Ο Κόνραντ Μπάροουζ κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη του μπάνιου. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και πρησμένα. Η ανάσα του κοφτή. Έκανε να σηκώσει το χέρι για να στρώσει τα ατημέλητα μαλλιά του, αλλά με μια αδέξια κίνηση έριξε το γυάλινο ποτήρι που ήταν ακουμπισμένο στην άκρη του νιπτήρα. Παρακολούθησε την πτώση του λες και συνέβαινε σε αργή κίνηση. Αμέτρητα θραύσματα σκόρπισαν στο πάτωμα, αλλά δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα μαζέψει. Έστρεψε και πάλι την προσοχή του στο είδωλό του στην άλλη πλευρά του καθρέφτη και το κοίταξε ανέκφραστος.
«Πού θέλεις να πας;» την είχε ρωτήσει. «Πες μου κι εγώ θα σε πάω!»
«Θέλω να με πας, εκεί που ζουν οι μονόκεροι…» του είχε απαντήσει αμέσως.
Έτριψε τα ήδη ερεθισμένα μάτια του κι εκείνα έτσουξαν. Έριξε μπόλικο νερό προσπαθώντας να τα καταπραΰνει, αλλά μάταια. Δεν γιατρεύονταν, όπως δεν γιατρευόταν και ο πόνος της ψυχής του. Για μια στιγμή, ο κόσμος γύρω του τρεμούλιασε. Ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Στηρίχθηκε στις άκρες του νιπτήρα κι ανέκτησε την ισορροπία του. Έπρεπε να συνέλθει και γρήγορα μάλιστα.
***
Η Κλάρα καθόταν δίπλα στο ποτάμι και κοιτούσε το διάφανο νερό. Ο δροσερός, καλοκαιρινός αέρας πέρασε μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων και ο ψίθυρός του έφτασε απόμακρος στα αυτιά της.
«Κλάρα…»
Μια φωνή αντήχησε στο μυαλό της.
Γύρισε στο πλάι και τον είδε να στέκεται δίπλα της. Χαμογέλασε.
«Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω, παρά μόνο όταν θέλεις εσύ;» τον ρώτησε παραπονιάρικα.
«Μπορεί να με θέλεις, αλλά να μη με χρειάζεσαι. Έρχομαι λοιπόν όταν ξέρω ότι με χρειάζεσαι πραγματικά» της απάντησε απλά.
Εκείνη χαμογέλασε βεβιασμένα.
«Και πώς μπορείς να ξέρεις πότε σε χρειάζομαι;»
«Έτσι λειτουργεί το παραμύθι» απάντησε εκείνος με τη φωνή του να συνεχίζει να ηχεί μέσα στο μυαλό της. «Το ότι με θέλεις, δεν σημαίνει κι ότι με χρειάζεσαι. Κάποια στιγμή θα πάψεις να με χρειάζεσαι, και τότε όσο και να με θέλεις, εγώ θα έχω εξαφανιστεί…»
«Όχι!» φώναξε η Κλάρα δυνατά κι αυτός χάθηκε αμέσως.
Γύρισε και κοίταξε γύρω της. Όσοι βρίσκονταν εκείνη την ώρα σε κοντινή απόσταση σταμάτησαν να μιλούν και στράφηκαν προς το μέρος της. Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα. Σηκώθηκε, κι έτρεξε βαθιά μέσα στο δάσος, αγνοώντας τα κρυφά γέλια μιας παρέας παιδιών που την κοιτούσαν απροκάλυπτα. Οι ακτίνες του ήλιου που διαπερνούσαν τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων την έκαναν να νιώθει πως είχε μόλις μπει σε μια ατμόσφαιρα παραμυθένια. Τα κατάξανθα μαλλιά, το χλωμό δέρμα και τα ξεπλυμένα, γαλάζια μάτια της, την έκαναν να μοιάζει με μια απόκοσμη οπτασία που δεν ανήκε σε αυτό τον κόσμο. Για μια στιγμή, για μια φευγαλέα στιγμή, ένιωσε εκείνη την ξεγνοιασιά που αισθανόμαστε όταν είμαστε παιδιά, τότε που πιστεύουμε πως ό,τι και να γίνει όλα θα πάνε καλά. Αυτή η στιγμή όμως, δεν κράτησε παρά μόνο ένα δευτερόλεπτο και η αλήθεια επανήλθε δριμύτερη να της θυμίσει την παρουσία της. Τίποτα δεν θα πήγαινε καλά. Όχι πια.
Ένας απαλός ήχος την έκανε να αναπηδήσει. Γύρισε και τον είδε να στέκεται εκεί, αγέρωχος, χτυπώντας τις οπλές του έδαφος και ανεμίζοντας την πολύχρωμη χαίτη του. Το χρυσό του κέρας λαμπύριζε κάτω από τον καυτό, καλοκαιρινό ήλιο. Η Κλάρα έσμιξε τα φρύδια και του γύρισε την πλάτη.
«Αποφάσισες ότι σε χρειάζομαι;»
«Ναι» απάντησε εκείνος ενώ η βαθιά φωνή του ήχησε μέσα στο μυαλό της. «Είναι από τις στιγμές που με χρειάζεσαι περισσότερο από ποτέ» της είπε τρυφερά.
Η Κλάρα στράφηκε προς το μέρος του και τον κοίταξε με υγρά μάτια. Ο μονόκερος την πλησίασε κι έτριψε τη μουσούδα του στο πρόσωπό της. Εκείνη ανέβηκε στη ράχη του και πέταξαν ψηλά, πάνω από τα σύννεφα.
***
Ο Κόνραντ την κοιτούσε καθώς κοιμόταν ήρεμα. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά. Της είχαν δώσει μόλις ακόμη ένα ηρεμιστικό. Τα κατάμαυρα μαλλιά και το λευκό πρόσωπό της την έκαναν να μοιάζει με τη Χιονάτη. Όμως στην περίπτωσή τους δεν αρκούσε το φιλί της αληθινής αγάπης για να την κάνει να ανακάμψει. Ο ήχος από το μόνιτορ που ήταν συνδεδεμένο με το σώμα της, αυτό το μονότονο «μπιπ μπιπ» που έκανε συνεχώς, κόντευε να τον τρελάνει. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και ο γιατρός μπήκε μέσα.
«Κύριε Μπάροουζ» έκανε με ένα ύφος που το θεωρούσε δεδομένο ότι θα τον έβρισκε εκεί.
Εκείνος σηκώθηκε απότομα.
«Δόκτωρ Γουϊλοου!» απάντησε αμέσως κι έτρεξε να του δώσει το χέρι πριν καν προλάβει να πλησιάσει την ασθενή. «Είχαμε καμιά εξέλιξη;» τον ρώτησε όλο προσμονή.
«Δυστυχώς…» είπε ο γιατρός. «Η ασθένεια την έχει καταβάλει. Κάνουμε ό,τι μπορούμε αλλά δεν ξέρουμε πόσο ακόμα θα αντέξει ο οργανισμός της».
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι για να μη φανούν τα δάκρυά του και βγήκε από το δωμάτιο αφήνοντάς τον να την εξετάσει.
***
Η Κλάρα είχε αποκοιμηθεί στο γρασίδι. Ξύπνησε απότομα νιώθοντας σταγόνες να πέφτουν στο πρόσωπό της. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω της. Εκείνος δεν φαινόταν πουθενά. Πάντα έτσι εξαφανιζόταν. Όταν ξυπνούσε, ποτέ δεν ήταν εκεί. Πάντα όμως, ένιωθε καλύτερα μετά από κάθε συνάντησή τους. Ένιωθε ότι μπορούσε να αναπνεύσει ξανά. Για πόσο όμως;
Μια δυνατή καλοκαιρινή μπόρα ξέσπασε κι εκείνη άρχισε να τρέχει. Το σπίτι της ήταν λίγα τετράγωνα μακριά από το δάσος. Στάθηκε κάτω από ένα μεγάλο, γέρικο δέντρο και περίμενε να κοπάσει η βροχή.
«Θα μπορούσες να κάνεις κάτι ξέρεις…» μουρμούρησε μέσα από τα δόντια της.
«Σαν τι;» άκουσε τη φωνή του.
Γύρισε και τον είδε να στέκεται πίσω της.
Δεν του απάντησε. Απλά χαμογέλασε. Εκείνος πήγε δίπλα της, χαμήλωσε το σώμα του και η κοπέλα ανέβηκε στη ράχη του. Κάλπασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν έφτασε στην αυλή της, αγνόησε το αποδοκιμαστικό βλέμμα της γειτόνισσας που την παρατηρούσε να τρέχει μέσα στη βροχή, κλείδωσε την πόρτα, άλλαξε ρούχα και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή της. Είχε λίγη ώρα μέχρι να πάει στη δουλειά. Ξεκίνησε να γράφει.
***
Ο Κόνραντ είχε γυρίσει για λίγο στο σπίτι. Ο γιατρός τον έδιωξε με το ζόρι, λέγοντάς του πως δεν θα μπορούσε να της προσφέρει καμία βοήθεια αν συνέχιζε να είναι τόσο κουρασμένος. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο με σκοπό να κοιμηθεί αλλά δεν τα κατάφερε.
«Εκεί που ζουν οι μονόκεροι…» αντήχησε και πάλι στα αυτιά του η φωνή της.
«Μονόκεροι…» μονολόγησε. «Μακάρι να υπήρχαν μονόκεροι…»
Άνοιξε τον υπολογιστή κι αγνοώντας τα εκατοντάδες μέιλ που είχαν μείνει αναπάντητα, έγραψε μία και μοναδική λέξη: μονόκεροι.
Γνωρίζοντας πως όλα τα αποτελέσματα θα τον παραπέμψουν σε μύθους και παραμύθια, προχώρησε προς το τέλος της πρώτης σελίδας περιήγησης και της δεύτερης και της τρίτης, μέχρι που πριν φτάσει στην τέταρτη, το μάτι του σκάλωσε πάνω σε μια φράση, ένα απόσπασμα από το περιεχόμενο της ιστοσελίδας που ακολουθούσε.
«Σήμερα τον είδα πάλι﮲ τον μονόκερό μου» έγραφε. «Ήταν εκεί, να με τραβήξει γι’ ακόμα μια φορά από την άβυσσο που ετοιμαζόμουν να πέσω…»
Χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το λόγο, έκανε κλικ. Ο σύνδεσμος τον παρέπεμψε σε ένα blog. Ξεκίνησε να διαβάζει. Όπως κατάλαβε, έγραφε μια κοπέλα η οποία ισχυριζόταν ότι μπορούσε να βλέπει έναν μονόκερο κάθε φορά που περνούσε δύσκολες στιγμές στη ζωή της. Δεν υπήρχαν πληροφορίες για την ηλικία και το όνομά της, αφού υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Οπτασία», αλλά ούτε και περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή της. Το μόνο που ανέφερε ήταν οι εμπειρίες της με το μονόκερο.
«Σήμερα ήρθε και πάλι τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να πέσω για να με σηκώσει ξανά. Ήρθε να με πάρει στην πλάτη του για να πετάξουμε στα σύννεφα και μετά να χαθεί τόσο ξαφνικά όσο εμφανίστηκε. Πόσο τον μισώ όταν το κάνει αυτό… Και πόσο τον αγαπώ ταυτόχρονα…» διάβασε ένα απόσπασμα.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν η κοπέλα αυτή πίστευε όντως ότι έβλεπε κάποιο μονόκερο ή όχι, οι διηγήσεις της όμως ήταν πολύ παραστατικές και γεμάτες συναίσθημα. Συνέχισε να διαβάζει, μέχρι που η κούραση τον κατέβαλε απότομα κι ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Έκλεισε τον υπολογιστή, έτριψε τα μάτια του κι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας. Η κούρασή του ήταν τόσο μεγάλη, που κοιτώντας την οροφή, του φάνηκε ότι είδε μικροσκοπικά, πολύχρωμα αστεράκια. Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια και τα αστεράκια εξαφανίστηκαν. Ξάπλωσε με βαριά καρδιά, αφού ένιωθε τύψεις κάθε φορά που δεν ήταν δίπλα της, αλλά δεν άντεχε να μείνει άλλο ξύπνιος. Βυθίστηκε σε έναν ανήσυχο ύπνο με περίεργα όνειρα﮲ όνειρα που ήταν γεμάτα μονόκερους και δράκους. Ξύπνησε απότομα τη στιγμή που είχε πέσει από την πλάτη ενός άλλου μυθικού πλάσματος και το σώμα του κόντευε να αγγίξει το έδαφος. Ζαλισμένος ακόμα, σκούπισε με το σεντόνι τον ιδρώτα από το πρόσωπό του και κοίταξε το ρολόι. Ήταν τρεις τα ξημερώματα. Είχε κοιμηθεί παραπάνω από όσο υπολόγιζε. Ξέπλυνε γρήγορα τα μάτια του και τη στιγμή που έκλεινε το ντουλαπάκι του μπάνιου, είδε από τον καθρέφτη «κάτι» να λαμπυρίζει πίσω του. Γύρισε απότομα, αλλά το μόνο που αντίκρισε ήταν ο γκρίζος και βρώμικος τοίχος. Ντύθηκε αμέσως και ξεκίνησε για το νοσοκομείο. Λόγω της κατάστασής της, του είχαν επιτρέψει να βρίσκεται δίπλα της όποτε και όσο ήθελε κι όχι μόνο τις ώρες του επισκεπτηρίου.
Ανέβηκε στον τέταρτο όροφο, χαιρέτησε την κοπέλα που καθόταν πίσω από τη ρεσεψιόν και προχώρησε προς το δωμάτιό της. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Τη στιγμή που πλησίαζε την πόρτα, ένιωσε το έντονο βλέμμα κάποιου να τον ακολουθεί. Γύρισε απότομα, αλλά δεν είδε κανέναν, πέρα από την κοκκινομάλλα πίσω από τον πάγκο. Της χαμογέλασε σαν απάντηση στο ερωτηματικό της βλέμμα και άνοιξε την πόρτα. Εκείνη έμοιαζε με εύθραυστη οπτασία﮲ μια οπτασία που αν έσπαγε, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα για να κολλήσει τα κομμάτια της. Κάθισε δίπλα της και την κοίταξε. Δεν είχε πλέον κουράγιο ούτε να μιλήσει, αλλά ούτε και να ανοίξει τα μάτια της. Ήξερε όμως πως τον άκουγε και τον αισθανόταν﮲ πάντα τον αισθανόταν﮲ και πάντα ήξερε τι θα της πει πριν το κάνει. Σκούπισε τα δάκρυά του.
«Ήρθα…» ψιθύρισε. «Δεν θα σταματήσω ποτέ να έρχομαι…»
Και τότε, χωρίς να το έχει σκεφτεί καθόλου από πριν, του ήρθε μια ιδέα.
«Λένα…» άρχισε παρακολουθώντας το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά. «Μου… μου είχες ζητήσει να σε πάω εκεί που ζουν οι μονόκεροι. Βρήκα… βρήκα τρόπο να το κάνω… Ξέρω κάποιον που γνωρίζει ένα μονόκερο και γράφει τις εμπειρίες του. Θα σου τις διαβάσω».
Λέγοντας αυτά, άνοιξε την οθόνη του κινητού του, μπήκε στο blog που είχε βρει και ξεκίνησε να της διαβάζει﮲ και συνέχιζε να της διαβάζει για ώρες… μέρες… κι εκείνη κατάφερνε με κόπο να ανοίγει τα μάτια της και να του χαμογελά με αγάπη για τα υπέροχα ταξίδια που της χάριζε. Μόνο που όσο διάβαζε τις ιστορίες της κοπέλας, ένιωθε να βυθίζεται όλο και πιο πολύ στον κόσμο της. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να δει το μαγικό πλάσμα να στέκεται απέναντί του και να τον κοιτάει ανέκφραστο και σιωπηλό. Την επόμενη στιγμή είχε εξαφανιστεί.
«Θα φταίει η αϋπνία» μονολόγησε τη στιγμή που επέστρεφε από το κυλικείο κρατώντας ένα χάρτινο κύπελλο με πικρό καφέ.
«Δεν θα ήμουν τόσο σίγουρος στη θέση σου…» άκουσε μια φωνή.
Γύρισε απότομα αλλά δεν ήταν κανείς εκεί. Μια κυρία που περνούσε δίπλα του εκείνη τη στιγμή σούφρωσε τα χείλη της αφού κόντεψε να τη χτυπήσει.
«Με συγχωρείτε» είπε τότε εκείνος. «Ναι» απευθύνθηκε και πάλι στον εαυτό του. «Είναι σίγουρα από την αϋπνία».
Μόνο που οι παραισθήσεις συνεχίστηκαν και τώρα ο μονόκερος του μιλούσε κιόλας﮲ του μιλούσε με ένα περίεργο τρόπο, αφού η φωνή του ναι μεν έβγαινε από αυτόν, αλλά ακουγόταν μέσα στο μυαλό του.
«Το ξέρω ότι είσαι δημιούργημα της φαντασίας μου» του είπε κάποια στιγμή που είχε επιστρέψει πάλι στο σπίτι για λίγο. «Μιλάς μέσα στο μυαλό μου, όπως περιγράφει η κοπέλα στις ιστορίες της. Ξέρω πως αν σταματήσω να τις διαβάζω θα εξαφανιστείς!»
Ο μονόκερος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι χωρίς να του απαντήσει.
«Μόνο που δεν μπορώ να σταματήσω να τις διαβάζω» παραδέχτηκε.
Η Λένα ζούσε πλέον γι’ αυτές τις ιστορίες, αλλά το ίδιο ζούσε κι εκείνος. Ανυπομονούσε να διαβάσει τη συνέχεια. Του είχαν γίνει απαραίτητες, όπως απαραίτητος του είχε γίνει κι ο μονόκερος και δεν ήθελε να τον αποχωριστεί, ακόμα κι αν ήταν πεπεισμένος πως ήταν ένα αποκύημα της φαντασίας του και τίποτα παραπάνω.
«Σήμερα με έσωσε πάλι. Δεν ξέρω όμως για πόσο καιρό ακόμα θα το κάνει. Κάποια στιγμή δεν θα μπορεί να με σώσει κανείς» διάβασε την τελευταία ιστορία της στη Λένα.
Εκείνη τον κοιτούσε με βουρκωμένα μάτια.
