Η Κλοπή – Τέταρτο Κεφάλαιο

Προηγούμενο

Η Μαλβίνα είχε χώσει το πρόσωπό της στα λογιστικά βιβλία, φορώντας τα γυαλιά της, δέκα ημέρες μετά την κλοπή. Το γραφείο της βρισκόταν σε έναν μικρό χώρο στον πρώτο όροφο της γκαλερί.

Το φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο πίσω της, σε συνδυασμό με την πολύωρη ενασχόληση με αριθμούς, προκάλεσε στην ιδιοκτήτρια μια ξαφνική ναυτία και έντονη ζαλάδα. Η μανία για τελειότητα τής επέφερε τρομερό άγχος, ειδικά διαπιστώνοντας ότι η επιχείρηση βρισκόταν λίγα βήματα πριν την καταστροφή. Αν και είχε σημειωθεί κάποια αύξηση των κερδών τον τελευταίο καιρό, τα χρήματα δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τα χρέη.

Κοίταξε τριγύρω. Οι λευκοί τοίχοι ήταν καλυμμένοι από πάνω μέχρι κάτω με σιδερένια ράφια, γεμάτα με λογιστικά βιβλία και ντοσιέ. Ξεφύσησε αποκαρδιωμένη, έβγαλε τα γυαλιά και ήπιε λίγο νερό. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Νέστορ.

«Όλα καλά;»

«Για την ώρα» αναστέναξε. «Αλλά όχι για πολύ. Αν δεν βρεθεί σύντομα ο πίνακας, δεν θα μπορέσω να σώσω την γκαλερί…» ομολόγησε με πικρία.

«Δεν μπορεί» την ενθάρρυνε εκείνος. «Σίγουρα θα βρεθεί. Άκουσα ότι θα έρθει ένας παγκοσμίου φήμης ντετέκτιβ να βοηθήσει».

Η γυναίκα ένιωσε το ηθικό της να αναπτερώνεται. «Αλήθεια; Ποιος;» ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Ο Τζακ Κάρτερ».

«Xμ… Δεν τον έχω ακουστά» απάντησε με λιγότερο ενθουσιασμό. «Ποιος τον κάλεσε;»

«Κανείς δεν ξέρει».

Ένας πολύ δυνατός θόρυβος από το ισόγειο τους έκανε να αναπηδήσουν.
Αμέσως μετά ακούστηκε η βραχνή φωνή του Λουκ.
«Έι! Θα με βοηθήσει κανείς με αυτά;!»

Η Μαλβίνα πετάχτηκε όρθια. «Αυτός ο άνθρωπος δεν υποφέρεται!»

Βγήκαν και οι δυο έξω. Τον είδαν να στέκεται δίπλα σε δύο μεγάλα κιβώτια και μια παραφουσκωμένη σακούλα σκουπιδιών.
«Δεν μπορείς να κάνεις λίγη ησυχία;» τον επέπληξε νευριασμένη.

Εκείνη τη στιγμή, όρμησε έξω από το γραφείο του ο Φλοριάν.
«Λουκ!» φώναξε, καθώς κατέβαινε τρέχοντας. «Σου είπα πριν ότι έρχομαι σε πέντε λεπτά. Μη φωνάζεις! Άστο!» πρόσθεσε, καθώς ο αποθηκάριος πήγαινε να σηκώσει ένα από τα κιβώτια. «Θα το πάρω εγώ, είναι βαρύ για σένα. Φέρε τα άλλα και μετά πάμε για τα υπόλοιπα».

«Έπρεπε να καθαρίσετε την αποθήκη τέτοια ώρα;» γκρίνιαξε η Μαλβίνα.

«Και πότε να το κάναμε;» ανασήκωσε τους ώμους ο Λουκ.

«Θα τελειώσουμε γρήγορα, κυρία Σαντορέλ» προσπάθησε να την καθησυχάσει ο Φλοριάν, ενώ έπαιρνε το κιβώτιο.

Ο Νέστορ κατέβηκε με γρήγορο βήμα. «Έρχομαι να βοηθήσω».

«Ειλικρινά, αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Αν είναι δυνατόν να μπει μέσα κάποιος πελάτης και να αντικρίσει αυτό… αυτό το χάος! Η εικόνα που δείχνουμε προς τα έξω είναι πολύ σημαντική!» έκανε ενοχλημένη.

Ο Λουκ ετοιμάστηκε να απαντήσει, αλλά ξάφνου ακούστηκε η φωνή του Στόπα. Ο δημοσιογράφος είχε μπει στην γκαλερί χωρίς να τον αντιληφθούν, εξαιτίας της λεκτικής τους διαμάχης. Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο είχε χαραχτεί στο πρόσωπό του. Πέρασε κατευθείαν στο ψητό.

«Θα μπορούσε να ήταν από τις καλύτερες, ειδικά αν την παρουσίαζα μέσα από την εφημερίδα και την ιστοσελίδα μου. Έχω μεγάλη δύναμη στον χώρο αυτό!».

Ο Νέστορ έσμιξε τα φρύδια, η Μαλβίνα τον κοίταξε ερευνητικά πάνω από τα γυαλιά της, ενώ ο Λουκ παρατηρούσε όλο ενδιαφέρον μια την ιδιοκτήτρια και μια τον δημοσιογράφο. Η γυναίκα έπιασε αμέσως το νόημα. «Αυτή δεν είναι συζήτηση για εδώ. Ελάτε στο γραφείο μου, κύριε Στόπα».

Είχε πλέον ξημερώσει για τα καλά όταν ο Τζακ αποχωρούσε από το ξενοδοχείο κρατώντας τον φάκελο με τα έως τώρα στοιχεία.

Χωρίς να το καταλάβει, έφτασε στην πλατεία που βρισκόταν και χθες, η οποία –σε αντίθεση με τα ερημικά δρομάκια– έσφυζε από ζωή.

Σε μια γωνιά, βρισκόταν ένας πλανόδιος ζωγράφος, ο οποίος σχεδίαζε το πορτραίτο κάποιας κοπέλας. Τα σγουρά του μαλλιά έπεφταν μέσα στα μάτια, και τα έσπρωχνε συνεχώς για να ολοκληρώσει το έργο. Σε ένα άλλο σημείο, ένας νεαρός έκανε ακροβατικά, με μια μπάλα ποδοσφαίρου. Ο Τζακ στάθηκε για λίγη ώρα δίπλα στο πλήθος, το οποίο παρακολουθούσε προσηλωμένο και ξεσπούσε σε επευφημίες κάθε φορά που το αγόρι έκανε κάποιον δύσκολο ελιγμό. Εκείνο χαμογελούσε πλατιά, έβγαζε το καπέλο και ο κόσμος έριχνε μέσα ό,τι είχε ευχαρίστηση. Πέταξε κι εκείνος μερικά κέρματα κι ετοιμάστηκε να φύγει, όταν ένιωσε πολύ έντονα το βλέμμα κάποιου στραμμένο πάνω του. Γύρισε απότομα και είδε μια γυναίκα να τον κοιτάζει επίμονα. Ήταν η τσιγγάνα Γκαλίνα Μπλαβιέ, η οποία αν και είχε πατήσει τα πενήντα, έμοιαζε πολύ νεότερη. Ένα γαρύφαλλο στερέωνε τα σγουρά μαλλιά της στο πλάι, ενώ οι μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι που κρέμονταν από τα αυτιά της, λαμπύριζαν κάτω από τον πρωινό ήλιο.

Παρόλο που την πρόσεξε, εκείνη συνέχισε να τον παρατηρεί απροκάλυπτα. Καθόταν σε ένα σκαμπό στη μέση της πλατείας, ενώ στο τραπεζάκι μπροστά της απλωνόταν μια τράπουλα. Το πολύχρωμα μανίκια του φορέματός της, κουνιούνταν πέρα δώθε καθώς έριχνε τα χαρτιά, με το βλέμμα της στυλωμένο στον ντετέκτιβ.

Από την άλλη μεριά της πλατείας, την πλησίαζε ο Γκαστόν. Είχε ακουστά για τις μαγικές τάχα ικανότητες της τσιγγάνας, αλλά θεωρούσε πως απλά χειραγωγούσε τον κόσμο. Για εκείνον όλα αυτά δεν ήταν παρά βλακείες και θεωρίες συνωμοσίας. Γι’ αυτό κι όταν πέρασε από μπροστά της, έριξε μια υποτιμητική ματιά πριν συνεχίσει τον δρόμο του.

Εκείνη πήρε το βλέμμα από τον ντετέκτιβ και τον κοίταξε άγρια.
«Ξέρεις…» άρχισε δυνατά για να τραβήξει την προσοχή του «…δε θα βρεις αυτό που ψάχνεις».

Ο ζωγράφος γύρισε έντρομος.
«Τι θες να πεις;»

«Δεν πρόκειται να βρεις τον πίνακα».

Ο Γκαστόν κοίταξε γύρω του ανήσυχα, μήπως τους άκουσε κανείς, και έπειτα την πλησίασε.
«Τι λες;!» γρύλλισε με σφιγμένα τα δόντια.

Εκείνη χαμογέλασε πονηρά.
«Αν θες να μάθεις, κάτσε να σου ρίξω τα χαρτιά».

«Εγώ δεν είμαι σαν τους αφελείς που πιστεύουν ό,τι τους λες» της είπε κοφτά.

«Τότε γιατί με ρώτησες;»

Ο ζωγράφος δεν μίλησε.

«Κάτσε» επανέλαβε η τσιγγάνα.

Ο Γκαστόν υπάκουσε.

Άρχισε να ανακατεύει την τράπουλα. Τα μακριά, μαύρα νύχια της γρατζουνούσαν ελαφρά τα χαρτιά, και τα πολύχρωμα δαχτυλίδια της λαμπύριζαν. Τη στιγμή που ο ζωγράφος αναρωτιόταν αν τα πετράδια τους ήταν όντως αληθινά, σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια λες και διάβασε τη σκέψη του. Εκείνος στριφογύρισε στη θέση του με νευρικότητα. Η Γκαλίνα χαμογέλασε. Έπειτα έσκυψε και πάλι και άρχισε να απλώνει την τράπουλα μπροστά του. Έμειναν σιωπηλοί για λίγο.

«Λοιπόν;» ρώτησε ανυπόμονα. «Τι βλέπεις;»

«Χμμ…» έκανε εκείνη αργόσυρτα. «Αυτός ο πίνακας θα σου έφερνε μεγάλη επιτυχία».

Ο Γκαστόν αναθάρρησε. Ο χτύπος της καρδιάς του έγινε γρηγορότερος.

«Βλέπω ακόμη ότι είναι κλεμμένος».

«Φυσικά» απάντησε αμέσως ο ζωγράφος. «Τον έκλεψαν και σίγουρα το άκουσες. Κάτι καινούριο έχεις να μου πεις; Δεν θέλω να χάνω άδικα τον χρόνο μου». Έκανε να σηκωθεί.

«Δεν κατάλαβες» του επέστησε την προσοχή η τσιγγάνα. «Εννοώ ότι εσύ τον έκλεψες. Αυτός ο πίνακας δεν ήταν ποτέ δικός σου Γκαστόν Ρενό».

«Δεν ξέρεις τι λες!» Πετάχτηκε όρθιος. «Είσαι μια κομπογιαννίτισσα μάγισσα! Εγώ ζωγράφισα αυτόν τον πίνακα! Είναι δικός μου και δεν θα ησυχάσω αν δεν τον βρω!»

«Μην τα βάζεις με τη μοίρα!» συνέχισε αυστηρά εκείνη. «Θα χάσεις! Και θα κλάψεις… πολύ περισσότερο από όσο έκλαψε ποτέ ο ουρανός».

Ο Γκαστόν πάγωσε στο άκουσμα αυτής της φράσης· το ίδιο του είχε πει η κοπέλα του πίνακα το βράδυ που τη συνάντησε.

Πώς μπορούσε να το ξέρει αυτό η τσιγγάνα;

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Τέταρτο Κεφάλαιο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading