Έκλεισε πίσω του θυμωμένος την πόρτα ο Φώτης μουρμουρίζοντας.
“Μη κοπανάς την πόρτα, μην έρθω εκεί και σου κοπανήσω το κεφάλι!”, άκουσε την μαμά του να φωνάζει, κούνησε αποδοκιμαστικά το σώο, ακόμα, κεφάλι του και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς, δύο τετράγωνα πιο πέρα.
Στην πραγματικότητα ήταν προγιαγιά, η γιαγιά της μαμάς του και η γυναίκα που την μεγάλωσε, αφού δεν γνώρισε μαμά και της χρωστούσε τα πάντα. Έζησε πολλούς θανάτους, πολλές κακουχίες και συνέχιζε σαν καλός καραβοκύρης που φαίνεται στην φουρτούνα. Από φουρτούνες, άλλο τίποτα ολάκερη η ζωή της, μα δεν παραιτήθηκε ποτέ. Έσκαγαν πάνω της σα πελώρια κύματα οι δυσκολίες κι εκείνη άντεχε.
Έχασε τους γονείς της σε μικρή ηλικία, στάθηκε σα μάνα στα δύο της αδέρφια, τα στερήθηκε, αφού ξενιτεύτηκαν και πέθαναν νωρίς, έχασε τον άντρα της στον πόλεμο, μεγάλωσε ολομόναχη τρία παιδιά, έχασε την κόρη της στη γέννα, τον γιο της σε έκρηξη στο λατομείο που δούλευε και ένα από τα εγγόνια της σε τροχαίο. Κάθε φορά, έθαβε κι ένα κομμάτι της ψυχής της, άναβε το καντήλι της και ζητούσε βοήθεια από την Παναγία.
Η εγγονή της την παρακαλούσε, ειδικά τα τελευταία χρόνια, να την πάρουν στο σπίτι τους, μα δεν δεχόταν. “Δεν αφήνω το τσαρδάκι μου, έχω την βολή μου, εδώ έζησα τα πάντα, καλά και κακά, εδώ θέλω να πεθάνω”, απαντούσε. Μια κάμαρα όλη κι όλη με ένα μικρό μπάνιο. Σε μια γειτονιά, με χλιδάτες πια, μεζονέτες, η μόνη παραφωνία ήταν το φτωχικό της, με την τεράστια αυλή. “Σα πεθάνω, κάντε κι εσείς μπαντονέτα” τους έλεγε και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί γελούσαν.
Η τηλεόραση ακουγόταν από μέτρα μακριά. Η γιαγιά Αγλαΐα ήταν περήφανη στα αυτιά, χρόνια τώρα.
– Γιαγιά, δεν την αντέχω άλλο τη μαμά!, είπε εξοργισμένος ο δεκαπεντάχρονος.
– Τι πάθατε πάλι;
-Οι φίλοι μου κάνουν τικ τοκ κι εμένα δε με αφήνει, δεν θέλει να φαίνομαι στο διαδίκτυο!
– Το ρολόι σου, δεν κάνει τικ τακ;
– Τι ακούω;!
– Μια χαρά ακούω, έννοια σου!
– Ρε γιαγιά, ποιο ρολόι; Μια εφαρμογή, το τικ τοκ που κάνουν σκετσάκια.
– Α! Πες το έτσι! Το ξέρω αυτό!
– Παρακαλώ;
– Παρακάλα όσο θες! Επειδή είμαι ενενήντα πέντε χρονών; Τα βλέπω στα πρωινάδικα, πολύ γελάω μ’ αυτό, το… πώς το ‘πες;
– Τικ τοκ! Πες την εγγονή σου να με αφήσει!
– Άκου τικ τοκ! Μπρος! Θα κάνουμε μαζί, άστην σε μένα την μάνα σου! Ή μήπως ντρέπεσαι μαζί μου;
– Να ντρέπομαι; Γιαγιά είσαι αστέρι!
Η γιαγιά Αγλαΐα και ο Φώτης έγιναν viral. Χιλιάδες views σε ελάχιστο χρόνο. Όλοι την λάτρεψαν και έγραφαν σχόλια πως θέλανε κι άλλα βιντεάκια με την απίστευτη γιαγιά! Έβλεπε τον Φώτη της ενθουσιασμένο και αυτό αρκούσε! Ας έγινε έξαλλη η εγγονή της κι ας επαναλάμβανε ” το τικ τοκ μας μάρανε”!
Η γιαγιά Αγλαΐα πέθανε την επόμενη μέρα. Ο Φώτης το επικοινώνησε, τα συλλυπητήρια και οι ευχές για “καλό ταξίδι” ξεπέρασαν τα views σε αριθμό. Είχε αντέξει τόσο θανατικό και μια ζωή με πολύ κουπί, μετουσιώνοντας τον πόνο σε αγάπη και χαρά. Πού να φανταζόταν ότι θα έκλεινε τον κύκλο της ζωής της, τόσο θριαμβευτικά! Στο τικ τοκ!
Χρυσούλα Καμτσίκη
