Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα εις μνήμην

Η γιαγιά Ανδρονίκη έπεσε καταμεσής της κουζίνας του διαμερίσματός της και παρέμεινε εκεί αβοήθητη για τουλάχιστον τρεις ώρες. Όσο και αν πάσχισε να σηκωθεί δεν τα κατάφερε, ούτε τα πόδια της την βαστούσαν, ούτε και η μέση της. Πεσμένη και αξιοπρεπής προσπάθησε να συρθεί όσο πιο κοντά στην είσοδο του σπιτιού μπορούσε, αλλά της ήταν πραγματικά αδύνατον. Η φωνή της με το ζόρι ακουγόταν μέχρι την είσοδο και οι εκλύσεις της για βοήθεια άλλαζαν συχνότητα κάθε ώρα. Εξαντλημένη και αδύναμη, φοβόταν πως ίσως έμενε εκεί μέχρι να κλείσει τα μάτια της για πάντα! Παρόλα αυτά μέσα στην ατυχία της στάθηκε τυχερή και ο Νίκος, ο γείτονάς της, άκουσε την απαλή φωνή της να ζητά βοήθεια καθώς έβγαινε από τον ανελκυστήρα.

«Κυρά Ανδρονίκη; Εσύ είσαι; Τι συνέβη; Nα καλέσω ασθενοφόρο;!»
«Νίκο, Νίκο μου! Έπεσα και είμαι στη κουζίνα, δεν μπορώ να σηκωθώ! Δεν χτύπησα και δοξάζω τον Θεό που με προστάτεψε, μεγάλη η χάρη Του! Άκουσέ με Νικόλα μου… κάτω από την γλάστρα με τα κυκλάμινα έχω το κλειδί της πόρτας. Στο πιατάκι το έχω, τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο. Βρες το σε παρακαλώ και άνοιξε να ‘ρθεις να με βοηθήσεις να σηκωθώ! Μεσημέριασε και εγώ ακόμα φαγητό δεν έκανα! Πάρε σε παρακαλώ τηλέφωνο τον εγγονό μου τον Λευτέρη να του πεις τι έγινε και ότι είμαι καλά!»
«Ένα, ένα θα γίνουν όλα κυρά Ανδρονίκη, μην μου στεναχωριέσαι μόνο! Όσο για το φαγητό θα σε φιλέψουμε εμείς σήμερα.»

Ο Νίκος ξεκλείδωσε την πόρτα και σχεδόν τρέχοντας κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η κυρά Ανδρονίκη με βλέμμα ανακούφισης άπλωσε τα χέρια της και ένα πικραμένο αλλά γλυκό χαμόγελο φωτίστηκε το πρόσωπό της. Τρεις ολόκληρες ώρες στο πάτωμα της κουζίνας ήταν μεγάλη ήττα για τον εγωισμό της. Χάρη στη βοήθεια του Νίκου δεν άργησαν να τα καταφέρουν και με την δεύτερη προσπάθεια η κυρά Ανδρονίκη στεκόταν όρθια πια. Υποβασταζόμενη προχώρησε προς το καθιστικό και ο Νίκος την βοήθησε να καθίσει στον καναπέ.

«Ευχαριστώ Νίκο μου για την βοήθειά σου! Ο Θεός να σε έχει καλά! Με έσωσες! Τον εγγονό μου τον πήρες τηλέφωνο;»
«Να είσαι καλά κυρά Ανδρονίκη! Πρέπει να προσέχεις όμως, μεγάλωσες πια και από τότε που έφυγε ο κυρ Λευτέρης όλο κάτι σου συμβαίνει. Σε πρόσεχε ο συγχωρεμένος και τώρα χρειάζεσαι βοήθεια ακόμα περισσότερο. Αν θέλεις την γνώμη μου, θα ήτανε καλό να έρθει εδώ να μείνει ο Λευτέρης, ο εγγονός σου, να σε προσέχει και να τον προσέχεις. Το σπίτι μεγάλο είναι, άνετο είναι… και σ’ αγαπάει σαν μάνα του! Μια κουβέντα σου χρειάζεται και θα έρθει εδώ. Θα τον πάρω τηλέφωνο να του πω τι συνέβη και εσύ μην έχεις τόσο εγωισμό. Χρειάζεσαι βοήθεια! Αν δούλευα πρωινή βάρδια σήμερα δεν θα ήμουν σπίτι και δεν θα σε άκουγα.»

Η κυρά Ανδρονίκη δεν είπε κουβέντα, έσκυψε το κεφάλι, έγνεψε καταφατικά και φίλησε τα χέρια του Νίκου. Ο Νίκος την αγκάλιασε και πήγε στο σπίτι του να της φέρει ένα πιάτο φαγητό και λίγο ψωμί. Κλείνοντας την πόρτα πίσω του, τηλεφώνησε στον Λευτέρη για να του πει τι συνέβη σήμερα, για αυτόν ήταν σίγουρο πως θα ήθελε να γνωρίζει αν κάτι τέτοιο συνέβαινε στη μάνα ή στην γιαγιά του.

«Έλα Λευτέρη, συγνώμη αν σε ενοχλώ, αλλά η γιαγιά σου έπεσε σήμερα στη κουζίνα και ήταν εκεί για πολλές ώρες. Ευτυχώς γυρίζοντας στο σπίτι την άκουσα που φώναζε για βοήθεια και πήγα να την βοηθήσω. Μην ανησυχείς, είναι καλά! Απλά δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνη της. Από τύχη δεν χτύπησε, να ξέρεις. Εγώ της είπα να σου προτείνει να μείνετε μαζί, αλλά έχει εγωισμό και δεν νομίζω να το παραδεχτεί πως χρειάζεται βοήθεια. Ε ναι, σοβαρά στο λέω, αφού πέθανε ο παππούς σου βάρυνε η γυναίκα. Σήμερα ήμουν εδώ, αλλά αν συμβεί αύριο πάλι; Σόρρυ για το θάρρος, αλλά για εμένα είσαστε οικογένειά μου. Έλα όσο πιο σύντομα μπορείς φίλε. Σοβαρά…»
« …Σε ευχαριστώ Νίκο, σου χρωστάω! Μην τα ξαναλέω! Θα προσπαθήσω να έρθω το σαββατοκύριακο και θα μείνω όσο με παίρνει. Τα λέμε από κοντά.»

Ο Λευτέρης αγαπούσε την γιαγιά του σαν μάνα και πριν μερικά χρόνια, μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα που στέρησε την ζωή των γονιών του, η αγάπη τους έγινε ακόμη πιο δυνατή. Τότε ο Λευτέρης εργαζόταν σε μια πολυεθνική εταιρεία στην Αθήνα και αυτή η δουλειά ήταν η θεραπεία για τον βαθύ του πόνο.

Ο κυρ Λευτέρης και η κυρά Ανδρονίκη έχασαν τον μοναχογιό τους και έχοντας το εγγόνι τους μακριά, τους έκανε να νιώθουν πως απλά ζούσαν όλοι μαζί στην Αθήνα.
Του έμοιαζε τόσο πολύ του πατέρα του ο Λευτέρης, που κάθε φορά που τον αντίκριζε η κυρά Ανδρονίκη, γέμιζε η καρδιά της χαρά και τα μάτια της βαριά δάκρυα, κάτι που πιθανόν να ήταν και ο λόγος που δεν έβρισκε το θάρρος να του ζητήσει να έρθει να την βοηθήσει. Ήταν σαν μαχαιριά η κάθε φορά που έβλεπε τον Λευτέρη και η χαρά μόνο απάλυνε τον πόνο της για λίγο. Πονούσε και το εγγόνι της που έμεινε ορφανό και μόνο. Όποτε πήγαινε να τους επισκεφτεί, έδινε παράσταση, καθώς προσπαθούσε να κρύψει τον πόνο της για εκείνες τις λίγες μέρες που έμεναν μαζί. Τώρα όμως;

Ο Λευτέρης έφτασε Παρασκευή βράδυ στη Θεσσαλονίκη και του ήταν αδύνατον να βρει να παρκάρει κοντά στο σπίτι. Εξαντλημένος από το ταξίδι, αποφάσισε να αφήσει το αυτοκίνητο στο πιο κοντινό parking και να διασχίσει με τα πόδια ένα μέρος της απόστασης για να πάει στο σπίτι της γιαγιάς του. Το διαμέρισμα της κυρά Ανδρονίκης άνηκε στα πεθερικά της, μέχρι που τους το παραχώρησαν όταν παντρεύτηκαν το 1963. Ο κυρ Λευτέρης γεννήθηκε και μεγάλωσε σε εκείνη την γειτονιά και η χαρά του ήταν μεγάλη όταν οι γονείς του τους ανακοίνωσαν πως θα τους δώσουν το σπίτι. Το αγαπούσε πολύ το σπιτικό τους. Μα ο ξαφνικός θάνατος του γιού τους του κόστισε πολύ και ένιωθε χαμένος μέσα στους τείχους του σπιτιού που κάποτε τόσο αγαπούσε. Δεν μιλούσε ο κυρ Λευτέρης, δεν μοιραζόταν τις σκέψεις του και έτσι με βουβό πόνο έφυγε από την ζωή λίγο καιρό μετά τον χαμό του γιου τους. Η κυρά Ανδρονίκη έμεινε μόνη να αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια της για το “παιδί”, τον Λευτέρη της. Και ο Λευτέρης της με το κλειδί στο χέρι ήταν έτοιμος να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού τους και να ανταμώσουν μετά από πολύ καιρό.

