Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Τζακ Κάρτερ, προχωρούσε γρήγορα μέσα στη βροχή εκείνη τη νύχτα. Το σπίτι του βρισκόταν στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, σε μια ήσυχη γειτονιά του Λονδίνου, που δεν τραβούσε τα βλέμματα του κόσμου, όπως ακριβώς ήθελε να μην κάνει κι ο ίδιος. Αυτός ήταν και ο λόγος, που το θυροτηλέφωνό του ήταν το μόνο χωρίς όνομα∙ ή η αιτία που άλλαζε εμφάνιση συχνά.
Μπήκε στο σπίτι. Έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα, και άνοιξε μηχανικά την τηλεόραση αφήνοντας τον ήχο χαμηλά. Κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Στο τραπεζάκι μπροστά της, ήταν μόνιμα ακουμπισμένο ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Κάθε βράδυ, έπινε ένα ποτήρι. Ήταν η ρουτίνα του και δύσκολα την άλλαζε. Αυτό, και το τσιγάρο που επέτρεπε στον εαυτό του να καπνίζει δυο φορές την εβδομάδα. Και σήμερα, ήταν η μία από αυτές.
Το άναψε και ρούφηξε μια μεγάλη τζούρα νικοτίνης. Το πρόσωπό του φάνηκε να ξεθωριάζει πίσω από το αχνό σύννεφο που αιωρήθηκε μπροστά του.
Έπειτα γέμισε το ποτήρι, το πήρε στο χέρι και το παρατήρησε υπό το φως του φανοστάτη. Το πορφυρό υγρό λαμπύριζε. Ήπιε μια γουλιά και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το μικρό δρομάκι κάτω από την πολυκατοικία του ήταν ήσυχο, μπορούσε όμως να ακούσει τη λεωφόρο που έσφυζε από ζωή. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Δεν του άρεσε να συναναστρέφεται με ανθρώπους. Προτιμούσε να παρατηρεί από μακριά την κίνηση και τη ζωή. Άκουγε όσα “έλεγαν” οι άνθρωποι χωρίς να μιλούν. Και… ήταν πολλά και εκκωφαντικά.
Στην οθόνη της τηλεόρασης, φιγουράριζαν οι τίτλοι του δελτίου ειδήσεων:
“Ο καταξιωμένος μαθηματικός Άντον Λουκόνοβ εξακολουθεί να αγνοείται μαζί με τον γιο του” διάβασε χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία.
Ήπιε μια ακόμα γουλιά, σκεπτικός.
Μετά την τελευταία του υπόθεση με τους φόνους στο Μέλβιλ, είχε αποφασίσει να απέχει από τη δουλειά για ένα διάστημα. Ήθελε να μείνει στο περιθώριο, όπως του άρεσε να κάνει από παιδί. Να βρει τον εαυτό του. Ίσως να έβρισκε και κάποια…
Κούνησε το κεφάλι του απότομα. Όχι.
Ο Τζακ δεν ήθελε να κάνει σχέσεις. Η μοναδική του, ήταν πριν πολλά χρόνια και είχε λήξει άδοξα. Ήταν καλύτερα έτσι, υπέθεσε. Άλλωστε… πάντα ένιωθε πως υπήρχε κάτι άλλο, κάτι που δεν είχε συναντήσει ακόμη.
Αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που έγινε ιδιωτικός ντετέκτιβ και μάλιστα θεωρούταν από τους καλύτερους˙ και αυτό γιατί δεν άντεχε το ψέμα, την αδικία και το έγκλημα. Το επάγγελμα αυτό, ήταν ο τρόπος του να ξεφεύγει από την πεζή καθημερινότητα, να ψάχνει όσα κρύβονται πίσω από τις λέξεις και τα φαινόμενα, να τα φέρνει στην επιφάνεια και να αποκαλύπτει την “άλλη” πλευρά της ζωής, αυτήν που δεν μπορούν όλοι να δουν.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον έκανε να σηκωθεί και να πλησιάσει στο γραφείο.
«Παρακαλώ… Ο ίδιος» είπε μετά από μια παύση. «Στο Παρίσι; Μα εγώ δεν έχω καμία σχέση με τη Γαλλία» ξεφύσησε. «Εντάξει» υποχώρησε τελικά. «Ναι, αν αποφασίσω να αναλάβω, δεν θα αποκαλύψω πουθενά την ταυτότητά σας. Ακούω».
