Ήταν αποφασισμένη, μπήκε με σιγουριά στο σπίτι, αλλά η Μιχαέλα έλειπε. Σχεδίαζε παρουσία και των δυο να ανακοινώσει την παραίτησή της και μετά αν εκείνος την έψαχνε, αν την παρακαλούσε, θα του εξηγούσε, αλλά αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, θα ξεκαθάριζε πρώτα με ‘κείνον και μετά θα απευθυνόταν στην γυναίκα του.
– Μου ‘λειψες!, της είπε με πάθος μόλις μπήκε.
– Κύριε Νικολάου, νομίζω ότι κάτι σας ζήτησα τις προάλλες.
– Πάλι τα ίδια; Δεν μπορώ μακριά σου, κατάλαβέ το. Υποφέρω να σε βλέπω και να μη μπορώ να σε αγκαλιάσω, να σε φιλήσω!
– Δε θα με βλέπετε για πολύ. Θα παραιτηθώ!
– Δεν θα πας πουθενά!, της είπε κοφτά και όρμηξε πάνω της, έπιασε το πρόσωπό της με τα χέρια του και την φίλησε.
Η Αμαλία δεν ανταπέδωσε το φιλί. Τον έσπρωχνε μακριά της.
– Κύριε Νικολάου, σας παρακαλώ. Έχετε ξεπεράσει κάθε όριο.
Εκείνος, έρμαιο του πάθους του, δεν την άκουγε, δεν καταλάβαινε την αντίστασή της. Συνέχιζε να προσπαθεί με το ζόρι να αγγίξει τα χείλη του στα δικά της.
– Ήμουν σαφής νομίζω!, φώναξε η Αμαλία και το χαστούκι ήχησε δυνατά. Πίστεψε ότι θα θυμώσει εκείνος και θα την πετάξει έξω από το σπίτι. Κατά βάθος το ήλπιζε κιόλας. Αντί αυτού, το ένα σοκ θα διαδεχόταν το άλλο.
– Αυτή η αγριάδα σε συνδυασμό με την συστολή σου, με ερεθίζουν, της είπε και κόλλησε το σώμα του επάνω της, με τον πόθο του εμφανή, στο παντελόνι του.
– Σταμάτα επιτέλους! και σαν αγρίμι στο κλουβί, προσπαθούσε να ξεφύγει από την αγκαλιά του, που βίαια την είχε αιχμαλωτίσει.
– Αφού με γουστάρεις και ‘σύ και το ξέρουμε και οι δύο. Δεν υπάρχει λεπτό που να μη σε φαντάζομαι γυμνή επάνω μου. Κοίτα τι μου προκαλείς! και κατεβάζοντας το φερμουάρ του, άρπαξε απότομα το χέρι της και το ακούμπησε στο επίμαχο σημείο.
– Αν δεν με αφήσεις αμέσως, θα τα πω όλα στη γυναίκα σου!, σοκαρισμένη από την κίνηση του, ούρλιαζε η Αμαλία.
Αντί για απάντηση, αντί να φοβηθεί και να την αφήσει, την κοιτούσε μες στα μάτια και γελούσε σα δαίμονας. Σταμάτησε απότομα και με θράσος της είπε!
– Ναι ε; Τι μας λες! Τρέμω από τον φόβο!
Άνοιξε τα χέρια του, την ελευθέρωσε, εκείνη έκανε μερικά βήματα μακριά του και θυμωμένα του είπε:
– Μην απλώσεις ξανά τα χέρια σου επάνω μου!
– Ποιος θα μου το απαγορέψει; Εσύ;, της είπε και το σατανικό του γέλιο την ανατρίχιασε.
– Είσαι άρρωστος! Τόσο θέατρο; Ο ευαίσθητος και ρομαντικός που ατύχησε με την κακομαθημένη γυναίκα! Ο γλυκός και ευγενικός πολιορκητής του ενδιαφέροντός μου, που απλά δεν ξέρει από όχι, που έμαθε να παίρνει ό,τι βάζει στο μάτι, χωρίς να υπολογίζει τίποτα. Μόλις, γυρίσετε με την Μιχαέλα, για να μη χαλάσω την υποχρέωση σας, αφού αυτές τις εντολές είχα εξαρχής, θα της πω ότι φεύγω.
– Δεν θα το κάνεις, πίστεψε με, της είπε με ένα αηδιαστικό, βλέμμα υπεροχής.
– Περίμενε και θα δεις!, δεν άφησε το ύφος του, να την ταράξει.
– Αν το κάνεις, θα πω στην γυναίκα μου και στον καθηγητή σου, ότι μου την έπεσες εν ψυχρώ, ότι είσαι ένα χυδαίο, αχάριστο τσουλάκι, που αντί να πεις ευχαριστώ που σε βάλαμε σπίτι μας, θαμπώθηκες από το όνομά μου, την θέση μου, το χρήμα και μου ρίχτηκες, αδιαφορώντας για την γυναίκα και το παιδί μου. Λες να μη με πιστέψουν; Δεν θα πάρεις ποτέ πτυχίο. Θα σε θάψω, κατάλαβες; το βλέμμα του πετούσε σπίθες από αλαζονεία και δηλητήριο.
– Είσαι το είδος του ανθρώπου που σιχαίνομαι, μα δε θα σου περάσει, στ’ ορκίζομαι!, του είπε και έτρεμε από νεύρα και θυμό. Τι θέλεις από μένα; συνέχισε, όσο προσπαθούσε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της.
Στεκόταν απέναντί της σαν αρπαχτικό, που μόλις είχε σκίσει τη σάρκα της λείας του κι έσταζε το αίμα από τα δόντια του.
– Σε είχα για έξυπνο κορίτσι. Δεν έχω μάθει να χάνω. Θα γίνεις δική μου, το ξέρεις ότι θα περάσουμε καλά. Αφού δεν πείστηκες με το καλό, θα πειστείς με το άγριο! Όσο είσαι καλό και υπάκουο κορίτσι, θα έχεις και τα εξτραδάκια σου. Μην ξαναπεράσει από το μυαλουδάκι σου να με απειλήσεις. Δε μπορείς να φανταστείς, σε τι κόλαση θα μπλέξεις.
Ευτυχώς δεν πρόλαβαν να πουν άλλα, γιατί μαμά και γιος άνοιγαν την πόρτα. Δεν είχε άλλες δυνάμεις να τον αντιμετωπίσει, ένιωθε εξουθενωμένη. Αηδιασμένη, τον έβλεπε να αλλάζει το ύφος του με τρομερή άνεση και φυσικότητα, σε ‘κείνο του γλυκού, πιστού συζύγου. Φίλησε ατάραχος την γυναίκα του, χάιδεψε το κεφαλάκι του γιου του σαν να μη είχε συμβεί τίποτα λίγα λεπτά πριν. Όταν έμεινε μόνη με τον πιτσιρικά, δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της το συμβάν που είχε βιώσει. Με χίλιες σκέψεις στο λεπτό, δεν μπορούσε να αποφασίσει την επόμενη κίνησή της που θα της έδινε μια λύση. Το σίγουρο ήταν ότι δεν έπρεπε να ξαναβρεθεί στον ίδιο χώρο μαζί του.
Έπρεπε να δράσει άμεσα. Χρειαζόταν κάτι ισχυρό στα χέρια της. Την επόμενη μέρα, έψαξε από συμφοιτήτριες και άλλων σχολών φοιτήτριες, αν κάποια έκανε babysitting στο σπίτι του. Όταν τα κατάφερε, θυμήθηκε την μαμά της που έλεγε πάντα, “οι παροιμίες είναι βγαλμένες από τη ζωή”, αφού στο νου της, επικρατούσε μία. Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη. Νόμιζε πως τον είχε στο χέρι, αφού ανακάλυψε δύο συμφοιτήτριές της και μια τριτοετή φαρμακευτικής, που είχαν ανάλογη εμπειρία. Ακριβώς η ίδια μεθοδολογία. Ο εγκαταλελειμμένος ψυχικά σύζυγος, με την αυταρχική, χωρίς συναισθήματα γυναίκα, που ζει το δράμα του μέσα σε έναν νεκρό γάμο και ερωτεύεται παράφορα τη νεαρή κοπέλα που μπήκε στο σπίτι του και δίνει νόημα στην άδεια του ζωή. Κι εκείνες αντιστάθηκαν κι εκείνες δεν ήθελαν να γίνουν το τρίτο πρόσωπο, αλλά ο φόβος της εξουσίας τις νίκησε. Μόλις πήρε από τις κοπέλες αυτό που ήθελε, μόλις τις έριξε στο κρεβάτι του, τις απομάκρυνε από τη ζωή του, με συνοπτικές διαδικασίες, αναγκάζοντάς τες να παραιτηθούν, πάντα υπό την απειλή της διαπόμπευσης και του “θαψίματος”, αν άνοιγαν το στόμα τους. Την παρακάλεσαν να μην αναφέρει τα ονόματά τους, σα να μη της μίλησαν ποτέ. Δεν είχαν σκοπό να καταστρέψουν την ζωή τους για ένα ακόμα τομάρι της καλής κοινωνίας, για ένα ακόμα απόβρασμα, που έκανε χρήση της δύναμης που του παρείχε η φήμη, το όνομα, το χρήμα, ποδοπατώντας την αξιοπρέπεια ασήμαντων κοριτσόπουλων. Πόσα επιμελώς καταχωνιασμένα εγκλήματα, επιλεκτικά ξεχασμένα, θαμμένα, κάτω από το χαλί της εξουσίας κάποιων… Προσπάθησε να τις ξεσηκώσει, να ταχθούν όλες μαζί απέναντί του, ενωμένες, μα δεν κατάφερε να τις πείσει και το σεβάστηκε. Είχε τόσο θυμό, που ενώ γνώριζε πια τον τρόπο που λειτουργούσε, δεν ήξερε πώς να τον φέρει ενώπιον των ευθυνών του, να τον διαλύσει, όπως έκανε εκείνος, ποιος ξέρει σε πόσα γυναικεία σώματα, γυναικείες συνειδήσεις και ψυχές.
Σκεφτόταν να απευθυνθεί στον καθηγητή της που μεσολάβησε για το babysitting. Γρήγορα το μετάνιωσε. Κι αν ήταν κι αυτός άλλο ένα σίχαμα με επικάλυψη ευυπόληπτου πολίτη; Επόμενη σκέψη, η αστυνομία. Κι αν δεν την πίστευαν; Κι αν οι διασυνδέσεις του τον βοηθούσαν να μείνει ανέγγιχτος από τον καταπέλτη της δικαιοσύνης; Το ενδεχόμενο να το εμπιστευτεί στους γονείς της το έδιωξε πριν καν περάσει από το μυαλό της. Ο μπαμπάς της δεν θα της συγχωρούσε ποτέ, που δεν υπολόγισε την επιθυμία του να μη δουλέψει, αλλά κυρίως, το ρεζιλίκι, σα να ήταν δικό της λάθος, η ανάρμοστη συμπεριφορά του άντρα αρπαχτικό. Σαν αρχαία τραγωδία, τον έκανε εικόνα να χτυπάει το μέτωπό του, να ξεφυσάει, να φωνάζει, να καταριέται την μοίρα του για το κακό που του προκάλεσε η κόρη του, για το ρεζιλίκι και το πώς θα κυκλοφορούσε ξανά στη γειτονιά. Η τελευταία της επιλογή, ήταν η Μιχαέλα. Στη σκέψη και μόνο του ύφους στρατηγού, ήθελε να σταθεί προσοχή. Πώς να της αποκάλυπτε ότι ο πατέρας του παιδιού της, με το προσωπείο αμέμπτου ηθικής, παρενοχλούσε νεαρές κοπέλες, τις εκβίαζε και κεράτωνε την ίδια ασύστολα, μέσα στο ίδιο της το σπίτι; Δεν θα την πίστευε!
