Ο διευθυντής

«Πω πωωωω! Με βγάζει εκτός εαυτού!»
«Ρε Ναυσικά μου, ηρέμησε! Δεν αξίζει να τρελαίνεσαι!»
«Ο άνθρωπος δεν είναι καλά! Έχει σαλτάρει χωρίς λόγο και ξεσπάει πάνω μου! Στο λέω, Αγγελική, έτσι και συνεχίσει να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο, θα παραιτηθώ!»
«Σύνελθε καλέ! Μην ακούω βλακείες!»
«Όχι! Έχω φτάσει στα όριά μου! Είναι αφεντικό ρε αυτός; Είναι αφεντικό; Που του λες κάτι και δεν απαντάει; Αφήνει αδιάβαστα τα emails μου! Δεν δίνει σημασία σε ό,τι λέω και ξεχνάει καθετί σοβαρό που συμβαίνει! Ε; Νομίζεις ότι έχω ξεχάσει τι μου έκανε τότε με το meeting;»
«Πότε λες;»
«Τότε που είχα την εξέταση και είχα ζητήσει ρεπό έναν μήνα πριν. Το δέχτηκε, συμφωνήσαμε και δύο μέρες πριν το ρεπό μου μού ανακοινώνει ότι εκείνη την ημέρα, ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ, έχουμε το meeting για να συζητήσουμε το project που ΕΓΩ δουλεύω! Έξαλλη είμαι πάλι!»

«Ρε Ναυσικά… Τον ξέρεις! Τόσα χρόνια δουλεύεις εδώ! Ξέρεις ότι είναι στον κόσμο του, αλλά είναι καλός εργοδότης!»
«Ααααα! Με όλους τους άλλους εκτός από εμένα! Στο λέω… Δεν αντέχω άλλο!».

Σιωπή. Η Ναυσικά έγειρε στην καρέκλα της, ενώ η Αγγελική χάζευε έξω από το παράθυρο χαμένη στις σκέψεις της.

Δούλευαν σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο. Η Ναυσικά ήταν το δεξί χέρι της διεύθυνσης και η Αγγελική ήταν η υπεύθυνη εργατικού δυναμικού. Κόλλησαν από την πρώτη στιγμή και όποτε είχαν ευκαιρία, έπιναν στα κλεφτά έναν καφέ στις πολυθρόνες της αίθουσας συνεδριάσεων.

«Θα του σπάσω το κεφάλι, Αγγελική! Στο ορκίζομαι! Και μόνο που υπάρχει με εκνευρίζει!»
«Ρε μπας και τον γουστάρεις;»

Η Ναυσικά πνίγηκε με τον καφέ της και το χρώμα στο πρόσωπό της από κατάλευκο έγινε κατακόκκινο. Όχι μόνο λόγω του πνιγμού, αλλά και από την ταραχή της.

«Αγγελική, πας καλά; Θες να με πεθάνεις;»
«Συγγνώμη! Απλά κάτι δεν μου κολλάει! Πολύ ‘μίσος’ ρε παιδί μου! Ok και από τις δύο πλευρές αλλά… Μήπως κατά βάθος;;;»
«ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥ!»
«Ωραία! Και να σε γουστάρει αυτός και συμπεριφέρεται έτσι;»
«Ρε Αγγελική, μα τω Θεώ, τι είχε μέσα ο καφές; Είσαι τελείως χ@ζή; Παντρεμένος άνθρωπος και με παιδί; Το παιδί του είναι δεν είναι πέντε χρονών!»
«Και τι σημαίνει αυτό; Δεν μπορεί ένας παντρεμένος να δει κάτι και να του αρέσει;»
«Αγγελική, στο ορκίζομαι πως αν δεν σταματήσεις, θα σε χτυπήσω!».

«Πάλι εδώ είστε; Αλίμονο! Τι ρωτάω; Αγγελική, σε θέλει ο Λάζαρος και εσύ, στο γραφείο μου!», είπε ο Δώρος.
«Ναυσικά!», απάντησε η Ναυσικά απότομα δείχνοντας τον εαυτό της με το δάχτυλο.
Ο Δώρος ξεφύσηξε… «Ωραία! Ναυσικά, στο γραφείο μου!». Η Ναυσικά χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «ΤΩΡΑ!», πρόσταξε ο Δώρος κάνοντάς την για μια ακόμη φορά έξαλλη.

Η Ναυσικά άνοιξε την πόρτα που έγραφε «Διευθυντής» και τον βρήκε να κάθεται στο γραφείο του.

«Παρακαλώ!», του είπε και στάθηκε μπροστά από το γραφείο
«Πότε θα σταματήσει αυτό το χούι με την Αγγελική να χρησιμοποιείτε την αίθουσα για κουτσομπολιό;»
«Αυτό με ήθελες;», ρώτησε ευθαρσώς η Ναυσικά. Ο Δώρος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε έκπληκτος.
«Ορίστε;», τη ρώτησε.
«Είχα το διάλειμμά μου. Έβρεχε και δεν μπορούσαμε να πάμε απέναντι. Δεν ενοχλούσαμε κανέναν. Μπήκες μέσα, με φώναξες, ήρθα και με ήθελες απλά για αυτό; Μπορούσες να στείλεις στην συνομιλία που έχουμε όλοι να μας επιπλήξεις!»
«Με κοροϊδεύεις! Δεν εξηγείται αλλιώς! Ήθελες να σας κάνω ρεζίλι στη συνομιλία του προσωπικού;»
«Αμέ! Έτσι θα έχω περισσότερους λόγους να είμαι έξαλλη!»
«Μαζί μου;», τη ρώτησε σηκώνοντας το φρύδι του.
«Ναι! Αλλά δεν είναι της παρούσης. Με χρειάζεσαι κάτι άλλο;»

Σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε δίπλα της. Η Ναυσικά άρχισε να ζεσταίνεται. Είχε και στο πίσω μέρος του μυαλού της τα λόγια της Αγγελικής. Δεν ένιωθε πολύ καλά. Βασικά ποτέ δεν ένιωθε καλά όταν την πλησίαζε πολύ ή έμεναν για πολύ ώρα μόνοι τους στον ίδιο χώρο.

«Ναυσικά, πόσα χρόνια πια δουλεύεις για μένα;»
«Τε-τέσσερα!»
«Ωραία! Άρα ήσουν και στον γάμο και στη βάφτιση του μικρού, ε;»
«Ναι! Νεοπροσληφθείσα μεν, αλλά παρούσα. Τι θες και με ρωτάς;»
«Κάνω ένα τεστ! Κάτσε!», την έπιασε από το χέρι και την έβαλε να κάτσει στην πολυθρόνα απέναντί του.
«Τι τεστ; Πόσο πολύ μπορώ να εκνευριστώ; Γιατί, πίστεψέ με, η απάντηση είναι πολύ!»
«Όχι! Θέλω να δω πόσο καλά γνωρίζομαι με το δεξί μου χέρι. Κάτι σαν τεστ εμπιστοσύνης!»
«Σκέφτεσαι να με απολύσεις; Χα! Να δω ποια άλλη θα αντέξει εδώ μέσα!». Καμία απάντηση. Συνέχισε η Ναυσικά, λίγο πιο σοβαρή αυτή τη φορά… «Αν θες να με απολύσεις, πες το μου τώρα να φύγω!». Ο Δώρος στο άκουσμα αυτής της φράσης έβαλε τα γέλια. Η Ναυσικά τον κοίταξε με καχυποψία.

«Θέλω απλά να δω πόσο καλά γνωριζόμαστε! Κακό είναι;»
«Άκουσες τη συζήτησή μου με την Αγγελική και με δουλεύεις!»
«Για μένα συζητούσατε;»
«Δεν είναι αυτό το θέμα μας, αφεντικό!»
«Δώρος!», της είπε και έδειξε τον εαυτό του με το δάχτυλό του.
Η Ναυσικά ξεφύσηξε… «Ωραία! Πες μου τι θες να με ρωτήσεις; Έχω και δουλειές!»

Ο Δώρος έκατσε απέναντί της. «Πόσα χρόνια είμαι παντρεμένος;»
«Τέσσερα!»
«Πόσο χρονών είμαι;»
«Θα κλείσεις σε είκοσι μέρες τα σαράντα τρία!»
«Πώς πίνω τον καφέ μου;»
«Μέτριο! Και πάντα κρύο!»
«Είσαι πολύ γρήγορη!», είπε χαμογελώντας.

«Ξέρω τα πάντα! Το αγαπημένο σου ποτό είναι το ουίσκι και μάλιστα με δύο παγάκια. Το αγαπημένο σου φαγητό είναι η καρμπονάρα, αρκεί να είναι καυτή και με έξτρα παρμεζάνα. Αν ζητήσεις γλυκό, έχει συμβεί κάτι σοβαρό. Αν κλείσεις το κινητό σου, θες απομόνωση. Ακούς τζαζ όταν σχεδιάζεις. Διαβάζεις μόνο βιβλία αυτοβελτίωσης και τα κρύβεις στο αριστερό συρτάρι, ενώ στο δεξί έχεις πάντα ένα πακέτο τσιγάρα κλειστό και ένα σακουλάκι πατατάκια σε περίπτωση που χάσεις τον έλεγχο και χρειαστείς να απασχολήσεις τα χέρια σου!»

Ο Δώρος την κοίταξε έκπληκτος. Η Ναυσικά έκανε να σηκωθεί και να φύγει, μα εκείνος βρέθηκε δίπλα της και την έπιασε από τον καρπό. Ήταν και οι δύο σε απόσταση αναπνοής. Για μερικά δευτερόλεπτα, δεν πρέπει να ανέπνεε κανένας από τους δύο.

«Άλλαξες άρωμα! Γιατί; Σου πήγαινε η πούδρα!», είπε εκείνος και η Ναυσικά συνέχισε να μην αναπνέει.
«Ναι! Μου τελείωσε!», του είπε. «Συμβαίνει κάτι άλλο και δεν μου το λες;»
«Όχι, απλά έχω μια ερώτηση πριν σε αφήσω να φύγεις…»
«Όπως;»
«Αφού τα ξέρεις όλα, θα ξέρεις ότι θέλω μια άλλη γυναίκα!»

Η Ναυσικά σοκαρίστηκε. Είχε παρατηρήσει κάποιες αλλαγές τους τελευταίους μήνες, αλλά νόμιζε ότι ήταν ιδέα της. Τώρα εκείνος της το επιβεβαίωνε και δεν ήξερε πως να αντιδράσει…

«Όχι, δεν το ήξερα! Τώρα τι θες να κάνω;»
Την πλησίασε και της ψιθύρισε στο αυτί… «Θέλω να σκεφτείς ποια είναι!».

Η Ναυσικά τραβήχτηκε και έφυγε δίχως να τον κοιτάξει. Ανέπνευσε ελεύθερα μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω της.

«Τι σε ήθελε πάλι;», τη ρώτησε η Αγγελική μόλις τη βρήκε μόνη της στο γραφείο.
«Ήθελε να συζητήσουμε κάτι για ένα project και να μου βάλει χέρι για την αίθουσα συνεδριάσεων!», είπε ξέπνοα η Ναυσικά.
«Είσαι καλά;», τη ρώτησε η Αγγελική.
«Ναι! Τι ώρα είναι;»
«Ώρα να σχολάσουμε! Πάμε για ποτά;»

Η Ναυσικά όμως χάζευε το αναμμένο φως στο γραφείο του Δώρου.
«Όχι σήμερα! Δεν έχω όρεξη! Θα τα πούμε αύριο!», είπε στη φίλη της και σηκώθηκε από την καρέκλα. Η Αγγελική έφυγε και το γραφείο ήταν άδειο. Μόνο εκείνη και ο Δώρος ήταν εκεί. Άνοιξε την πόρτα με δύναμη και κατευθύνθηκε με φόρα προς το γραφείο του.

«Γιατί; Γιατί έπρεπε να ξέρω ότι θες άλλη και μάλιστα από εδώ μέσα; Γιατί; Εγώ είμαι απλά το δεξί σου χέρι! Γιατί; Δεν σου φτάνει που με εξοργίζεις και μόνο που υπάρχεις; Δεν σου φτάνει που με βγάζεις εκτός εαυτού; Γιατί έπρεπε να το ξέρω;»

Σηκώθηκε όρθιος και την πλησίασε. Στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε στα μάτια. Με αστραπιαία ταχύτητα την έκλεισε στην αγκαλιά του και τη φίλησε με πάθος. Η Ναυσικά, αντί να τον σπρώξει, τον έσφιξε πάνω στο κορμί της και βάθυνε το φιλί. Την έπιασε από τη μέση και την ακούμπησε πάνω στο γραφείο. Τα χέρια του ταξίδεψαν πάνω στο κορμί της και εκείνη ανατρίχιαζε σε κάθε άγγιγμά του.

«Σε θέλω πολλά χρόνια!», της έλεγε ανάμεσα στα φιλιά που της άφηνε στον λαιμό.
Η Ναυσικά τον έσπρωξε λίγο πιο μακριά της και αμέσως το ύφος της άλλαξε.
«Ξέρεις ότι είναι λάθος όλο αυτό! Σταμάτα! Σε παρακαλώ!»

Ο Δώρος τραβήχτηκε λίγο πιο μακριά και έμεινε να την χαζεύει. Τα μαλλιά της ανακατεμένα, τα χείλη της κατακόκκινα, το παντελόνι της ξεκούμπωτο και τα μάτια της γυάλιζαν στο φως του γραφείου. Στα μάτια του ήταν πανέμορφη και άκρως ερωτική.

«Είναι λάθος! Είμαστε συνεργάτες! Είσαι παντρεμένος! Δεν γίνεται! Δεν είμαι έτσι… Συγγνώμη!».

Σηκώθηκε να φύγει. Ίσιωσε τα ρούχα και τα μαλλιά της. Προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Τον ένιωσε πίσω της. Την έκλεισε στην αγκαλιά του…

«Ναυσικά, σε θέλω! Πολλά χρόνια τώρα! Σε σκέφτομαι συνέχεια. Θέλω να γίνεις δικιά μου! Πάμε να μείνουμε μαζί σήμερα! Δεν πρόκειται να το μάθει κανένας!»
«Δεν γίνεται! Είσαι παντρεμένος!»
«Δεν είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου! Τι δεν καταλαβαίνεις;»
Ένιωθε ακόμα τα γένια του στο πρόσωπό της και έλιωνε σαν κερί στα χέρια του, αλλά ήταν λάθος. Δεν έπρεπε να υποκύψει.

«Συγνώμη, αλλά δεν γίνεται!», του είπε και απελευθερώθηκε από την αγκαλιά του. Εκείνος την τράβηξε απότομα και τη φίλησε ξανά. Αυτή τη φορά τη διεκδίκησε πιο έντονα. Την ακινητοποίησε και άρχισε να την αγγίζει κάτω από τα ρούχα. Η Ναυσικά, όσο και να τον ήθελε εκείνη τη στιγμή, ήξερε πως θα το μετάνιωνε. Ήξερε πως ήταν λάθος.

«Γιατί μου αντιστέκεσαι; Με θέλεις… Το νιώθω!»
«Ναι! Αυτό είναι μάλλον το πρόβλημά μου. Σε θέλω και μάλιστα πολύ και ας μην το παραδέχτηκα ποτέ στον εαυτό μου!»
«Τότε ποιο είναι το πρόβλημα;», τη ρώτησε καθώς προσπαθούσε να τη γδύσει.
«Ότι η ηθική και οι αξίες μου δεν μου επιτρέπουν να γίνω το τρίτο πρόσωπο και να διαλύσω έναν γάμο!»
«Ένα πhδhmα ποτέ δεν έβλαψε κανέναν!», της είπε και εκείνη πάγωσε.

Τον έσπρωξε μακριά και σηκώθηκε όρθια. Εκείνος την κοιτούσε παράξενα καθώς η Ναυσικά έφτιαξε και κούμπωνε όσα ρούχα είχε ξεκουμπώσει εκείνος με κόπο. Έπιασε τα μαλλιά της και έκανε να φύγει.

«Πού πας; Γιατί αντιδράς έτσι; Είναι η ευκαιρία μας!», της είπε και έκανε να την πλησιάσει ξανά.
«Μη με πλησιάζεις!». Κοκκάλωσε ο Δώρος στη θέση του. «Σε θέλω και μάλλον σε ήθελα από την πρώτη στιγμή που σε είδα και αυτό ήταν το πρόβλημά μου. Ο θυμός μου ήταν επειδή δεν θα σε είχα, αλλά όχι έτσι! Όχι! Δεν γίνεται να κάνω κάτι μαζί σου και μετά να κάνω σαν να μη συνέβη ποτέ και οι τύψεις του τρίτου προσώπου να με διαλύσουν! Όχι!»

«Ναυσικά, σε παρακαλώ! Μεγάλα παιδιά είμαστε! Θέλουμε ο ένας τον άλλον και έχουμε όλο τον χώρο και τον χρόνο να κάνουμε όλα όσα φανταζόμαστε τόσο καιρό! Σε θέλω! Γίνε δικιά μου…».
«Όσο και να θέλω, δεν μπορώ! Φεύγω!». Βγήκε από το γραφείο του, πήρε τα πράγματά της και έτρεξε να βγει έξω από το κτίριο με δάκρυα στα μάτια. Τον ήθελε και μάλιστα πολύ, αλλά ποτέ δεν θα τον είχε ουσιαστικά. Ήδη ένιωθε τύψεις για ό,τι συνέβη. Πώς θα μπορούσε να κάνει σαν να μην έγινε τίποτα; Όλη μέρα θα ήταν μαζί και αυτό δεν θα το άντεχε…

Ο ήχος ενός μηνύματος διέκοψε τις σκέψεις και τα δάκρυά της.
‘Και αύριο μέρα είναι… Αν με θέλεις, όσο σε θέλω, θα τη βρούμε την άκρη!’.
Διάβασε το μήνυμα δίχως να απαντήσει και πήγε σπίτι της.

Το πρωί, όταν ο Δώρος έφτασε στο γραφείο παρατήρησε πως το δικό της ήταν άδειο. Παραξενεύτηκε, μα δεν έδωσε σημασία. Είχε κοιμηθεί λίγο γιατί όλο το βράδυ εκτόνωνε με τη γυναίκα του το πάθος που του ξύπνησε μα και του στέρησε η Ναυσικά. Θα την έκανε δικιά του με οποιοδήποτε κόστος.

Έκατσε στο γραφείο αναπαυτικά και ζήτησε έναν καφέ. Ο ήχος ενός mail τον ενόχλησε. Διάβασε το θέμα προσεκτικά. Δεν το πίστεψε με την πρώτη. Ξαναδιάβασε αργά και καθαρά.

«ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΝΑΥΣΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ».

Δεν το άνοιξε ποτέ…

Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Ο διευθυντής”

  1. θελουμε συνεχεια……… δεν γινεται να τελιωσει ετσι απλα με ενα μειλ……….φοβερο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading