ και βρεθήκαμε τυχαία στο μαγαζί σου! Το λες και κάρμα!»
«Ήμασταν μια μοιραία συνάντηση, αγάπη μου, αλλά κανένας μας δεν το είχε καταλάβει!»
«Τώρα;»
«Τώρα το καταλάβαμε πολύ καλά και οι δύο!»
«Και τι θα κάνουμε για αυτό;», τον ρώτησε.
Ο Νικηφόρος την έσφιξε πάνω στο γυμνό κορμί του και τη φίλησε με πάθος λίγο πριν βυθιστούν στα βάθη του έρωτά τους που άνθιζε…
Κατερίνα Μοχράνη
Τέλος