Ο συνομιλητής του, του εξιστόρησε όλα όσα έπρεπε να γνωρίζει για την κλοπή του πίνακα που συνέβη μια εβδομάδα νωρίτερα. Και όσα άκουσε, άλλαξαν όλα τα δεδομένα σχετικά με τις σκέψεις του να αποτραβηχτεί. Λίγα λεπτά αργότερα αφού έκλεισε τη γραμμή, έλαβε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του. Πριν καλά – καλά τελειώσει τη μελέτη του, είχε ήδη σχηματίσει στο μυαλό του ένα πλάνο με τις ενέργειες που θα έπρεπε να γίνουν μόλις έφτανε εκεί. Τράβηξε ένα γαλλικό βιβλίο από ένα ράφι πίσω του και ξεκίνησε να το διαβάζει. Έπρεπε να φρεσκάρει τα γαλλικά του.
***
Ήταν εννέα ημέρες που ο Γκαστόν καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα.
Το σπίτι δεν τον χωρούσε. Ακόμη δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει, ότι λίγο πριν τη μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας του, το όνειρό του ναυάγησε τόσο άδοξα.
Καθόταν στο ατελιέ προσπαθώντας εδώ και ώρες να συγκεντρωθεί και να ζωγραφίσει κάτι, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να κάνει ακαθόριστα σχήματα. Στο τέλος δεν άντεξε. Έσκισε με μανία το χαρτί, το τσαλάκωσε, και το πέταξε μαζί με το πινέλο και την παλέτα στον τοίχο, γεμίζοντάς τον πολύχρωμες πιτσιλιές. Σηκώθηκε απότομα, ανέβηκε στον επάνω όροφο κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα του υπογείου.
Η αξία του σπιτιού του άγγιζε το ύψος πολλών εκατομμυρίων. Πουλώντας το, θα μπορούσε να ξεπληρώσει δυο και τρεις φορές τα χρέη του – δεν ήθελε όμως να το αποχωριστεί. Προτιμούσε να κάνει οικονομία στο ρεύμα, στη θέρμανση, στην καθαριότητα, ακόμα και στο φαγητό πολλές φορές, παρά να μείνει σε κάποιο άλλο φθηνότερο. Η οικονομική του κατάσταση τού επέτρεπε να πληρώνει οικιακή βοηθό μια φορά το μήνα. Μπήκε στο μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Ούτε ο ίδιος δεν αναγνώριζε τον εαυτό του.
Τα άλλοτε ζωηρά, γαλανά του μάτια, του ανταπέδιδαν το βλέμμα κενά και κουρασμένα, ενώ τα λαμπερά, ξανθά του μαλλιά, έπεφταν πλέον σαν ακαθόριστες ξεμαλλιασμένες τούφες στο μέτωπό του. Το φρέσκο, νεανικό του πρόσωπο, έμοιαζε γερασμένο, με μαύρους κύκλους και ρυτίδες. Ήταν πραγματικά τρομακτικό, το πώς ο άλλοτε όμορφος και γοητευτικός άντρας, που όλοι έλεγαν ότι θύμιζε πρίγκιπα των παραμυθιών, είχε αλλάξει και μεταμορφωθεί μέσα σε τόσο λίγες μέρες. Σήκωσε τη γροθιά κι ετοιμάστηκε να χτυπήσει τον καθρέφτη, νευριασμένος με την εικόνα που έβλεπε, αλλά μετάνιωσε. Αφού κοίταξε λίγο ακόμη το είδωλό του στα μάτια, έκανε μεταβολή. Χρειαζόταν πιο δραστικές κινήσεις αν ήθελε άμεσα αποτελέσματα.
***
Η Ανελίζ Μονσούν έβγαλε τα μαύρα γυαλιά της και στάθηκε στο πεζοδρόμιο περιμένοντας να ανάψει το φανάρι για τους πεζούς.
Το χλωμό της δέρμα και τα κατάξανθα μαλλιά της που ήταν πιασμένα σε πολύ σφιχτό κότσο στη βάση του αυχένα, ερχόταν σε αντίθεση με τα μαύρα ρούχα της, κάνοντάς την να μοιάζει με φάντασμα που προσπαθούσε να κρύψει τον θάνατό του, κάτι που εντεινόταν ακόμη περισσότερο από μια ουλή που απλωνόταν από την αρχή του αριστερού της φρυδιού, έως το μάγουλό της. Μπορούσε να απαλλαγεί από αυτήν, αλλά δεν ήθελε. Την απέκτησε τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας της, προσπαθώντας να προστατεύσει τη μητέρα της και την ίδια από αδίστακτους διαρρήκτες που είχαν εισβάλλει σπίτι τους για να κλέψουν έναν πίνακα μεγάλης αξίας. Από τότε είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή της στην καταπολέμηση αντίστοιχων εγκλημάτων. Κατάφερε να μπει στην OCBC (κεντρικό γραφείο για την καταπολέμηση της εμπορίας πολιτιστικών αγαθών) σε νεαρή ηλικία και τώρα, που είχε φτάσει πλέον σαράντα ετών, ήταν αρκετά ψηλά στην ιεραρχία.
Το κινητό άρχισε να δονείται στην τσέπη της.
«Παρακαλώ, αρχηγέ» απάντησε αμέσως. «Περιμένω την αναφορά της αστυνομίας για τον πίνακα. Γνωρίζω πως έχει κληθεί ένας παγκοσμίου φήμης ντετέκτιβ για την υπόθεση. Μην ανησυχείτε» είπε με ένα ελαφρύ μειδίαμα. «Θα είμαι συνεχώς ένα βήμα πίσω του. Και μετά, θα βγω μπροστά του» τον καθησύχασε.
Έβαλε το κινητό στην τσέπη κι ετοιμάστηκε να φορέσει τα γυαλιά της. Το τρομαγμένο βλέμμα όμως ενός μικρού κοριτσιού που παρατηρούσε την ουλή της, την έκανε να αλλάξει γνώμη. Έστρεψε πιο πολύ το πρόσωπο προς το μέρος του παιδιού για να φαίνεται καλύτερα και περίμενε το φανάρι.
***
Ο Τζακ βρισκόταν από νωρίς το πρωί στο γραφείο του ντε Λου. Ο αρχηγός έλειπε κι έτσι προσπαθούσε να εκμαιεύσει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε από τον Φαμπερζό. Μόνο που εκείνος, δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος και δεν έβλεπε την ώρα να τον διώξει. Την έντονη διαφωνία τους διέκοψε ο ήχος του τηλεφώνου. Ο υπαρχηγός το σήκωσε συνοφρυωμένος.
«Όχι, είμαι απασχολημένος» απάντησε ενοχλημένος. «Καλά» υποχώρησε. «Ας περάσει».
Η πόρτα του γραφείου άνοιξε και μπήκε ο ζωγράφος.
«Καλημέρα» απευθύνθηκε στους δύο άντρες.
«Να σας προσφέρω κάτι;» ρώτησε ο Φαμπερζό.
«Ο λόγος της επίσκεψής μου δεν είναι κοινωνικός!» επιτέθηκε αμέσως εκείνος.
«Βρήκατε κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει στον πίνακά μου;»
«Μέχρι στιγμής δεν…» πήγε να πει εκείνος, αλλά ο Γκαστόν τον διέκοψε.
«Ήμουν σίγουρος!» αναφώνησε και πετάχτηκε όρθιος. Η καρέκλα πίσω του κόντεψε να πέσει, αλλά την τελευταία στιγμή την έπιασε ο Τζακ. «Δεν κάνατε καμία πρόοδο έτσι; Αμφιβάλλω αν ασχολείστε καν!» φώναξε, χτυπώντας το χέρι στο γραφείο.
«Κύριε Ρενό σας παρακαλώ! Χαμηλώστε τους τόνους. Φυσικά και ασχολούμαστε».
Ο Γκαστόν είχε αναψοκοκκινίσει κι ανέπνεε βαριά.
«Έχουν περάσει μέρες!» αντέτεινε και πλησίασε το πρόσωπό του κοντά στου Φαμπερζό.
Εκείνος έγειρε στην πλάτη της καρέκλας του.
«Λυπάμαι, μα πρόκειται για μια πολύ περίεργη κλοπή. Να είστε σίγουρος» τον διαβεβαίωσε, «πως θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας».
Ο Γκαστόν πήγε πάλι να φωνάξει, αλλά κρατήθηκε.
«Το καλό που σας θέλω».
Στη συνέχεια έφυγε χτυπώντας με δύναμη την πόρτα.
Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν.
«Καλή τύχη» σχολίασε σαρκαστικά ο Τζακ και αποχώρησε.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο ντετέκτιβ περπατούσε στη μεγάλη πλατεία της περιοχής.
Αν και τα σύννεφα είχαν σχηματίσει ένα πυκνό στρώμα κάτω από τον ουρανό, η ζέστη ήταν αρκετή, οπότε κάθισε σε ένα καφέ έξω, για να μελετήσει τα στοιχεία. Περιμένοντας την παραγγελία του, ακούμπησε ένα μικρό, σπιράλ τετράδιο πάνω στο τραπεζάκι κι άρχισε να σημειώνει.
Ξεκίνησε με τα ονόματα των άμεσα εμπλεκομένων: Στη μια άκρη του χαρτιού έγραψε “Μαλβίνα Σαντορέλ” και στην άλλη “Γκαστόν Ρενό”. Ανάμεσά τους, σημείωσε το όνομα του πίνακα.
Ποιο ήταν;
Το θυμήθηκε σχεδόν αμέσως. “Τα Δάκρυα του Ουρανού”.
Ακούμπησε το στυλό στην άκρη των χειλιών του κι έστρεψε το βλέμμα προς την πλατεία. Ένας πίνακας που δεν είδε κανείς, εκτός από τον ζωγράφο και το προσωπικό της γκαλερί, σκέφτηκε. Γιατί να θέλει κάποιος να κλέψει έναν πίνακα που δεν έχει δει άλλος κανείς; συνέχισε τις σκέψεις του. Πώς είναι δυνατόν να κλέψει κάποιος έναν πίνακα, όταν δεν τον έχει δει ούτε καν ο ίδιος;
Έσκυψε και πάλι στο σημειωματάριο. Έβγαλε μια χοντρή κόλλα από τον φάκελο και την κοίταξε συνοφρυωμένος. Στη συνέχεια, άρχισε να σημειώνει κάτω από το όνομα της Μαλβίνας μερικά ακόμα: Νέστορ (γιος), Φλοριάν Ντεσκοπάλ, Λουκ Μποσαντέ, Γιολάντα Ρούμπεν.
Οι εργαζόμενοι της γκαλερί.
Έγραψε και κάτι ακόμα από κάτω· “Κοπέλα”. Και μετά, πρόσθεσε τη λέξη “Πραγματική”. «Πραγματική Κοπέλα» μονολόγησε. Την κοπέλα που είχε ζωγραφίσει ο Γκαστόν, την είχε γνωρίσει στα αλήθεια.
Τι είχε απογίνει η κοπέλα; Γνώριζε πως ήταν η πρωταγωνίστρια αυτού του πίνακα; Ποια ήταν;
Έβαλε ένα ερωτηματικό κάτω από το “Πραγματική Κοπέλα” και ψαχούλεψε μέσα στον φάκελο.
Έβγαλε μια λίστα με ονόματα. Ήταν οι καλεσμένοι της εκδήλωσης.
Δίπλα σε κάθε έναν, υπήρχε μια σημείωση για το αν παρέμειναν στην γκαλερί μέχρι να έρθει η αστυνομία. Πέντε άτομα είχαν φύγει. Και ο Τζακ, ήθελε να επισκεφτεί πρώτα εκείνους που αποχώρησαν. Ίσως από ένστικτο, ίσως από την πολυετή πείρα, ήταν σίγουρος πως όσοι δεν ήθελαν πάρε δώσε με τις αρχές, θα είχαν να πουν και τα περισσότερα.
Έκανε να ζητήσει τον λογαριασμό, αλλά την προσοχή του τράβηξαν τα γέλια μιας παρέας κοριτσιών σε ένα από τα διπλανά τραπέζια. Έδειχναν ένα σημείο στην πλατεία. Έστρεψε το βλέμμα του προς τα κει και αντίκρισε έναν άνδρα καθισμένο στο κεντρικό σιντριβάνι να… ψαρεύει! Γύρω του είχε μαζευτεί πολύς κόσμος που γελούσε με το θέαμα.
«Ποιος είναι;» ρώτησε τον σερβιτόρο στα γαλλικά όταν του έφερε την απόδειξη.
«Ο Βίκτορ. Ο –ας το πούμε– τρελός της περιοχής. Ποιος ξέρει τι μπορεί να κουβαλάει μέσα του ο φουκαράς…» κούνησε συμπονετικά το κεφάλι του κι απομακρύνθηκε.
Ο Τζακ πέρασε δίπλα από το σιντριβάνι, τη στιγμή που το πλήθος αποδοκίμαζε τον Βίκτορ. Εκείνος δεν τους έδινε σημασία. Τα πυκνά ακατάσταστα γκρίζα μαλλιά του έφταναν μέχρι τους ώμους και φαινόταν ότι είχε βδομάδες να ξυριστεί. Φορούσε ένα σκοροφαγωμένο πουκάμισο, ενώ το ψαράδικο παντελόνι του ήταν γεμάτο τρύπες.
Τα βλέμματα των δύο αντρών συναντήθηκαν, και καθώς εκείνος σιγοτραγουδούσε κοίταξε επίμονα τον ντετέκτιβ, ο οποίος πάγωσε για μερικά δευτερόλεπτα. Ένιωσε μια ξαφνική αίσθηση ντροπής που τον περιεργαζόταν τόσο απροκάλυπτα.
Στράφηκε αμέσως από την άλλη μεριά, και ξεκίνησε για τις πρώτες ανακρίσεις.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
Συνεχίζεται…
Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Τρίτο Κεφάλαιο”
[…] Προηγούμενο […]