Ο Ηλίας ξεκίνησε την μέρα του από πολύ νωρίς. Ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό του Νοέμβρη, με το κρύο να έχει κάνει τις πρώτες του δειλές εμφανίσεις. Ένα χαλί από πεσμένα φύλλα στα χρώματα του καμένου πορτοκαλί, κάλυπτε άτσαλα το πεζοδρόμιο. Πόσο του άρεσε αυτός ο μελαγχολικός καιρός… του ξεκλείδωνε τα κρυφά μονοπάτια του μυαλού του. Πού τον οδηγούσαν όμως; Σε δαιδαλώδεις λογισμούς, ξεκινούσε η σκέψη από κάτι απλό και κατέληγε σε μία θλίψη ολάκερη. Αυτό το συναίσθημα της λύπης του ερέθιζε το μυαλό και την καρδιά, του φανέρωνε νότες και στίχους και έτσι άρχισε να γράφει μουσική.
Μουσική! Η βασίλισσα των τεχνών! Με την κιθάρα του ξεκίνησε από τα χρόνια της εφηβείας να γράφει και να πειραματίζεται με τις νότες. Λάμβανε μέρος στα σχολικά φεστιβάλ για να εκφράζεται καλύτερα, σε αντίθεση με τους συνομήλικούς του, που έβλεπαν την μουσική σαν μέσο για να φλερτάρουν με τα κορίτσια της γειτονιάς. Ό έρωτας για αυτόν ήταν μία έννοια ιερή, ίσως γιατί δεν είχε συναντήσει την μία και μοναδική ψυχή που θα ακουμπούσε αρμονικά στην δική του.
Ο Ηλίας είχε ένα τέλειο παρουσιαστικό, ψηλός, μελαχρινός, με όμορφα γλυκά μελιά μάτια και καλοσχηματισμένα χείλια. Τα κορίτσια έλιωναν σε κάθε του εμφάνιση, όταν αυτός κράταγε την κιθάρα του και πολλές φορές χωρίς να έχει παίξει ούτε μία νότα, σχημάτιζαν κύκλο γύρω του, περιμένοντας ένα του μόνο νεύμα. Χωρίς να καταβάλει κόπο ή δεύτερη σκέψη, θα είχε δίπλα του την καλύτερη. Αν ήταν ένα αγόρι όπως τα άλλα.
Στα δεκαοκτώ του, μόλις είχε τελειώσει το σχολείο, έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα σημάδια της βαριάς κατάθλιψης που τον ακολούθησε για αρκετά χρόνια. Οι εναλλαγές στην διάθεσή του, στην ομιλία του, οι διαταραχές στον ύπνο, οι εκρήξεις θυμού, έβαλαν σε σκέψη του γονείς του. Ευτυχώς κινητοποιήθηκαν άμεσα ζητώντας την βοήθεια του ειδικού γιατρού, ο οποίος μετά από κάποιους μήνες παρακολούθησης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Ηλίας έπασχε από μία ήπια μορφή διπολικότητας. Στην αρχή όλη η οικογένεια σοκαρίστηκε, πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Δεν υπήρχε κανένας στο παρελθόν που να νοσούσε από τέτοιο ψυχικό νόσημα.
“Σημασία έχει το σήμερα”, έλεγε η μάνα για να καθησυχάσει τους υπόλοιπους. “Η επιστήμη έχει προοδεύσει και το αγόρι μας θα έχει μία σωστή φαρμακευτική περίθαλψη και θα γίνει καλά”.
Ο Ηλίας αρχικά κλείστηκε στο δωμάτιό του και το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν η μουσική του. Την εποχή αυτή συνέθεσε υπέροχα κομμάτια με μελαγχολικές νότες, που άφηναν στο τέλος την αίσθηση μιας γλυκόπικρης γεύσης. Σιγά σιγά βρήκε τα πατήματά του και με την συμπαράσταση του παιδικού του φίλου, του Γιάννη, βγήκε από το κρησφύγετό του συνεχίζοντας την ζωή του από το σημείο που την είχε αφήσει πριν νοσήσει. Εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό, κίνησε για την πλατεία του Αγίου Γεωργίου, όπου είχαν δώσει ραντεβού για καφέ στο κέντρο της πόλης. Ένα από τα πολλά πράγματα για τα οποία είναι γνωστή η Πάτρα είναι τα πολλά καφέ της, στέκια κυρίως φοιτητών αλλά και όλων των ντόπιων. Καφέ για όλα τα γούστα, για όλες τις ηλικίες και όχι μόνο. Καθώς διέσχιζε την Ρήγα Φεραίου παρέα με τον φίλο του, το μάτι του έπεσε σε ένα χαρτί που ήταν κολλημένο στην βιτρίνα ενός καταστήματος.
“Ζητείται μουσικός, κατά προτίμηση κιθαρίστας για το νέο μας καφέ – μπαρ. Πληροφορίες εντός”.
Ο Ηλίας κοντοστάθηκε και σκεπτικός όπως ήταν, στάθηκε για λίγο κοιτώντας την βιτρίνα που ήταν γεμάτη με πιτσιλιές από μπογιές. Σαν ένα χέρι να τον έσπρωξε εμπρός και μπήκε μέσα να ρωτήσει από περιέργεια αρχικά για το τι είδους μουσική υπήρχε ενδιαφέρον. Ζήτησε τον υπεύθυνο και ένας εργάτης του απάντησε ότι θα ερχόταν σε μία ώρα. Άφησε το τηλέφωνό του να τον καλέσουν και έφυγε για να συναντήσει τον φίλο του σε μία καφετέρια στον ίδιο δρόμο. Μόλις οι δύο νέοι κάθισαν με την άνεσή τους για να απολαύσουν έναν διπλό ελληνικό, το τηλέφωνο του Ηλία χτύπησε με εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο του τραγουδιού ‘love is like oxygen’.
“Μα τι ήχος είναι αυτός χριστιανέ μου;” είπε ο Γιάννης. “Ποιος ακούει τέτοια τραγούδια πια;”
Ο Ηλίας απάντησε αμέσως στο άγνωστο για αυτόν τηλέφωνο και από την άλλη άκρη ακούστηκε μία βραχνή γυναικεία φωνή.
“Καλημέρα σας, είμαι η ιδιοκτήτρια του καφέ που αφήσατε το τηλέφωνό σας πριν λίγο. Είστε ο κύριος Ηλίας;” ρώτησε η άγνωστη γυναίκα.
“Ναι, παρακαλώ. Ευχαριστώ που καλέσατε, λοιπόν;”.
“Θα θέλατε να περάσετε σε μισή ώρα από το μαγαζί, να τα πούμε από κοντά;” συνέχισε η άγνωστη.
“Βεβαίως, θα είμαι εκεί” την διαβεβαίωσε ο Ηλίας.
“Τι; Πού έχεις να πας καλέ;” ρώτησε ο Γιάννης. “Ούτε έναν καφέ δεν μπορούμε να πιούμε με την ησυχία μας;”.
“Ησύχασε, εδώ πιο κάτω θα πάω. Καθώς ερχόμουν είδα μια αγγελία που ζητάει μουσικό, ε, είπα να πάω να δοκιμάσω την τύχη μου”.
“Δεν πιστεύω να ανησυχείς μην δεν σε πάρουν! Άκουσα ότι είναι ένα νέο στέκι σε πολύ ιδιαίτερο στυλ που θα ανοίξει σε λίγες μέρες. Το δικό σου θα είναι, θα δεις. Για πήγαινε να μας πεις αν αξίζει”.
“Για να δούμε λοιπόν τι μου επιφυλάσσει η μοίρα αυτή την φορά…” είπε ο Ηλίας αφήνοντας ένα κρυφό γελάκι.
Η μισή ώρα πέρασε στο άψε σβήσε και μπαίνοντας στο μαγαζί αντίκρυσε μπροστά του μία γυναίκα που όμοιά της δεν είχε ποτέ συναντήσει.
“Καλημέρα σας, ο Ηλίας φαντάζομαι…” είπε η άγνωστη. “Είμαι η Άννα και αυτό είναι το μαγαζί που ελπίζω να εγκαινιάσω την άλλη βδομάδα. Καθήστε, να σας φέρω να πιείτε κάτι; Καφέ, νερό;”.
“Όχι , ευχαριστώ, μόλις σηκώθηκα από την καφετέρια. Ωραίος χώρος και πολύ ζεστά και ιδιαίτερα χρώματα. Boho style, I like it!”.
“Βλέπω σας αρέσουν τα ασυνήθιστα πράγματα. Έτσι είναι και η μουσική σας;”.
“Ναι, προσπαθώ να διαφοροποιούμαι από τους πολλούς. Για πέστε μου τι ακριβώς ζητάτε;”
Θεέ μου! Πόσο όμορφη είναι αυτή η γυναίκα! έλεγε από μέσα του, προσπαθώντας να μην καρφωθεί. Η σκηνή έμοιαζε με την πρώτη πράξη ενός θεατρικού έργου, με τους δύο πρωταγωνιστές που δεν γνωρίζονται ακόμη και είναι έτοιμοι να αφεθούν στα παιχνίδια της μοίρας.
“Κοιτάξτε, χρειάζομαι έναν μουσικό που να μιλάει στις ψυχές των θαμώνων. Να πίνουν το ποτό τους, όχι μόνο ένα, αλλά και δύο και τρία και τα αυτιά τους να γεμίζουν με εύηχη, ευχάριστη μουσική. Να φεύγουν ευχαριστημένοι για να ξαναέρθουν σύντομα. Δεν με ενδιαφέρει το κέφι, ας πάνε στα διπλανά μαγαζιά για αυτό, εγώ θέλω ψυχή! Νομίζετε ότι μπορείτε να το προσφέρετε αυτό;”.
Ο Ηλίας την κοίταξε βαθιά στα μάτια, τα πράσινα, με τις μεγάλες βλεφαρίδες, παρατηρώντας χωρίς ανάσα τα κοκκινισμένα μαλλιά της και το αξιολάτρευτο πηγούνι. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά! Στεκόταν μπροστά σε αυτό που αναζητούσε η ψυχή του τόσα χρόνια. Χωρίς να σκεφτεί το πώς έπρεπε να απαντήσει, την ρώτησε αν υπάρχει καμία κιθάρα πρόχειρη για να της κάνει μια σύντομη επίδειξη.
Η Άννα σηκώθηκε από την καρέκλα της με την αίσθηση ότι ένα ζευγάρι μελιά μάτια την παρακολουθούσαν σε κάθε της κίνηση. Μα τι περίεργος άντρας! Έχει κάτι το ασυνήθιστο…, σκέφτηκε την ώρα που πήγε στο διπλανό δωμάτιο για να φέρει την κιθάρα.
Μόλις ο Ηλίας την έπιασε στα χέρια του, τα δάχτυλά του μετατράπηκαν σε τόξα που στόχευαν τις χορδές του οργάνου. Από τις πρώτες κιόλας νότες, η κοκκινομάλλα γυναίκα αισθάνθηκε ρίγος και για δευτερόλεπτα ο χρόνος σταμάτησε, το απόλυτο κενό, που αντί να σε φοβίζει, σου άφηνε ένα απαλό και γαλήνιο χάδι στην ψυχή. Αυτό ήταν, αυτό έψαχνε τόσο καιρό και να που το βρήκε σε αυτόν τον περίεργο νεαρό. Μα τι είχε αυτός ο άντρας και την έκανε να νιώθει τόσο άνετα από την πρώτη συνάντηση; Σαν να ήξερε τι ζητούσε, λόγια αγάπης ντυμένα με μουσικές νότες.
“Τέλεια!”, του είπε κοιτώντας τον στα μάτια. “Μπορείτε να αρχίσετε την άλλη βδομάδα; Λογικά το μαγαζί θα είναι έτοιμο την επόμενη Τρίτη. Τετάρτη βράδυ ελπίζω να κάνουμε εγκαίνια. Θα σας περιμένω. Α, και για την αμοιβή σας. Μπορώ να σας δώσω για αρχή 100 ευρώ την βραδιά. Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Είστε εντάξει με αυτό; Και αν όλα πάνε κατ’ ευχή το ξανασυζητάμε”.
Χωρίς δεύτερη σκέψη συμφώνησε, έδωσαν τα χέρια ανανεώνοντας το ραντεβού για την επόμενη βδομάδα. Δεν ήταν τα χρήματα που τον έκαναν να συμφωνήσει αμέσως, η μουσική τον οδήγησε σε ένα νέο μονοπάτι που δεν το είχε ποτέ διανύσει, προσφέροντάς του νέα πνοή και ανάσα. Χρειαζόταν έναν έρωτα για να ξαναρχίσει να ζει επιτέλους! Μέχρι εκείνη την στιγμή, μετά την αρρώστιά του, δεν ήξερε πώς να προχωρήσει, σαν να κουβάλαγε στο στήθος μια βαριά, άκαμπτη πέτρα που τον έριχνε όλο και πιο βαθιά σε θλιβερούς, σκοτεινούς λογισμούς.
Οι μέρες κύλησαν γρήγορα και όλα ήταν έτοιμα για τα εγκαίνια του νέου καφέ για το οποίο μιλούσαν όλοι οι φοιτητές και οι νέοι της πόλης, γιατί το όνομά του έκανε την διαφορά και ταίριαζε απόλυτα με τα χρώματά του και το ύφος του “love is like oxygen’”.
Μπαίνοντας στο μαγαζί, ο Ηλίας αισθάνθηκε στην ραχοκοκαλιά του την θαλπωρή και την ζεστασιά που έβγαζαν οι φλόγες από το τζάκι, νεαρόκοσμος κάθονταν στα αναπαυτικά μωβ καθίσματα απολαμβάνοντας το ποτό τους, ενώ η οικοδέσποινα, ντυμένη στο χρώματα του αμέθυστου, όπως το μαγαζί, λαμπερή και χαμογελαστή τον καλωσόρισε, δίνοντάς του δύο φιλιά στο μάγουλο.
Θεέ μου! Πόσο όμορφη είναι!, είπε από μέσα του ανταποδίδοντας τα φιλιά.
Πόσο επιβλητικός φαίνεται!, σκέφτηκε η Άννα.
Έτσι ξεκίνησε η ιστορία του Ηλία και της Άννας, δύο νέων με τα ίδια όνειρα ζωής και στόχους. Να πετύχουν φτάνοντας στο τέρμα διανύοντας άλλους δρόμους, διαφορετικούς από τον υπόλοιπο κόσμο, μέσα από την μουσική και την τέχνη, φτάνοντας στο λιμάνι της αγάπης που καλύπτει όλα τα κενά στις ψυχές των ανθρώπων.
Δεν άργησαν να γίνουν ζευγάρι λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ο νέος χρόνος τους βρήκε αγκαλιασμένους, χαρούμενους, ανάμεσα σε φίλους και θαμώνες. Ο Ηλίας έπαιξε το κομμάτι από την ταινία Ρωμαίος και Ιουλιέτα κοιτώντας την Άννα με τα μελιά υγρά από δάκρυα μάτια. Η χημεία τους ήταν μοναδική, η φωτιά από το τζάκι ζέσταινε τα κορμιά και την ψυχή τόσο ευγενικά και γλυκά, σαν το πρώτο τους φιλί και χάδι. Από εκείνη την νύχτα ο Ηλίας δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να συνεχίσει τα φάρμακά του και αυτή η απόφαση ήταν η αρχή του τέλους…
Η Άννα είχε αποδεχτεί το παρελθόν του Ηλία χωρίς κανένα ενδοιασμό και φόβο για το μέλλον, πολλές ήταν οι φορές που δεν έδινε σημασία σε μικροξεσπάσματα και εναλλαγές στην διάθεσή του. Δεν πειράζει, έλεγε από μέσα της, όλοι έχουμε τις άσχημες στιγμές μας. Πέρασαν δύο χρόνια με το ζευγάρι να βρίσκεται ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο, η Άννα ένιωθε χαμένη νιώθοντας την πυξίδα της καρδιάς της να γυρίζει άναρχα, ο Ηλίας, ενώ ήταν γνώστης της κατάστασής του, ένιωθε να κουβαλάει ένα μεγάλο βάρος στην καρδιά μην μπορώντας να αντιδράσει.
Το μεθεπόμενο καλοκαίρι ήταν καθοριστικό για την σχέση τους, η δουλειά ήταν σε ύφεση, οι φοιτητές άδειαζαν την πόλη μετά τον Ιούνιο, ο κόσμος προτιμούσε τις θάλασσες και η γκρίνια χτύπησε την πόρτα του μαγαζιού με έντονα χτυπήματα. Ο Ηλίας δεν μπορούσε να δεχτεί την αδράνεια και η Άννα την απάθειά του. Τότε εκείνη πήρε την απόφαση να το κλείσει προσωρινά μέχρι το φθινόπωρο, μειώνοντας τα έξοδά της, πρότεινε στον Ηλία να φύγουν για λίγο καιρό, να βρεθούν μόνοι τους και να ξαναπροσδιορίσουν την σχέση τους.
Αρχικά η ιδέα του φάνηκε καλή, η Άννα ετοίμασε τις βαλίτσες της για την Ζάκυνθο, όπου εκεί η οικογένειά της διατηρούσε ένα παλιό σπίτι στο κέντρο της πόλης. Ο Ηλίας θα ακολουθούσε αργότερα με την πρώτη ευκαιρία. Αυτή η καθυστέρηση ήταν και το λάθος του. Γιατί πολλές φορές δεν ξέρεις πόσες φορές θα χτυπήσει την πόρτα ο έρωτας και στην περίπτωση της Άννας, ο φτερωτός θεός έριξε τα βέλη του σύντομα στην καρδιά της. Στην ίδια γειτονιά έμενε και ο Θάνος, ένας παιδικός της φίλος, που έτρεφε για την Άννα τρυφερά συναισθήματα από παλιά και όταν έκανε την εμφάνισή της, αυτά ξαναβγήκαν στην επιφάνεια. Αρχικά εκείνη ήταν κλεισμένη στο σπίτι της μέχρι να μπορέσει να ανακάμψει και να αρχίσει σιγά σιγά τις θαλάσσιες εξορμήσεις. Μα τι φάρμακο ήταν για αυτήν τα γαλάζια ζεστά νερά του νησιού! Μόνη στην παραλία από νωρίς το πρωί, αφήνοντας το κορμί κάτω από τον ήλιο, νιώθοντας την κάθαρση βαθιά στα κύτταρά της, βάζοντας τις σκέψεις της σε τάξη, συνάντησε εκεί στο πουθενά τον Θάνο. Η χαρά της φάνηκε στο πρόσωπό της, μα το ίδιο και παραπάνω είχε χαρεί και εκείνος. Επιτέλους θα έβρισκε την ευκαιρία για να μιλήσουν από κοντά. Σαν να μην είχε περάσει μία μέρα από τα εφηβικά τους χρόνια, που στο ίδιο μέρος πέρναγαν ατελείωτες ώρες κολυμπώντας. Αυτή η οικειότητα ήταν το σκαλοπάτι για να ανέβει ο καθένας σταδιακά, μέχρι την στιγμή που αποκαλύφθηκαν τα συναισθήματα του Θάνου. Πόσο πολύ την αγαπούσε από νεαρός και όλο αυτά έγιναν λόγια αγάπης. Μία εξομολόγηση από τα βάθη της ψυχής του ήταν αρκετή για να φανερωθούν τα αντίστοιχα συναισθήματα της Άννας. Πόσο περίεργο και δύσκολο θα της φαίνονταν πριν καιρό, αλλά ο Θάνος ήξερε, της ξεκλείδωσε την καρδιά, την γέμισε με ηρεμία και ασφάλεια, αυτά που της είχαν λείψει. Ο Ηλίας δεν μπόρεσε να της τα προσφέρει και ενώ του έριχνε τόσες ευθύνες, τώρα μόνο κατάλαβε ότι απλά δεν μπορούσε. Και εκείνη ζητούσε πια το λιμάνι της, που το βρήκε στο πρόσωπο του παιδικού της φίλου.
Ο Ηλίας δεν αισθανόταν ακόμη έτοιμος για να βρεθεί με την γυναίκα της ζωής του. Σαν ένα χέρι να τον κατεύθυνε αλλού, με τα μάτια του έψαχνε το νησί και της έστελνε τις σκέψεις του και την αγάπη του. Μέχρι εκεί όμως! Όταν της τηλεφωνούσε, αντιλήφθηκε την αλλαγή στην φωνή της και σαν από ένστικτο κατάλαβε ότι κάτι τρέχει. Ίσως να χρειάζεται και εκείνη τον χρόνο της, σκεφτόταν. Μέχρι που ένας κοινός φίλος που έκανε και εκείνος τις διακοπές του στην Ζάκυνθο, του μετέφερε τα μαντάτα. Η Άννα είχε φίλο! Εκεί ήταν που συνειδητοποίησε το πόσο του έλειπε, το πόσο την αγαπούσε, το πόσο την κουβαλούσε στην ψυχή του, που μέσα σε μία στιγμή γέμισε με αγκάθια. Θυμός, απελπισία, αγανάκτηση, απελπισία, πόσες εναλλαγές στην ίδια στιγμή…
Για μέρες περιφερόταν στα μέρη που πήγαιναν μαζί, εκεί που κάποτε αντηχούσε το γέλιο της. Αφού ένα τρίτο πρόσωπο μπήκε ανάμεσά μας. τότε εγώ δεν έχω λόγο ύπαρξης πια! Ένιωθε χαμένος, τα μάτια του από τα δάκρυα είχαν χάσει την λάμψη τους. Είχε χάσει βάρος και κανείς δεν μπορούσε να του ηρεμήσει την ψυχή.
Ήταν αρχές Σεπτέμβρη όταν αποφάσισε να βάλει τέλος στην ζωή του, ρίχνοντας το αυτοκίνητό του σε έναν γκρεμό. Στην κηδεία του οι γονείς του απαρηγόρητοι έψαχναν με τα μάτια τους την Άννα που δεν τόλμησε να εμφανιστεί. Από τότε κανείς δεν την ξαναείδε στην πόλη, τα ίχνη της χάθηκαν και κανείς δεν την αναζήτησε ποτέ ξανά. Στο μαγαζί της η ταμπέλα έμεινε για πολύ καιρό κρεμασμένη και ο επόμενος ιδιοκτήτης δεν την αφαίρεσε, σαν να ήθελε να υπενθυμίζει στον κόσμο πως ό,τι και να γίνει, όσα δάκρυα και να πέσουν, ο κήπος θα ανθίσει κάποτε, γιατί love is like oxygen!
Δήμητρα Καμπόλη