«Η κοπέλα αυτή πρέπει να νιώθει πολύ μόνη» πρόφερε με κόπο. «Γράφει τόσο όμορφα, τόσο αληθινά, μου χαρίζει ένα υπέροχο ταξίδι κάθε φορά﮲ ένα μικρό, υπέροχο ταξίδι, πριν ξεκινήσω το μεγαλύτερο ταξίδι της ζωής μου» κατέληξε με πόνο.
Εκείνος άρπαξε το χέρι της.
«Λένα μην το λες αυτό!»
Τη στιγμή που το έφερε στα χείλη του για να το φιλήσει, άκουσε την πόρτα του δωματίου να κλείνει με θόρυβο. Πλησίασε συνοφρυωμένος. Ο διάδρομος ήταν άδειος, αφού ήταν περασμένες τέσσερις τα ξημερώματα. Το μόνο που είδε ήταν την πλάτη μιας νοσοκόμας που απομακρυνόταν. Μάλλον θα μπέρδεψε τα δωμάτια.
***
Η Κλάρα ήταν ξαπλωμένη και κοιτούσε την οροφή. Της φαινόταν περίεργο το πόσες πολλές λεπτομέρειες υπήρχαν εκεί που δεν τις είχε προσέξει τόσο καιρό.
«Άκουσέ με…» της μίλησε μέσα στο μυαλό της.
Τον είδε να αιωρείται στην οροφή κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια.
«Φύγε!» του είπε απότομα. «Έχω πάρει την απόφασή μου!»
«Ίσως θα έπρεπε να δεις κάποιον ψυχολόγο» της είπε με φωνή που δεν ήταν δική του.
«Χα!» κάγχασε εκείνη. «Τώρα μιλάς με τη φωνή της μητέρας μου! Άσε με ήσυχη! Φύγε! Την έχω πάρει την απόφασή μου σου είπα!»
Όταν άνοιξε τα μάτια της εκείνος είχε εξαφανιστεί.
«Δεν μπορείς να με σώσεις…» ψιθύρισε. «Δεν μπορεί να με σώσει κανείς…»
Σηκώθηκε και κάθισε μπροστά στον καθρέφτη. Χτένισε τα ξανθά μαλλιά της και φόρεσε μια μεγάλη, μαύρη κορδέλα. Έβαλε έντονο κόκκινο κραγιόν, μαύρη σκιά στα μάτια και λευκό make up. Ήταν έτοιμη. Κάθισε μπροστά στον υπολογιστή και ξεκίνησε να γράφει.
***
Ο Κόνραντ ολοκλήρωσε την ανάγνωση αυτού, που όπως ισχυριζόταν η κοπέλα, ήταν το τελευταίο κείμενό της. Πάντα διάβαζε πρώτα μόνος του πριν τα διαβάσει στη Λένα για να δει αν υπήρχε κάτι που δεν έπρεπε να ακούσει και σήμερα ευχαρίστησε τον εαυτό του γι’ αυτή την πρωτοβουλία. Τα λόγια της ήταν πολύ μπερδεμένα. Έκλεισε την οθόνη κι έχωσε το κεφάλι στα χέρια του.
«Άκουσέ με!» η φωνή του ήχησε στο μυαλό του.
«Ξέρω τι θα μου πεις. Δεν πρόκειται να το κάνω!» έκανε κοφτά.
«Πρέπει να τη βρεις. Πρέπει να ειδοποιήσεις κάποιον».
«Έχω τον δικό μου πόνο να αντιμετωπίσω και είναι ήδη πολύ μεγάλος. Δεν θέλω να ειδοποιήσω κανέναν, δεν θέλω να μπλέξω και μπορεί να κάνω λάθος!»
«Πρέπει να με ακούσεις!» του φώναξε ο μονόκερος.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του πέρα-δώθε κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια.
«Ήταν όλα λάθος από την αρχή. Δεν έπρεπε να μπλέξω σε αυτή την ιστορία. Δεν έπρεπε να συνεχίσω να διαβάζω. Δεν έπρεπε… δεν έπρεπε να πιστέψω ότι υπάρχεις. Δεν υπάρχεις…» μουρμούρισε με σφιγμένα δόντια. «Αν υπάρχεις, σημαίνει πως τρελαίνομαι, δεν μπορεί να τρελαίνομαι…» έκανε απελπισμένος.
Όταν άνοιξε τα μάτια, το πανέμορφο πλάσμα είχε εξαφανιστεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε στο μπαλκόνι. Η νύχτα ήταν πολύ γλυκιά. Το απαλό αεράκι του χάιδεψε το πρόσωπο﮲ ένα χάδι που του θύμισε πολύ έντονα το δικό της, τρυφερό χάδι. Κοίταξε την θέα που απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Τα μικρά φώτα της πόλης, λαμπύριζαν μέσα στο σκοτάδι σαν μικρά διαμαντάκια.
«Από μακριά, μοιάζουν με κοσμήματα…» μουρμούρησε. «Αν όμως τα πλησιάσεις, βλέπεις τι είναι πραγματικά».
«Και ποιος σου λέει ότι το πραγματικό είναι αυτό που πιστεύεις ότι θα δεις από κοντά, κι όχι αυτό που βλέπεις τώρα;» άκουσε τη φωνή του στο μυαλό του. «Ποιος σου λέει ότι καθώς τα πλησιάζεις πεπεισμένος για το τι είναι, δεν χάνεται η μαγεία τους στον δρόμο και δεν σου δείχνουν την πραγματική τους μορφή, αλλά αυτή που θέλεις εσύ να δεις; Αν είναι όντως κοσμήματα; Αν είναι όντως διαμάντια; Αν βρίσκεσαι μπροστά σε ένα μαγικό κόσμο κι αντί να απλώσεις το χέρι σου να τον αγγίξεις, ρίχνεις μια πέτρα και διαλύεις την εύθραυστη επιφάνειά του, αποκαλύπτοντας την πεζή πραγματικότητα που εσύ πιστεύεις ότι κρύβεται από κάτω;»
«Θέλω να με πας εκεί που ζουν οι μονόκεροι…» άκουσε πάλι τη φωνή της μέσα στο μυαλό του.
«Κι αν τελικά υπάρχουν μονόκεροι;» μονολόγησε. «Πόσο θα ήθελα να υπάρχεις…» παραδέχτηκε τελικά, «κι ας με πουν τρελό…»
Ο ήχος μια οπλής που χτυπούσε στο πάτωμα τον έκανε να γυρίσει απότομα. Το λευκό τρίχωμά του έλαμπε μέσα στη νύχτα και το κέρας του ήταν πασπαλισμένο με χρυσόσκονη. Η πολύχρωμη χαίτη του, που περιείχε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, ανέμιζε. Ποτέ ως τώρα δεν τον είχε δει μέσα σε αυτή τη μεγαλοπρέπεια. Ίσως γιατί δεν ήθελε πραγματικά να τον δει. Τον πλησίασε και τον χάιδεψε. Εκείνος χλιμίντρισε κι έτριψε τη μουσούδα του στο πρόσωπό του.
«Τι πρέπει να κάνω;» τον ρώτησε κοιτώντας τα μεγάλα, υγρά μάτια του. «Την αστυνομία!» απάντησε αμέσως ο ίδιος στον εαυτό του και σχημάτισε το νούμερο. Μόνο που σύντομα έκλεισε τη γραμμή απογοητευμένος, καθώς δεν θεώρησαν βάσιμη την ανησυχία του. «Και τώρα;»
Ο μονόκερος δεν κούνησε τα χείλη, ωστόσο η φωνή του αντήχησε μέσα στο μυαλό του.
«Να την βρεις. Πρέπει να την βρεις, πριν να είναι πολύ αργά».
«Μα δεν ξέρω πού είναι!» έκανε εκείνος απελπισμένος.
«Ξέρεις. Πρέπει μόνο να σκεφτείς. Η απάντηση είναι στο μυαλό σου» του είπε ήρεμα.
Μπήκε γρήγορα μέσα κι έκλεισε το παράθυρο. Έπρεπε να σκεφτεί. Έπρεπε. Ήταν ζήτημα ζωής. Κάθισε στον υπολογιστή του κι άνοιξε το blog της. Δεν μπορεί. Θα υπήρχε κάτι μέσα σε αυτά που θα μαρτυρούσε την τοποθεσία της. Έπρεπε να υπάρχει. Διάβασε πολλές φορές το τελευταίο κείμενο που είχε γράψει. Ξαφνικά κατάλαβε. Είχε δίκιο ο μονόκερος.
Όρμησε μέσα στο νοσοκομείο και κατευθύνθηκε προς τη ρεσεψιόν.
«Σας παρακαλώ» είπε «θέλω να μου πείτε ποια νοσοκόμα είχε βάρδια χθες το βράδυ στον τέταρτο όροφο, εκεί που είναι η γυναίκα μου και να μου δώσετε τη διεύθυνσή της».
«Το όνομά της να σας το πω, τη διεύθυνσή της όμως δεν μπορώ να σας τη δώσω» αντέδρασε η κοπέλα.
«Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου».
«Μα…»
«Τι συμβαίνει εδώ;»
Ο δόκτωρ Γουίλοου που είχε ακούσει τη φασαρία, πλησίασε. Ο Κόνραντ επανέλαβε την ερώτησή του.
«Του εξήγησα ότι δεν μπορώ να δώσω αυτή την πληροφορία» έκανε απηυδισμένη η κοπέλα.
«Σας παρακαλώ» επέμεινε ο Κόνραντ. «Έχω σοβαρές υποψίες ότι η γυναίκα αυτή μπορεί να αυτοκτονήσει. Η αστυνομία δεν με πίστεψε».
Ο γιατρός τον ζύγισε με το βλέμμα του.
«Μαίρη ξέρεις πού μένει η Κλάρα. Στείλε τον Σμιθ και τον Τζερόμ στο σπίτι της τώρα, κι αν χρειαστεί να σπάσουν την πόρτα!»
Εκείνη σήκωσε αμέσως το τηλέφωνο.
«Η κοπέλα ονομάζεται Κλάρα Ουέλινγκτον» είπε τελικά στον Κόνραντ. «Δεν μας είχε δώσει ποτέ τέτοια ένδειξη για εκείνη, αλλά φυσικά ως γιατρός γνωρίζω πως η κατάθλιψη είναι αόρατη και σιωπηλή για τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά εκκωφαντική κι επικίνδυνη για όσους τη βιώνουν και προσπαθούν να την αντιμετωπίσουν. Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Μπάροουζ. Απόψε ίσως σώσατε μια ζωή» έκανε και τον χτύπησε παρηγορητικά στον ώμο.
«Σε ευχαριστώ» άκουσε τη φωνή του μονόκερου που στεκόταν τόση ώρα δίπλα του.
«Και τώρα;» τον ρώτησε.
«Περιμένουμε» του απάντησε εκείνος.
Ο Κόνραντ κατευθύνθηκε προς τον τέταρτο όροφο. Καθώς ανέβαινε, θυμόταν το τελευταίο κείμενο της κοπέλας που είχε διαβάσει:
«Σήμερα είναι η τελευταία φορά που θα τον δω. Όχι γιατί με άφησε εκείνος, αλλά γιατί θα τον αφήσω εγώ. Ξέρω ότι δεν μπορεί πλέον να με σώσει, όπως δεν μπορεί να με σώσει κανείς. Είμαι ήρεμη όμως και χαρούμενη. Γνωρίζω πως οι ιστορίες μου διαβάζονται, και χαρίζουν μικρά, υπέροχα ταξίδια σε ανθρώπους που δεν είναι καλά και θέλουν να ταξιδέψουν στην πλάτη ενός μονόκερου, όπως ακριβώς θέλω κι εγώ. Σε λίγη ώρα θα έρθει για μια τελευταία φορά, για να με οδηγήσει στο μεγαλύτερο ταξίδι της ζωής μου…»
«… μου χαρίζει ένα υπέροχο ταξίδι κάθε φορά﮲ ένα μικρό, υπέροχο ταξίδι, πριν ξεκινήσω το μεγαλύτερο ταξίδι της ζωής μου…» αυτό του είχε πει η Λένα το προηγούμενο βράδυ λίγο πριν ακούσει την πόρτα του δωματίου της να κλείνει με θόρυβο.
Δεν μπορεί να ήταν σύμπτωση. Η κοπέλα είχε χρησιμοποιήσει τα ίδια ακριβώς λόγια. Και δεν ήταν τυχαίο ούτε το γεγονός ότι η κοπέλα γνώριζε πλέον πως οι ιστορίες της διαβάζονταν κι έδιναν χαρά σε ανθρώπους που δεν ήταν καλά. Ναι, λίγο πριν μπει στο δωμάτιο της γυναίκας του, ήταν σίγουρος πως η κοπέλα αυτή, ήταν η νοσοκόμα που έκλεισε την πόρτα του δωματίου της με θόρυβο κι απομακρύνθηκε αφού τον άκουσε να διαβάζει τις ιστορίες της. Έπρεπε να ήταν.
Πλησίασε στο κρεβάτι της Λένας ακροπατώντας. Ήταν ευγνώμων που δεν είχαν φέρει ακόμα κάποιον άλλον στο δωμάτιο. Κάθισε σε μια καρέκλα κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του. Πόσες αναμνήσεις είχε από αυτό το νοσοκομείο. Πόσες θλίψεις και πόσα δάκρυα ήθελε να αφήσει πίσω του και να μην τα θυμηθεί ποτέ. Μακάρι να μπορούσε να ξεχάσει… Μακάρι να μπορούσε να τα αφήσει όλα πίσω. Την παρατήρησε σιωπηλός. Δεν ένιωθε καμία μαγεία κοντά του αυτή τη στιγμή. Οι πληγές του ήταν ακόμα νωπές και δεν ήξερε πότε και αν θα έκλειναν οριστικά.
«Σε περίμενα» άκουσε την αδύναμη φωνή της.
Σήκωσε το κεφάλι και την είδε να τον κοιτάζει με τα ζεστά, καστανά μάτια της. Ως διά μαγείας, όλη η ταλαιπωρία είχε σβήσει από το πρόσωπό της. Ήταν το ίδιο όμορφη, όπως την πρώτη μέρα που την είχε δει, τότε που την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα﮲ τότε που μια ματιά της ήταν αρκετή για να τον κάνει δέσμιό της για πάντα﮲ τότε που δεν ήξερε ακόμα το τραγικό παιχνίδι που θα τους έπαιζε η μοίρα. Εκείνος της έπιασε τα χέρια, τα φίλησε και τα έτριψε μέσα στα δικά του. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του.
«Μην κλαις…» ψιθύρισε η Λένα και τον χάιδεψε.
«Απέτυχα…» πρόφερε ο Κόνραντ με κόπο. «Απέτυχα να…»
«Δεν απέτυχες…» τον έκοψε. «Με πήγες εκεί που ήθελα να είμαι. Εκεί που ζουν οι μονόκεροι… Έρχεται όμως σιγά σιγά η ώρα να με αφήσεις να μείνω μαζί τους».
Τώρα δεν κοιτούσε αυτόν, αλλά σε ένα σημείο δεξιά του. Γύρισε κι εκείνος και είδε το πανέμορφο πλάσμα να στέκεται δίπλα του. Η Λένα σηκώθηκε με αργές κινήσεις.
«Μην…» έκανε να τη σταματήσει, αλλά εκείνη του χαμογέλασε.
Στάθηκε δίπλα στο μονόκερο και του χάιδεψε τη χαίτη. Με μια ασυνήθιστη δύναμη για την κατάστασή της, ανέβηκε στην πλάτη του. Ο Κόνραντ τους παρακολουθούσε ανήμπορος να αντιδράσει.
«Δεν με χρειάζεσαι πλέον» άκουσε τη φωνή του μαγικού πλάσματος μέσα στο μυαλό του. «Υπήρχα και θα υπάρχω πάντα μέσα σου, αλλά πρέπει να ξέρεις πως η πραγματική μαγεία βρίσκεται παντού γύρω σου. Δεν υπάρχει φαντασία και πραγματικότητα, υπάρχει μόνο αυτό που πιστεύουμε εμείς πως υπάρχει. Θα είμαι πάντα εδώ, αλλά εσύ δεν θα με χρειαστείς ποτέ ξανά…»
Λέγοντας αυτά, άρχισε να υψώνεται.
«Θα σε αγαπάω πάντα…» του ψιθύρισε εκείνη.
Οι σιλουέτες τους έγιναν διάφανες, πέρασαν μέσα από το παράθυρο και πέταξαν ψηλά, ξεθωριάζοντας μέσα στον σκοτεινό ουρανό.
Εκείνη τη στιγμή, ο μονότονος ήχος που ακουγόταν από το μηχάνημα που κατέγραφε τους καρδιακούς της παλμούς, έγινε ένα αδιάκοπο σφύριγμα.
Η Κλάρα στο κρεβάτι της εντατικής άνοιξε τα μάτια.
***
Λίγες ώρες αργότερα, κι ενώ είχε πλέον ξημερώσει, ο Κόνραντ βρισκόταν ακόμη στο δωμάτιο και κοιτούσε το άδειο κρεβάτι της﮲ το κρεβάτι που είχε περάσει τους τελευταίους χειρότερους μήνες της ζωής της. Φοβόταν ότι αν έβγαινε έξω, έπρεπε να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα και δεν ήξερε αν ήταν έτοιμος να το κάνει.
«Είσαι» μάλωσε τον εαυτό του. «Αλλιώς ο μονόκερος δεν θα σε είχε αφήσει».
Τη στιγμή που κατευθυνόταν προς την έξοδο, η πόρτα του δωματίου άνοιξε και μια στρουμπουλή νοσοκόμα, έφερε μέσα ένα φορείο, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένη μια κατάξανθη κοπέλα με λευκό δέρμα. Τα χέρια της ήταν τυλιγμένα με γάζες.
«Καλή μου Κλάρα, ευτυχώς σε προλάβαμε» την άκουσε να ψιθυρίζει τη στιγμή που περνούσε από δίπλα του.
Ο Κόνραντ, γύρισε και κοίταξε το όνομα που έγραφε στα χαρτιά που κρατούσε.
«Κλάρα Ουέλινγκτον»
Θα ορκιζόταν, ότι ήταν γραμμένο με πολύχρωμη χρυσόσκονη.
Ερωδίτη Παπαποστόλου

One response to “Εκεί που Ζουν οι Μονόκεροι”
Υπέροχο, εξαιρετικό