Δεν είχε χρόνο για αναβολές. Από το να υποκύψει στις ορέξεις του και να γίνει άλλο ένα γρανάζι στη μηχανή εκβιασμού που είχε στήσει, από το να πληγώσει άθελά της μια γυναίκα που μπορεί ο τρόπος της να ήταν Χιτλερικός, τουλάχιστον όμως δεν ήταν κάτι άλλο από αυτό που έδειχνε και το σημαντικότερο, από το να του δώσει την χαρά ότι τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τον νικήσει γιατί είναι ο κυρίαρχος του κόσμου και μπορεί να παίζει με ανθρώπινες ζωές, αποφάσισε να ρισκάρει.
Όταν ήξερε ότι θα την πετύχει μόνη στο σπίτι και ότι ο αντρούλης της θα αργούσε πολύ, χτύπησε την πόρτα του σπιτιού τους.
– Αμαλία, τι θέλεις εδώ;
– Είναι μεγάλη ανάγκη να σας μιλήσω.
– Πέρνα, κάθισε. Θέλεις να πιείς κάτι;
– Όχι ευχαριστώ, είμαι εντάξει. Αυτό που θέλω μόνο, είναι να με ακούσετε μέχρι τέλους. Μη βιαστείτε να αντιδράσετε, μη βιαστείτε να βγάλετε λανθασμένα συμπεράσματα.
– Σε ακούω.
Καθόλου δεν την βοηθούσε η στάση της “σε κοιτάζω αφ υψηλού”. Μακάρι να μπορούσε να ανοίξει την πόρτα και να φύγει, να εξαφανιστεί.
– Κυρία Μιχαέλα, ο άντρας σας… ι άντρας σας μου ρίχτηκε με χυδαίο τρόπο.
Για να πει αυτές τις δεκατρείς λέξεις, το βλέμμα το είχε καρφωμένο στο πάτωμα, οι παλάμες της ίδρωσαν, τα μηνίγγιά της σφυροκοπούσαν και νόμιζε πως θα λιποθυμήσει.
– Κοίταξέ με στα μάτια και πες το μου ξανά.
Η Αμαλία, ήταν προετοιμασμένη για όλα, εκτός από αυτή τη παγερή αντίδραση. “Να σε κοιτάξω στα μάτια θες κυρία μου; Νομίζεις ότι σε φοβάμαι; Κάτσε και θα δεις!”, ήθελε να της πει, αλλά πήρε μια γενναία ανάσα και είπε την αλήθεια της.
– Ο άντρας σας μου ρίχτηκε με χυδαίο τρόπο. Από την πρώτη στιγμή η ματιά του έκρυβε κάτι άλλο, έψαχνε ευκαιρίες να με αγγίξει, όλα αυτά μπροστά σας. Στιγμές που λείπατε, έγινε πιο διαχυτικός. Μέχρι που προχθές, χωρίς τη θέλησή μου με έσφιγγε, με φίλησε και… και με τη βία άρπαξε το χέρι μου και το ακούμπησε στην στύση του.
Έκανε μια μικρή παύση, θέλοντας να συγκρατήσει την έντασή της, μα δε σταμάτησε ποτέ να την κοιτάζει στα μάτια.
– Χωρίς να τον προκαλέσεις;
– Δεν θα σας κρύψω, ότι ερχόμενη εδώ, με κέρδισε με την γοητεία του, τον αυθορμητισμό, την ευγένεια, την σχεδόν παιδικότητά του. Ήταν τόσο διαφορετικός από…
– Από μένα!
Η Αμαλία ξεροκατάπιε. Δεν υπήρχε γυρισμός. Όλα για όλα.
– Ναι, τόσο διαφορετικός από σας. Σίγουρα κέρδισε τις εντυπώσεις. Δεν του έδωσα όμως ποτέ θάρρος, σας το ορκίζομαι. Όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι με κοιτάζει και με πλησιάζει διαφορετικά, ίσως κολακεύτηκα, αλλά όταν άρχισε το μελόδραμα, περί γάμου, συζύγου και του έρωτά του για μένα, του ξεκαθάρισα ότι δεν θα συμβεί τίποτα ανάμεσα μας. Και τότε…
– Σε απείλησε…
Απόρησε η Αμαλία, που μάντεψε η γυναίκα απέναντί της, τι συνέβη και πέρα από αυτό, σα να της φαινόταν πιο συγκαταβατική, χωρίς την γνωστή έπαρση, σχεδόν, μελαγχολική… Μπροστά της είχε μια άλλη γυναίκα, πολύ διαφορετική από αυτήν που είχε γνωρίσει.
– Ναι… με απείλησε. Αν δεν πέσω στο κρεβάτι του, θα πει την ιστορία ανάποδα και σε σας και στον καθηγητή μου. Ορκίστηκε πως θα με χώσει βαθιά στην κόλαση. Έχω και κάτι ακόμα να σας πω, να το βγάλω από μέσα μου, που είναι ακόμα πιο τραγικό και δύσκολο να πιστέψετε…, είχε πάρει φόρα η Αμαλία.
– Πες μου!
– Μη ξέροντας πώς να αντιδράσω, αναζητώντας λύση, έψαξα ανάμεσα στις φοιτήτριες. Βρήκα κι άλλες που είχαν μια πανομοιότυπη εμπειρία με τον άντρα σας. Που μόλις πήρε αυτό που ήθελε, τις ανάγκασε να παραιτηθούν. Λογικά και εγώ θα είχα την ίδια κατάληξη. Αλλά δεν θέλουν να ακουστεί το όνομά τους. Δεν ξέρω πώς να σας πείσω. Η αλήθεια, περίμενα να με κατηγορήσετε ότι λέω ψέματα, ότι σίγουρα του τρίφτηκα, ότι δεν πιστεύετε λέξη από όλα αυτά κι ότι ο άντρας σας δεν είναι τέτοιος άνθρωπος. Περίμενα να με πετάξετε έξω, ακόμα και να με χαστουκίσετε. Δεν ξέρω αν με πιστεύετε, δεν ξέρω γενικά τίποτα. Αυτές τις μέρες είμαι σε χαοτική κατάσταση.
Η Αμαλία τα έλεγε όλα με μια ανάσα. Βιαζόταν, σα να ήθελε να προλάβει τις εξελίξεις, σα να φοβόταν μη συμβεί κάτι ακόμα χειρότερο. Η ζωή της είχε πάρει μια τροπή που δεν μπορούσε να βάλει φρένο.
Αντίθετα έβλεπε την Μιχαέλα με μια αφύσικη ηρεμία, που δεν ήξερε πού να την αποδώσει. Να τρόμαζε ή να ησύχαζε;
– Πριν τρία χρόνια, ο Ηλίας άρχισε να μου λέει ότι κλειστήκαμε πολύ με το μωρό, ότι έπρεπε να βγαίνουμε, να έχουμε κοινωνική ζωή, για να μη χανόμαστε από τους δικηγορικούς κύκλους, ότι ήταν αναγκαίο για την καριέρα του. Με διαβεβαίωνε ότι θα έβρισκε εκείνος τις καταλληλότερες κοπέλες για το παιδί. Για ακόμα μια φορά, έβαλα εκείνον πάνω από μένα και έγινε το δικό του. Τα σχεδίασε όλα, τα ήθελε όλα. Και την διατήρηση της εικόνας του τέλειου συζύγου, δικηγόρου, γαμπρού, πατέρα και να έχει του χεριού του τα κοριτσάκια που θα έμπαιναν σπίτι μας…
Διέκοψε τον λόγο της, γιατί ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό. Η Αμαλία έκανε μια κίνηση να την πιάσει από τον ώμο, να της συμπαρασταθεί, μα γρήγορα μαζεύτηκε κι έμεινε στη θέση της. Η Μιχαέλα συνέχισε βουρκωμένη.
-Αλλάξαμε πολλά κορίτσια. Μετά από μικρό διάστημα υπηρεσιών, μου ανακοίνωναν ότι παραιτούνται, λόγω εμού. Άλλη ότι την φόβιζα, άλλη ότι την εκνεύριζα, άλλη ότι ήμουν απότομη και ειρωνική, άλλη ότι της φερόμουν σα σκουπίδι. Απορούσα, πώς οι νεαρές κοπέλες, είχαν γίνει τόσο εύθραστες και παρατούσαν ένα καλό χρηματικό εισόδημα. Δεν είμαι ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου, αλλά στην ουσία, απαιτούσα μόνο να γίνονται όλα όπως ήθελα σχετικά με το παιδί μου, δεν φέρθηκα άσχημα σε καμία, ούτε αδίκησα καμία. Ο Ηλίας φρόντιζε να μου λύνει τις απορίες, κατά πώς τον βόλευε. Μου έλεγε να μη στεναχωριέμαι, να είμαι ο εαυτός μου, ότι δεν έφταιγα εγώ που έφευγαν, αλλά εκείνες που ένιωθαν κόμπλεξ κατωτερότητας και ότι αφού δεν μπορούσαν ούτε στα όνειρά τους να μου μοιάσουν και να αποκτήσουν όλα όσα είχα, το να φύγουν και να με κατηγορήσουν, τους δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι ήταν κάποιες. Δεν είμαι χαζή Αμαλία, ερωτευμένη είμαι. Είχα αφοσιωθεί στο μωρό, απομακρυνθήκαμε, παραμέλησα τον εαυτό μου. Εκείνος είναι ένας ωραίος άντρας, με μεγάλη επιτυχία στο γυναικείο φύλο, ήξερα ότι έβρισκε διέξοδο στις νεότερες αγκαλιές! Το να με απατά, χωρίς να σημαίνει τίποτα γι’ αυτόν η κάθε περιπέτεια, το δούλεψα πολύ μέσα μου, το προσπέρασα. Πίστευα ότι ξεχώριζε την αγάπη του για μένα από τη μια μεριά και το πήδημα της μιας φοράς από την άλλη. Είσαι μικρή, θα σου φαίνονται παρανοϊκά όλα αυτά. Εγώ τον στήριξα, εγώ του στάθηκα, εγώ τον έκανα αυτό που είναι σήμερα. Όλα τα έκανα από αγάπη. Όλα τα ανέχτηκα από αγάπη. Αλλά αυτή τη πλευρά του, δεν μπορώ να την ανεχτώ. Να παρενοχλεί, να εκμεταλλεύεται νέα κορίτσια, να ασκεί σωματική και ψυχολογική βία, χρησιμοποιώντας την όποια δύναμή του, να απειλεί, να εκβιάζει, να μην έχει κανένα φραγμό. Δεν μπορώ να το πιστέψω, σα σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Τελικά, είμαι χαζή και του επέτρεψα να το επιβεβαιώνει και να σπέρνει κακό γύρω του. Τώρα ενώνω τα κομμάτια και καταλαβαίνω την δράση του. Γι’ αυτό επέμενε να είναι όλες φοιτήτριες. Αυτές που έπεφταν από μόνες τους με την γοητεία και την επιμονή του, τις βαριόταν σύντομα και ήθελε να τις ξεφορτωθεί. Δεν ήθελε να τις διώχνει εκείνος, πρώτον από φόβο μήπως μιλήσουν και δεύτερον γιατί ήξερε ότι θα ρωτούσα τον λόγο και δεν τον συνέφερε να πει ψέματα ότι τον πλησίασαν ερωτικά εκείνες. Δεν θα επέτρεπα να ξαναμπεί φοιτήτρια στο σπίτι. Ο εκβιασμός με τα πτυχία και της κόλασης που τις περίμενε, βόλευε. Το ποιηματάκι ότι δεν άντεχαν εμένα, ήταν η τελευταία πράξη της παράστασης. Όσες αντιστάθηκαν, έζησαν τον εφιάλτη του εξαναγκασμού. Τρομακτικό, να υπακούς σε κάτι που δεν θέλεις. Βιασμός ψυχής και σώματος. Η αυλαία πάλι έπεφτε με μένα να είμαι ο λόγος παραίτησης. Όλα υπέρ του, όλα καλοστημένα. Κι εγώ ερήμην μου, τον βοηθούσα…
Η Αμαλία την κοιτούσε με συμπάθεια.
– Κυρία Μιχαέλα, σας ζητώ συγγνώμη…
– Για ποιο πράγμα;
– Που σας έκρινα αυστηρά. Που τελικά, έβγαλα εγώ λάθος συμπεράσματα. Σας χαρακτήρισα αλαζονική, κακομαθημένη πλούσια, που τυραννούσατε τον σύζυγό σας και το παιδί σας. Με όλα αυτά που άκουσα, η εικόνα που είχα για σας, έγινε εκατομμύρια θρύψαλα. Ό,τι μου ζητήσετε θα το κάνω. Αν για παράδειγμα, χρειαστείτε μάρτυρα, είμαι στη διάθεσή σας.
– Σε ευχαριστώ κορίτσι μου, που είχες τα κότσια να τα βάλεις με έναν πολύ δυνατότερό σου και που δεν φοβήθηκες να έρθεις σε μένα. Να μάχεσαι στη ζωή σου και πάντα να αφανίζεις μικρά ανθρωπάκια με προσωπείο κύρους.
Ένιωθε ότι πέταξε από πάνω της, ένα τεράστιο βάρος. Επιτέλους έπαιρνε ολόκληρη ανάσα και χόρταινε τα πνευμόνια της. Τελικά, όλα δεν είναι πάντα, όπως φαίνονται. Πολλά αγγελικά πρόσωπα, ίσως κρύβουν δαίμονες και πολλές ευγένειες, ίσως εγκυμονούν ανηθικότητες, όταν αντίθετα, ένα σηκωμένο φρύδι και ένα σκληρό ύφος, μπορεί να κρύβει συγκατάβαση και αγάπη.
Από τα περιοδικά και τα πρωϊνάδικα έμαθε τα νέα η Αμαλία, όπως και όλη η Ελλάδα. Διάβαζε παντού τίτλους όπως:
“Διαζύγιο βόμβα για τον γνωστό δικηγόρο”,
“Αρνείται τις κατηγορίες περί βιασμών ο δικηγόρος”.
“Κάθε μέρα και νέες καταγγελίες για τον διάσημο δικηγόρο”.
“Σοκ με τον δικηγόρο των μεγάλων υποθέσεων. Διαβάστε πώς έριχνε στο κρεβάτι τα θύματά του”.
“Εκδίκηση για την Μιχαέλα Τόσκα;”
“Ποιος ο ρόλος της πρώην συζύγου με όσα είδαν το φως της δημοσιότητας;”
Λίγες μέρες μετά από το σκάνδαλο που ξέσπασε και βούιξε όλη η χώρα, η Αμαλία παρέλαβε έναν φάκελο. Μέσα είχε 10.000€ κι ένα γράμμα.
“Όλοι χρειάζονται κάποτε ένα σημάδι, ένα σκούντημα, μια έμπνευση, μια καθαρή ματιά, ένα παράτολμο κορίτσι, μια θαρραλέα ψυχή, που θα τους οδηγήσει να πάρουν την σωστή απόφαση. Την απόφαση εκείνη που θα τους περάσει στην απέναντι όχθη και δεν θα γυρίσουν ποτέ πίσω το κεφάλι. Σε ευχαριστώ που ήσουν εσύ όλα αυτά για μένα και με οδήγησες απέναντι”.
Υ.Γ. Σκέφτηκα να σε προστατέψω, από καταγγελίες και δικαστήρια. Όταν πάρεις πτυχίο, εύχομαι να κάνεις τον κόσμο καλύτερο, να τον καθαρίσεις από την βρωμιά.
Χρυσούλα Καμτσίκη
Τέλος

3 responses to “Δεν είναι όλα όπως φαίνονται – Μέρος 2ο”
Υπέροχος τρόπος γραφής με ένα κοινωνικό μήνυμα που προάγει την αλήθεια και την διεκδίκηση κάθε δικαιώματός μας!
Τι έγραψες πάλι!! Τελικά πάντα μέσα στο βούρκο..θα ανθίσουν λουλούδια!!!
Υπέροχο, με μια ανάσα το διάβασα.