«Γιαγιά; Εγώ είμαι, έφτασα!»
«Παλικάρι μου! Λευτέρη μου! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Σου ετοίμασα το αγαπημένο σου για απόψε, κοκκινιστό με πατάτες όπως όταν ήσουνα μικρός! Σε ευχαριστώ πολύ που ήρθες, αν και δεν ήθελα να σε βάζω σε τέτοιο μπελά. Ο Νίκος με ταρακούνησε λίγο και συμφώνησα να σου πει να έρθεις…»
«Ρε γιαγιά, πάλι τα ίδια θα λέμε; Είσαι η αγάπη μου, το κορίτσι της καρδιάς μου και η διπλή μου μάνα! Δεν θέλω να στενοχωριέσαι, ευκαιρία έψαχνα να βρω για να έρθω να σε δω! Θα μείνω και για κάμποσο καιρό, να ξέρεις. Οπότε ετοιμάσου για πολλές αγκαλιές και αγάπες!»

Η κυρά Ανδρονίκη χαμογέλασε και γεμάτη χαρά σκούπισε τα δάκρυά της με τα μικρά της ρυτιδιασμένα χέρια. Ένιωθε τόσο περήφανη για τον εγγονό της, που μέσα από τις τόσες αντιξοότητες κατάφερε να είναι ο άντρας που είναι σήμερα.
«Πάμε αγόρι μου στη κουζίνα, το φαγητό θα κρυώσει. Χαίρομαι τόσο που είσαι εδώ! Ό,τι θέλεις να μου λες να στο φτιάχνω, όλα τα καλά αξίζεις!»

Ο Λευτέρης ευχαριστήθηκε το φαγητό της γιαγιάς Ανδρονίκης και η γεύση του ξύπνησε παιδικές αναμνήσεις. Ευγνώμων για την αγάπη και την φροντίδα της, προσπαθούσε να της φτιάξει την διάθεση κάνοντάς την να γελάσει με την καρδιά της. Η ώρα ήταν περασμένη και σηκώθηκαν από το τραπέζι μαζεύοντας τα πιάτα. Ο Λευτέρης σκούπισε το τραπέζι και άφησε τα ποτήρια στον νιπτήρα γυρίζοντας προς την γιαγιά του που έβαζε νερό στο ψυγείο.
«Γιαγιά, καθώς ερχόμουν εδώ, πέρασα μπροστά από το εγκαταλελειμμένο σπίτι στον κεντρικό δρόμο και συνάντησα μερικά σκυλιά που ήταν από έξω. Γαύγιζαν αγριεμένα και μου φάνηκε πολύ παράξενο. Γέμισε η γειτονιά αδέσποτα ή απλά έτυχε εκείνη την ώρα;»
«Τι να σου πω παιδί μου, δεν ξέρω. Τέτοια ώρα δεν βγαίνω από το σπίτι. Ρώτησε αύριο τον Νίκο αν θέλεις, εκείνος μπορεί να ξέρει.»

Ο Λεύτερης κούνησε καταφατικά το κεφάλι, φίλησε την γιαγιά του στο μέτωπο, είπαν καληνύχτα και ο καθένας πήγε προς το δωμάτιό του. Η μέρα ήταν γεμάτη και αρκετά κουραστική για τον Λευτέρη, αλλά δεν είχε ύπνο. Άνοιξε το ραδιόφωνο στο δωμάτιό του και άφησε την μουσική να τον συντροφεύει όσο τακτοποιούσε τα πράγματά του στη ντουλάπα. Φτάνοντας σχεδόν στα μισά της βαλίτσας, κάθισε στο κρεβάτι κρατώντας μια κορνίζα. Το πρόσωπό του άλλαξε, φαίνονταν θλιμμένος και ένα απαλό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, σχεδόν σαν ζωγραφιά. Έμεινε εκεί κρατώντας την κορνίζα στα χέρια του και κοιτάζοντας την φωτογραφία έμοιαζε σαν να έκανε διαλόγους νοητούς στο μυαλό του. Χαμογελώντας ξανά ένα δάκρυ κύλησε στο δεξί του μάγουλο, “Σας αγαπώ, μου λείπετε πολύ. Και στη γιαγιά λείπετε πολύ και ας μην το λέει.” είπε ο Λευτέρης και άφησε την κορνίζα πάνω στο κομοδίνο. Η φωτογραφία στη κορνίζα ήταν από τις τελευταίες διακοπές με τους γονείς του στην Αμοργό, πριν το δυστύχημα που τους στέρησε την ζωή και την έπαιρνε μαζί του όπου και να πήγαινε.

Την ημέρα που συνέβη το δυστύχημα, ο Λευτέρης ένιωσε πως μέσα του έσπασε κάτι, πως από εδώ και πέρα θα έπρεπε να ζει με μια άβολη, σκληρή αλήθεια που δεν ήταν έτοιμος να αποδεχτεί. Ταυτόχρονα όμως ένιωθε τόσο τυχερός που είχε αυτούς τους γονείς και που μεγάλωσε σε μια τέτοια οικογένεια, δεμένη και ενωμένη με βαθιά αγάπη. Πολλές φορές αδυνατούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν, αλλά ένιωθε γύρω του την παρουσία τους και την στοργική τους αγάπη να τον περικλείει. Κάθε φορά που αντιμετώπιζε κάποια δυσκολία, τους ένιωθε εκεί, μαζί του.

Την ημέρα μετά το τηλεφώνημα του Νίκου για την γιαγιά Ανδρονίκη, ο Λευτέρης κάθισε στο κρεβάτι του κοιτάζοντας την φωτογραφία των γονιών του και ένιωσε στην καρδιά του ότι έπρεπε να φύγει για Θεσσαλονίκη όσο πιο σύντομα μπορούσε. Μάζεψε τα πράγματά του και με την πρώτη ευκαιρία βρέθηκε εκεί. Η γιαγιά Ανδρονίκη ήταν περήφανος άνθρωπος, ξεροκέφαλος ενίοτε και ποτέ δεν θα παραδεχόταν πως χρειάζεται βοήθεια. Να είναι καλά ο Νίκος που τον ενημέρωσε και τον παρότρυνε να έρθει. Τον εμπιστευόταν πολύ τον Νίκο και πάντα τον θεωρούσε φίλο και αδερφό του. Αύριο σκόπευε να τον ευχαριστήσει από κοντά για όσα έκανε για αυτούς και με όλες αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε.

Το πρωί, η γιαγιά Ανδρονίκη ξεσήκωσε δουλειές και συμμαζέματα στο σπίτι, αλλά πρώτα έφτιαξε μια γενναιόδωρη ποσότητα αυγόφετες για τον εγγονό της και τις άφησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Η μυρωδιά έφτανε μέχρι τον διάδρομο της πολυκατοικίας και φυσικά μέχρι το δωμάτιο του Λευτέρη, ο οποίος είχε ήδη ξυπνήσει αλλά δεν έλεγε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Το δωμάτιό του πάντα του θύμιζε διακοπές, ξεκούραση και ξεγνοιασιά, όλα αναμνήσεις από παιδικά του χρόνια. Όπως και εκείνοι οι χτύποι της γιαγιάς Ανδρονίκης στην πόρτα του…

«Λευτέρη μου, ακόμα κοιμάσαι αγόρι μου; Σήκω και σου έκανα αυγόφετες που σου αρέσουν! Έχω και καφέ να σου βράσω! Άντε μάτια μου… και θέλω να με βοηθήσεις και με δύο τρία πράγματα, καλά;»
«Καλημέρα γιαγιά! Τώρα θα έρθω, δεν αργώ. Α και μη σηκώσεις τίποτα μόνη σου, έρχομαι!»

Ο Λευτέρης ντύθηκε, πήγε στο μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και πήγε στη κουζίνα. Επάνω στο τραπέζι βρισκόταν η πιατέλα με τις αυγόφετες που έφτιαξε η γιαγιά Ανδρονίκη και μια αχνιστή κούπα ελληνικού καφέ. Η ώρα είχε πάει 11:00 και ήταν ήδη εκτός της καθημερινής του ρουτίνας. Έτσι έφαγε βιαστικά, ήπιε μερικές γουλιές καφέ και πήγε να βοηθήσει την γιαγιά του, η οποία είχε γεμίσει τον διάδρομο με κουτιά, σακούλες και ρούχα. Σχεδόν φοβισμένος από τα πόσα πράγματα υπήρχαν τριγύρω, κοίταξε μέσα στη κρεβατοκάμαρά της και την πρόλαβε πριν τραβήξει μόνη της το μεγάλο μπαούλο του παππού Λευτέρη.
«Γιαγιά περίμενε! Σε παρακαλώ άσε το μπαούλο και πες μου πού να το πάω. Δεν θέλω να πέσεις ξανά και να έχουμε άλλα. Άλλωστε γιατί είμαι εγώ εδώ;»
«Ε βρε παιδί μου! Μεσημέριασε και ούτε τα μισά δεν τελείωσα από όσα σκόπευα να κάνω. Αυτό το μπαούλο μόνο μέρος πιάνει, δεν το θέλω άλλο μέσα στο δωμάτιο. Να το πας στην αποθήκη! Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο παππούς σου το ήθελε εδώ μέσα. Πάντα άχρηστο μου φαινότανε!»

Χωρίς καθυστερήσεις και ερωτήσεις, την βοήθησε να μαζέψουν όσα πράγματα θα κρατούσε στο σπίτι και έσυρε το μπαούλο στην αποθήκη. Στοίβαξε όλα τα άδεια κουτιά και τις σακούλες με τα σκουπίδια μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, φόρεσε τα παπούτσια του, έβαλε τα κλειδιά του στη τσέπη και πήρε όσο περισσότερα σκουπίδια μπορούσε για να τα κατεβάσει στον κάδο. Σκεφτόταν να κάνει και μια βόλτα στην γειτονιά αφού θα πετούσε τα σκουπίδια, αλλά βγαίνοντας έξω άρχισε να βρέχει και γύρισε πίσω. Μπαίνοντας στο σπίτι, άκουσε την γιαγιά του που μαγείρευε στη κουζίνα να σιγοτραγουδάει τραγούδια του καιρού της και δεν ήθελε να την διακόψει. Έκατσε στον καναπέ χαζεύοντας στο κινητό και η σκέψη του επέστρεφε επανειλημμένα στο μπαούλο του παππού του. Γιατί η γιαγιά πάντα το θεωρούσε άχρηστο και γιατί ο παππούς δεν ήθελε να το αποχωριστεί; Τι υπάρχει μέσα στο μπαούλο;

Ο Λευτέρης σηκώθηκε από τον καναπέ και προχώρησε στο διάδρομο, άνοιξε την πόρτα της αποθήκης και σχεδόν με δέος άνοιξε το μπαούλο. Πάνω, πάνω διέκρινε κάποια από τα παιδικά του παιχνίδια που είχαν αγοράσει μαζί με τον παππού τουλάχιστον πριν από τριάντα χρόνια και το αγαπημένο του μπουρνούζι παπάκι που τόσο αγαπούσε όταν ήταν μικρός. Χαμογέλασε και ένιωσε μια ζεστασιά γύρω του. Άφησε στην άκρη όσα πράγματα έβγαζε από το μπαούλο και συνέχισε να ψάχνει. Πιο κάτω βρήκε την συλλογή από στρατιωτάκια του πατέρα του, που ήταν φυλαγμένα σε μια διάφανη θήκη plexiglass και την συλλογή του από παλιές δραχμές σε μια παρόμοια θήκη με χωρίσματα. Τα μάτια του βούρκωσαν και ευχαρίστησε νοητά τον παππού του που φύλαξε όλες αυτές τις αναμνήσεις στο μπαούλο του. Του έλειπε πολύ ο παππούς του, αυτός ο γλυκός του ο λόγος και η ευγενική του φιγούρα που διακριτικά πάντοτε βάδιζε στη ζωή. “Αχ ρε παππού…”σκέφτηκε και συνέχισε την εξερεύνηση.

Δεκάδες φάκελοι με φωτογραφίες από όλη την οικογένεια, κάποια Χριστούγεννα της δεκαετίας του ’90 με όλους τους καλοντυμένους μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, άλλες μπροστά στο Λευκό Πύργο με τον Λευτέρη να κρατάει ένα κόκκινο μπαλόνι και ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι, στην Πλατεία Αριστοτέλους κάποιον άγνωστο σαλεπιτζή, ο Λευτέρης στο τρενάκι στο πάρκο του Ξαρχάκου, οι γονείς του χαμογελαστοί να κρατιούνται αγκαζέ περπατώντας στην έκθεση με φόντο τον πύργο του ΟΤΕ και άλλες πόσες αναμνήσεις στοιβαγμένες σε δεσμίδες. Ο Λευτέρης δεν περίμενε πως θα έβρισκε αυτό το τεράστιο αρχείο και η γλυκόπικρη γεύση στο στόμα του θύμισε πως όλα είναι στιγμές. Φτάνοντας στο τέλος του μπαούλου, μεταξύ μιας μάλλινης χακί κουβέρτας και ένα ζευγάρι κιάλια, βρήκε την βαριά κορνίζα με το ασπρόμαυρο πορτρέτο φωτογραφία των προπαππούδων του από την δεκαετία του ’40. Σε μια άλλη κορνίζα η φωτογραφία του παππού Λευτέρη που κάθεται περήφανος στο καινούργιο του ποδήλατο επίσης από εκείνη την εποχή και ένας ακόμη μεγάλος φάκελος με σκόρπιες μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που μύριζαν ακόμη αλβουμίνη. Με άγνωστα πρόσωπα, χωματόδρομους, μέρη που δεν του θύμιζαν τίποτα. Μια εικόνα της Θεσσαλονίκης βγαλμένη από κάποιο ταξίδι πίσω στο χρόνο.

Φτάνοντας στον πάτο του μπαούλου, ο Λευτέρης έβγαλε ένα ξύλινο, μακρόστενο κουτί, το άνοιξε προσεκτικά και μέσα βρήκε μερικά αποκόμματα εφημερίδων, ένα ημερολόγιο και μερικές ακόμη παλιές φωτογραφίες. Με τα χέρια του γεμάτα βγήκε από την αποθήκη και επέστρεψε στο καθιστικό, άφησε το περιεχόμενο του ξύλινου κουτιού επάνω στο τραπεζάκι του καφέ και κάθισε στον καναπέ ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο. Το ημερολόγιο άνηκε στον παππού του και στο εσώφυλλο έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα: “Ελευθέριος Καλογερίδης έτος 1951” και στις πρώτες σελίδες περιγράφει την καθημερινή του ζωή ως παιδί εκείνης της εποχής, με τα παιχνίδια στη γειτονιά και τις αλάνες, τις ημέρες στο σχολείο και τον αυστηρό του δάσκαλο τον κύριο Μανωλόπουλο.

Προχωρώντας στις επόμενες σελίδες, ο νεαρός παππούς Λευτέρης περιγράφει την περιοχή που μεγάλωσε και μιλάει για το παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι της γειτονιάς. Γράφει πως το σπίτι αυτό χτίσθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα μετά από μια σειρά γεγονότων που καθυστέρησαν σημαντικά την ανέγερσή του, αναφέρει πως υπάρχουν πολλές φήμες, κομμάτια του αστικού θρύλου του, που από στόμα σε στόμα διαδόθηκαν σε όλη την πόλη. Η ιστορία του σπιτιού αυτού είχε κινήσει την περιέργεια του παππού Λευτέρη και ως παιδί αναζητούσε κάθε μικρή πληροφορία γύρω από αυτό.

Στις επόμενες σελίδες, ακολουθεί η εξωτερική περιγραφή του σπιτιού το οποίο μοιάζει με πύργο, με δεκάδες μεγάλα παράθυρα να το περιβάλλουν, χτισμένο σε τρία επίπεδα και με μια μεγάλη ανοιχτή είσοδο. Ρωτώντας τους παλιούς κατοίκους της περιοχής, του είπαν πως το οικόπεδο αυτό άνηκε σε κάποιον πλούσιο Οθωμανό Μπέη που είχε πολλές συζύγους και πως μια εξ αυτών επαναστάτησε εναντίον του, γιατί την κακομεταχειριζόταν, με αποτέλεσμα να την δολοφονήσει πνίγοντάς την με σχοινί. Ο Μπέης διέψευσε πως συνέβη κάτι τέτοιο και διέδιδε πως η γυναίκα αυτοκτόνησε. Ενώ αργότερα οι νέοι ιδιοκτήτες διαπίστωσαν πως κατά την διάρκεια της νύχτας η ατμόσφαιρα γινόταν βαριά και ακουγόντουσαν ανεξήγητοι ήχοι, οδηγώντας τους στην απόφαση να ξεφορτωθούν γρήγορα το σπίτι και να φύγουν. Μερικά χρόνια αργότερα, κατά την εποχή που η Εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης βρισκόταν στην ακμή της, δυο αδέρφια Εβραίων μετέτρεψε στο κτίσμα σε χαρτοπαικτική λέσχη!

Ο Λευτέρης δεν πίστευε στα μάτια του, πώς ήταν δυνατόν να μην γνωρίζει τίποτα από αυτά; Για αυτόν, το παλιό σπίτι ένα από τα δεκάδες παλιά κτήρια της πόλης που έχουν αφεθεί στη μοίρα τους και απλά καταστρέφονται με το πέρασμα του χρόνου. Μόνο το προηγούμενο βράδυ ένιωσε κάπως παράξενα με τόσα σκυλιά που γαύγιζαν αγριεμένα μπροστά από το σπίτι. Τι συνέβαινε πραγματικά;

Μέσα στο ημερολόγιο υπήρχαν διάφορα αποκόμματα εφημερίδων που μιλούσαν για ατυχήματα διάφορων ανθρώπων σχετιζόμενων με το συγκεκριμένο κτίσμα. Ονόματα δεν αναφέρονταν πουθενά και αυτό φούντωνε περισσότερο τις φήμες και την διάδοση του αστικού του θρύλου όπως περιέγραφε στο ημερολόγιο του ο παππούς Λευτέρης. Στις φωτογραφίες που βρήκε μέσα στο ξύλινο κουτί, υπάρχουν δυο διαφορετικές λήψεις από το παλιό εκπαιδευτήριο της περιοχής, έτος 1956, και στο βάθος μπορεί κανείς να διακρίνει να στέκεται αγέρωχο το παλιό σπίτι.

Γυρίζοντας τις επόμενες σελίδες του ημερολογίου, ο παππούς Λευτέρης περιγράφει πως την εποχή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γερμανοί εισβάλουν στη πόλη της Θεσσαλονίκης, τον Απρίλιο του 1941, όπου και καταλαμβάνουν τα περισσότερα νεοκλασικά κτήρια της πόλης, μεταξύ αυτών και το συγκεκριμένο κτήριο. Στα χέρια της Γκεστάπο μετατράπηκε σε ανακριτικό κέντρο χρησιμοποιώντας το ισόγειο και το υπόγειο του σε χώρους βασανιστηρίων. Από τότε υπάρχουν πολλές αναφορές για κραυγές μέσα στη νύχτα και έντονα φαινόμενα, ψίθυρους, πόρτες που κλείνουν και άλλοτε φώτα μέσα στο σκοτάδι.

Σε μια από τις παρακάτω σελίδες, τα γράμματα του φαίνονται διαφορετικά, σχεδόν τρεμάμενα. Η ιστορία που περιγράφεται είναι μια προσωπική εμπειρία του παππού Λευτέρη, που σε ηλικία 12 ετών αποφάσισαν να μπουν στο σπίτι κάποιο βράδυ με έναν από τους φίλους του. Προχώρησαν προς τον εσωτερικό χώρο του σπιτιού, πήγαν προς την στρόγγυλη σκάλα που σύνδεε τους δυο ορόφους και ενώ βρισκόντουσαν πάνω στη σκάλα, μια γυναικεία φωνή τους είπε “Λευτέρη φύγετε από εδώ!” αλλά δεν έδωσαν σημασία. Συνέχισαν να ανεβαίνουν στη σκάλα και τότε η φωνή ξανακούστηκε, πιο κοντά και πιο δυνατά αυτή την φορά, λέγοντας “Φύγετε τώρα σας είπα!”. Δεν χρειάστηκε κάτι άλλο για να τραπούν σε φυγή και έτσι μετά από αυτό δεν πάτησαν το πόδι τους εκεί. Ο παππούς Λευτέρης ένιωθε ενοχές πως ανατάραξαν τα πνεύματα που πιθανόν ζούσαν εκεί, ένιωθε έναν φόβο στη καρδιά του και μια βαθιά λύπη σκεπτόμενος τις φήμες πως τόσοι άνθρωποι έχασαν τις ζωές του βίαια σε αυτό το μέρος. Πίστευε πως δεν ήταν επιλογή τους να στοιχειώσουν το μέρος αυτό, πίστευε πως μια αόρατη δύναμη που διψούσε για δικαιοσύνη τους κρατούσε εκεί. Έτσι από εκείνη την βραδιά ο παππούς Λευτέρης ένιωθε σεβασμό για όποιους βρίσκονταν “παγιδευμένοι” εκεί.

«Λευτέρη; Αγόρι μου το φαγητό είναι έτοιμο! Πού είσαι;»
«Εδώ στο καθιστικό είμαι γιαγιά. Δεν πεινάω να ξέρεις, άφησέ το για το βράδυ το φαγητό. Εσύ αν πείνασες, να φας.»
Η γιαγιά Ανδρονίκη παραξενεμένη μπήκε στο καθιστικό και είδε τον Λευτέρη να κρατάει το ημερολόγιο στα χέρια του. Προχώρησε προς το μέρος του και με τα χέρια στη μέση έσκυψε να δει τι ήταν αυτό που διάβαζε.

«Πού το βρήκες αυτό; Δικό σου είναι;»
«Όχι γιαγιά, δεν είναι δικό μου. Το βρήκα μέσα στο άχρηστο μπαούλο του παππού και είναι το ημερολόγιό του από τότε που ήταν παιδί. Δεν το έχεις ξαναδεί;»
«Πού να θυμάμαι αγόρι μου! Αυτό το μπαούλο δεν το χώνεψα ποτέ μου. Ούτε που το έχω ανοίξει στη ζωή μου!»
«Γιαγιά όλα κι όλα… βγάζεις άχρηστο ένα μπαούλο που μέσα του κρύβει θησαυρούς αναμνήσεων; Άχρηστα τα εσώψυχα του παππού; Ξέρεις ότι είχε κρατημένα παιχνίδια μου εδώ μέσα; Φωτογραφίες μας με την μαμά και τον μπαμπά; Τα στρατιωτάκια του μπαμπά και τις παλιές δραχμές; Την κορνίζα των γονιών του; Άχρηστα!; Δεν μπορώ να σε καταλάβω!»
«Ντροπή σου να υψώνεις την φωνή στη γιαγιά σου! Είπα ό,τι είπα και δεν το μετανιώνω! Καλά έκανε και τα κράτησε, έτσι το διάλεξε να ζει με τα φαντάσματα ο παππούς σου και ήταν ακόμα ζωντανός. Τι κατάλαβε, ε;»
«Δεν μπορώ να σε καταλάβω γιαγιά! Ακούς τι λες; Ήξερες εσύ για το ημερολόγιό του; Ήξερες για το παλιό σπίτι πάνω στον κεντρικό δρόμο;»
«Σαν τι να ξέρω δηλαδή; Τις βλακείες που έλεγε ότι άκουσε εννοείς; Για τις φήμες γύρω από αυτό; Να σου πω τι ξέρω; Όλα όσα λέγονται από στόμα σε στόμα είναι μπούρδες! Εγώ τίποτα δεν είδα, τίποτα δεν άκουσα. Τόσα χρόνια εδώ τίποτα δεν είδα. Φοβόντουσαν πως θα μπουν μέσα άνθρωποι και θα τους πέσει κανένα ταβάνι στο κεφάλι! Αυτό ήθελαν να αποφύγουν και βγάλανε ιστορίες! Ακούς; Ιστορίες!»
«Εντάξει! Δεν σέβεσαι τίποτα πια; Mάνα που έχασε παιδί και λες τέτοια λόγια; Αν ισχύουν όσα λέγονται, τότε ο χώρος εκεί είναι ποτισμένος με τόσο πόνο που ούτε μπορείς να καταλάβεις, ούτε να φανταστείς! Παγιδευμένες ψυχές που ψάχνουν για σωτηρία είναι! Φεύγω τώρα και μην πεις κουβέντα. Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω, μην με περιμένεις.»

Ο Λευτέρης εξοργισμένος βρόντηξε την πόρτα πίσω του και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία, συνειδητοποίησε πως έβρεχε δυνατά, αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε. Περπάτησε μέχρι το πιο κοντινό ανθοπωλείο και αγόρασε όλα τα λευκά τριαντάφυλλα που είχαν. Με ένα μεγάλο μπουκέτο στα χέρια κατευθύνθηκε προς το παλιό σπίτι, φτάνοντας εκεί στάθηκε μπροστά του ακίνητος. Η αγορά δεν ήταν ανοιχτή και το κατάστημα με τα οικοδομικά υλικά που υπάρχει στο ισόγειο του κτηρίου ήταν κλειστό. Ο Λευτέρης προχώρησε προς το πλαϊνό μέρος του κτηρίου, δίπλα στον φράχτη με τα πεύκα, γονάτισε και άφησε στο πεζοδρόμιο την ανθοδέσμη. Έμεινε εκεί γονατισμένος για ένα λεπτό αποτίνοντας φόρο τιμής σε όλους εκείνους τους αγνώστους που λέγεται πως έχασαν την ζωή τους σε εκείνο το μέρος. Τα συναισθήματά του ήταν τόσο έντονα και έκαναν την καρδιά να χτυπάει τόσο δυνατά, που σχεδόν μπορούσε να την ακούσει. Σκεφτόταν παράλληλα τους γονείς του και τον παππού του με μια βαθιά ευγνωμοσύνη για όλα όσα έζησαν μαζί και για την ατέρμονη αγάπη που ένιωθε γύρω του χάρη σε αυτούς. Δεν το χωρούσε ο νους του πως κάποιοι άνθρωποι, δίχως ονόματα, μπορούσαν να ξεχαστούν στην ροή του χωροχρόνου, σαν κόκκοι άμμου στην έρημο, παγιδευμένοι στην κλεψύδρα του χρόνου. Αστικός θρύλος ή όχι;

Αγάπη Κοντοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading