Τα παιχνίδια του μυαλού

Ο κυρ Ανέστης ήταν ογδόντα έξι χρονών και τον τελευταίο καιρό, δεν θυμόταν τίποτα και κανέναν. Στα οικογενειακά συμβούλια, η κοινή γραμμή ήταν ότι δεν γίνεται να ζει άλλο μόνος. Πέρα από επικίνδυνο για την σωματική του ακεραιότητα, θα ήταν και ρίσκο, μη πάρει τους δρόμους, εξαφανιστεί και γίνει άλλο ένα περιστατικό εξαφάνισης ηλικιωμένου στο σίλβερ αλέρτ.

Οι επιλογές μετρημένες, ή να τον βάλουν σε οίκο ευγηρίας ή να βάλουν άτομο εμπιστοσύνης να τον προσέχει κάποιες ώρες το πρωί και κάποιες άλλες το απόγευμα ή να τον παίρνει ο κάθε γιος ξεχωριστά, στο σπίτι του, ανά ένα τετράμηνο. Έπρεπε να παρθεί η καλύτερη απόφαση για κείνον κι όχι τι βόλευε τους ίδιους. Ευτυχώς σε αυτό ήταν σύμφωνοι. Αν κάτι πέτυχαν ο κυρ Ανέστης με την Φανούλα του, ήταν αυτό. Κόντρα στο ρητό που θέλει μια μάνα να φροντίζει δέκα παιδιά, αλλά δέκα παιδιά να μη φροντίζουν μια μάνα. Τίμησαν και κείνη όταν πια μεγάλωσε και είχε την ανάγκη τους. Αν και είχε τον Ανέστη της βράχο, τα παιδιά, με βάρδιες και συνεννόηση, αναλάμβαναν τα ψώνια, το φαγάκι τους, την φροντίδα της κατάκοιτης μάνας αλλά και του κουρασμένου μπαμπά τους, από τα χρόνια φροντίδας της. Τρία χρόνια πέρασαν από τον θάνατό της κι ακόμα τους πονούσε. Ευλογία για τους γονείς, παιδιά σα τα δικά τους. Άκουγε ο κυρ Ανέστης για την αχαριστία που επικρατούσε, για συνομήλικούς του, που τους έριχναν σε γηροκομεία, για παιδιά που δεν είχαν καμία επαφή με τα γερόντια γονείς. Δόξαζε τον Θεό για τα παιδιά που του χάρισε.

Όταν έμεινε μόνος, έπεσαν με τα μούτρα πάνω του, περισσότερο για ψυχολογική στήριξη, μια που μπορούσε σωματικά να φροντίσει τον εαυτό του. Λίγο καιρό μετά, άρχισε να ξεχνάει πολύ περισσότερο, από όταν ζούσε η γυναίκα του. Θέλεις η ηλικία; Θέλεις ο καημός που την έχασε κι έμεινε μόνος; Όταν τον επισκέπτονταν, για να του φτιάχνουν το κέφι, τον προέτρεπαν να τους λέει τις ιστορίες που τους έλεγε όταν ήταν μικροί, τις ιστορίες ζωής, που αργότερα έλεγε και στα εγγόνια. Είχε έναν μοναδικό τρόπο, σωστός παραμυθάς. Έπαιρνε εκφράσεις, έβαζε χρώμα στη φωνή, χρησιμοποιούσε πολλά επίθετα, γλαφυρός και με τις λεπτομέρειες να σε συνεπαίρνουν, γινόσουν κομμάτι της αφήγησης. Δεν βαριόσουν ποτέ να τον ακούς κι ας ήξερες πια τις ιστορίες απ’ έξω κι ανακατωτά. Όλες γύρω από την Φανούλα του. Πώς γνωρίστηκαν όταν ο ένας πήρε το ταψί με το φαγητό του άλλου κατά λάθος από τον φούρνο του χωριού, πώς δεν τον ήθελαν οι γονείς της, γιατί την προόριζαν για έναν άλλο, μεγαλύτερο και πλούσιο, πώς την έκλεψε, πώς πέρασε καιρός για να συναινέσουν οι γονείς της, πως την ημέρα του γάμου ο παπάς ήταν μεθυσμένος, για το πόσο όμορφη νύφη ήταν, πόσο τυχερός ήταν που είχε την καλύτερη γυναίκα του κόσμου, για τις εγκυμοσύνες, τις γέννες, το μεγάλωμα των αγοριών… Αργότερα, όταν η άνοια προχώρησε, άλλες φορές την έβλεπε τόσο ζωντανά στον ύπνο του κι άλλες είχε παραισθήσεις, ότι την έβλεπε μπροστά του και της μιλούσε. Οι ιστορίες του πια, δεν ήταν πλούσιες σε λεξιλόγιο και περιγραφές, μα με ένα πανομοιότυπο, μονόπλευρο και μονότονο τρόπο, που δεν άλλαζε ούτε το κόμμα. Σα να έβαζε κασέτα και έλεγε ξανά και ξανά τα ίδια, πολλές φορές την ημέρα.

Μέχρι που έσβησαν όλα με τα περίεργα παιχνίδια του μυαλού. Πώς γίνεται να εκκενώνεται έτσι ο εγκέφαλος; Να έχεις τον γονιό σου σωματικά απέναντί σου, μα να μη σε αναγνωρίζει. Να σε κοιτάζει με αδιαφορία, με φόβο. Όσο κι αν όλο αυτό έρχεται σταδιακά, όσο κι αν σε προετοιμάζουν οι γιατροί, όσο κι αν εθελοτυφλείς ότι δεν μπορεί να είναι όπως τα λένε, δεν μπορεί να μη θυμάται το παιδί του, δεν θα είσαι ποτέ έτοιμος για τη στιγμή που δεν ξέρει ποιος είσαι, ο άνθρωπος που σε έφερε στον κόσμο, που σε μεγάλωσε. Κι έρχεσαι τελικά αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα. Δεν είσαι πια το παιδί που λάτρευε, το παιδί που έκρυβε στην αγκαλιά του, μέχρι και πριν λίγο καιρό κι ας ήσουν ολόκληρος άντρας. Και προσπαθείς με όλες τις αισθήσεις σου, να του δείξεις πόσο τον αγαπάς, πόσο ανάγκη τον έχεις, πόσο θέλεις να νιώσεις το χάδι του, πόσο θέλεις να ακούσεις το “να προσέχεις παιδί μου” κι ας είσαι κι εσύ γονιός και ας το λες πια εσύ στα δικά σου παιδιά. Μα δεν μπορεί, τον έχεις απέναντί σου, δεν μπορεί, θα το νιώθει. Τελικά όμως, το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να πάρεις την καλύτερη απόφαση για κείνον.

Έτσι, ο Μένιος, τους πρότεινε τελικά, να τον πάρει εκείνος, μόνιμα, στο σπίτι του. Ήταν πρόσφατα χωρισμένος, η δουλειά του κειμενογράφου γινόταν από το σπίτι πια, για το σάιτ που δούλευε, την μονάκριβη κόρη του την είχε μόνο τα Σαββατοκύριακα, οπότε ο μπαμπάς τους, θα είχε φυσική παρουσία σχεδόν συνέχεια και δεν θα προκαλούσε αναστάτωση στις πολυμελείς οικογένειες των αδερφών του, που έλειπαν και όλο το πρωινό σε δουλειές και σχολεία.

Δεν φάνηκε να καταλαβαίνει την αλλαγή του σπιτιού. Του έβαλε την μεγάλη, αναπαυτική πολυθρόνα μπροστά στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού, για να μπορεί να ταξιδεύει η ματιά του, στο παρκάκι που είχαν θέα. Κοίταζε απέναντι σιωπηλός, όπως ήταν και στο δικό του σπίτι, χωρίς να αλλάζει έκφραση. Αν του έδινε ο Μένιος να φάει, θα έτρωγε, διαφορετικά δεν θα ζητούσε κάτι, με κάποιο νεύμα, με κάποιο τρόπο. Αν του έδινε το ποτήρι με το νερό, θα έπινε. Αυτό που πονούσε τον Μένιο, ήταν που αυτή η καχυποψία στο βλέμμα του, αυτός ο φόβος, δεν έφευγαν, σα να ένιωθε ξένος ανάμεσα σε ξένους, όταν μαζεύονταν οι γιοι του, οι νύφες, τα εγγόνια. Τον περιτριγύριζαν, του έδειχναν φωτογραφίες, έλεγαν τις γνωστές ιστορίες, του μιλούσαν ώρες με πολλή αγάπη, μα δεν ανταποκρινόταν. Χαμένος στα σκοτάδια του μυαλού του, ούτε την λατρεμένη του γυναίκα αναγνώριζε στα άλμπουμ, ούτε τους γιους, ούτε τα εγγόνια ούτε την ζωή του ολόκληρη. Δεν του έπαιρνες κουβέντα, μόνο κοιτούσε. Δεν ήταν καν σίγουρος ο Μένιος, αν άκουγε τι του έλεγαν. Σαν σε θέση άμυνας, μάζευε το σώμα του, πάνω στην πολυθρόνα. Τον κατάπινε μια ερημιά, που του είχε αλλοιώσει ακόμα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ο Μένιος τον παρατηρούσε και θλίβονταν. Μακάρι να υπήρχε τρόπος να του έδειχναν πόσο τον αγαπούσαν, να γαλήνευε η ψυχούλα του, να έφευγε η σκιά αυτή από το βλέμμα του.
Πόσο μετάνιωνε για τότε, που τον κούραζε να ακούει τα ίδια και τα ίδια, χίλιες φορές την ημέρα. Να που αυτή η αφωνία, η εκκωφαντική σιωπή, ήταν χειρότερη.

Σάββατο πρωί, ήρθε η εγγονή του και θα καθόταν στον μπαμπά της, το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Έτρεξε, φίλησε και αγκάλιασε τον παππού, ενώ εκείνος δεν ανταποκρίθηκε. Την γιαγιά δεν την πρόλαβε πολύ. Δεν είχε πολλές μνήμες. Ήταν επτά χρονών όταν πέθανε. Πιο πολύ μέσω των αφηγήσεων του παππού την ήξερε. Θυμόταν επίσης μια ιστορία, που της έλεγε η ξαδέρφη της και λόγω των ημερών, άρχισε να την λέει στον παππού, ενώ ξάπλωσε μπρούμυτα στο χαλί, μπροστά στα πόδια του, με τους μαρκαδόρους στο χέρι, έτοιμη να του χαρίσει και μια ζωγραφιά στο μπλοκ της. Δίπλα τους και ο Μένιος, τελείωνε μια δουλειά του, στο λάπτοπ.
“Ήταν Κυριακή της συγχώρεσης και η γιαγιά Φανούλα με τις δύο μεγάλες της εγγονές, την Μαρία και την Στέλλα, πήγαν στην εκκλησία. Βγαίνοντας, με το αντίδωρο στο χέρι οι νεαρές και η γιαγιά, αγκαζέ, ανάμεσα στα κορίτσια, πέτυχαν τη κυρά Μέλπω.
– Βρε Φανούλα, τρεις γιοι, δύο μεγάλοι εγγονοί, τα μικρά κορίτσια σε συνοδεύουν; Αφού δεν μπορείς να περπατήσεις.
– Μια χαρά τα καταφέρνουν τα κορίτσια μου!
Οι εγγονές της, ήδη άρχισαν να βράζουν με την γνωστή γειτόνισσα.
– Ναι, αλλά εσύ γυναίκα της εκκλησίας υποτίθεται, δεν την βλέπεις την κοντή την φούστα;
Η γιαγιά, με τις παλάμες της, έσφιγγε τα μπράτσα των κοριτσιών, να μην απαντήσουν.
– Μέλπω, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
– Ε! Ντροπή, στον ιερό χώρο. Ούτε νηστεύουν. Τα βλέπω εγώ από δίπλα, τι τρώνε την Σαρακοστή.
– Είναι αξιέπαινοι όσοι έχουν αυτοκυριαρχία και αυτοπειθαρχία, νηστεύουν, δυναμώνουν το σώμα αλλά και την ψυχή τους, καταπολεμούν τους πειρασμούς. Όπως λέω όμως πάντα στα παιδιά και στα εγγόνια μου, καλύτερα να προσέχετε τι βγαίνει από το στόμα σας, παρά τι μπαίνει. Αν δεν κοροϊδεύεις, αν δεν βρίζεις, αν δεν είσαι αγενής, αν λες το καλό κι όχι το κακό, αν φροντίζεις να μη πληγώνεις κανέναν, είναι ισοδύναμο της νηστείας.
– Ναι καλά! Τί θα ‘λεγες για να τις δικαιολογήσεις! Είσαι και άνθρωπος της εκκλησίας…
– Κυρία Μέλπω, το είπατε ξανά, το ακούσαμε. Η γιαγιά μας είναι πράγματι άνθρωπος της εκκλησίας και είμαστε πολύ περήφανες γι’ αυτήν. Και σήμερα που είναι Κυριακή της συγγνώμης, σας συγχωρώ για τον τρόπο σας. Κάντε ήσυχη τους μεγάλους σταυρούς, τις μετάνοιες στις εικόνες, πιάστε πρώτο στασίδι, να βλέπετε ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει στην εκκλησία και τι φοράει και μη ξεχάσετε να νηστέψετε!

Η Μέλπω για λίγο σάστισε, μα καθώς τα κορίτσια, κατηύθυναν την γιαγιά τους προς την έξοδο, την άκουγαν να μουρμουρίζει, “α πα πα πα γλωσσού, κανένας σεβασμός στους μεγαλύτερους!”.

Η μικρούλα μόλις διηγήθηκε την ιστορία, συνέχισε να λέει τις σκέψεις που πάντα της γεννούσε. “Κάποιοι μεγάλοι, ξεχνούν πως τον σεβασμό τον κερδίζεις, δεν τον απαιτείς. Πολύ θα ήθελα να μοιάσω στη Στέλλα και να υπερασπίζομαι αυτούς που αγαπάω. Η γιαγιά Φανούλα ήταν τόσο καλή και διακριτική πάντα…”.
Ο μπαμπάς της, άκουγε και μνημόνευε την γλυκιά του μανούλα.

Μόλις είχε τελειώσει και την ζωγραφιά. Σηκώθηκε, πήρε το μπλοκ στα χέρια και το έδειξε με χαρά στον παππού της.
“Για σένα παππού, καλή Καθαρά Δευτέρα να περάσουμε!”
Ο κυρ Ανέστης μόλις την είδε, άνοιξε διάπλατα τα μάτια, σήκωσε αργά αργά το χέρι του κι έδειξε τον κόκκινο χαρταετό, ανάμεσα στους υπόλοιπους πολύχρωμους, είπε “Φανούλα” και βούρκωσε.

Ο Μένιος έκπληκτος, παράτησε αμέσως το λάπτοπ και γονάτισε μπροστά του. Πήρε στα χέρια του το μπλοκ και του το έδειχνε.
– Μπαμπά μου, θυμήθηκες!
– Μπαμπά, τι θυμήθηκε ο παππούς;
– Την γιαγιά σου, αγάπη μου.
– Μα δείχνει τον χαρταετό…
– Η γιαγιά Φανούλα, όταν ήμασταν μικρά εγώ και οι θείοι σου, που υποστηρίζαμε όλοι τον Παναθηναϊκό, για να μας πάει κόντρα που εκείνη ήταν ολυμπιακός, αγόρασε έναν κατακόκκινο χαρταετό και μας είπε, “αν θέλετε να τον ξεφορτωθείτε, πετάξτε τον ψηλά! Είχαμε θυμώσει και γελούσαμε ταυτόχρονα. Αποδείχθηκε, η πιο ωραία Καθαρά Δευτέρα που περάσαμε ποτέ…”.
Όση ώρα περιέγραφε ο γιος του εκείνη την μέρα, ο κυρ Ανέστης δεν πήρε τα μάτια του από τον ζωγραφισμένο κόκκινο χαρταετό, έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του και συνέχιζε να ψιθυρίζει με αγάπη “Φανούλα”.

Στο απόλυτα νεκρωμένο μυαλό του, που δεν υπήρχαν μνήμες, που είχαν χαθεί όλα, που δεν θυμόταν πρόσωπα, που του σκάλιζαν το παρελθόν με ιστορίες, με φωτογραφίες, με λέξεις, με γεύσεις, με αρώματα, χωρίς αποτέλεσμα, η μικρότερη εγγονή του, χωρίς προσπάθεια, στα ξαφνικά, με τον κόκκινο, ζωγραφισμένο χαρταετό, τον επανέφερε έστω για λίγο. Για μια στιγμή, χωρίς κανείς να το προκαλέσει, χωρίς κανείς να το περιμένει, η Φανούλα του, ξεπήδησε σα μνήμη, πέταξε κοντά του μαζί με τον χαρταετό της εγγονής του και τον έκανε να νιώσει ζωντανός, μέχρι που σκοτείνιασε πάλι ο νους του, στέγνωσαν τα δάκρυα μνήμης και ο φόβος φώλιασε πάλι στο βλέμμα του.

Ο Μένιος ευχήθηκε να κρατούσε πιο πολύ εκείνη η στιγμή. Τον αγκάλιασε σφιχτά κι ας προσπάθησε εκείνος να αντισταθεί, του ψιθύρισε πως τον αγαπάει πολύ και σηκώθηκε να φέρει από την κουζίνα, να φάνε γλυκό, να γιορτάσουν την στιγμή που προηγήθηκε. Άξιζε να την γιορτάσουν. Κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα υπήρχε ξανά, μία παρόμοια στο μέλλον.

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Τα παιχνίδια του μυαλού”

  1. Πολύ ωραίο και συγκινητικό! Αποτυπώνετε το φόβο και την θλίψη που είναι μέρος της άνοιας! Μπράβο σας!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading