Η Χριστίνα κάθισε στην άκρη του καναπέ, τέντωσε τα πόδια της να τα ξεκουράσει και έκλεισε τα μάτια της για να διώξει για λίγο τις πιο λυπηρές εικόνες που την βασάνιζαν τις τελευταίες μέρες. Ήταν παραμονές των Χριστουγέννων, το σπίτι στολισμένο με τα κόκκινα χρώματα και τα στολίδια, που της έφερναν χιλιάδες αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια.
Πριν λίγο καιρό άλλος ήταν ο κύριος ένοικος του σπιτιού, η μητέρα της, την οποία την είχε χάσει πρόσφατα. Ανήμερα την Κυριακή πριν την γιορτή της τελέστηκε το σαρανταήμερο μνημόσυνό της και όλα κύλισαν όπως τα είχε σχεδιάσει και τα είχε ζητήσει η ίδια η μάνα της.
“Παιδί μου, όταν θα έρθει η ώρα της κηδείας μου, ξέρω θα είσαι απροετοίμαστη, αλλά στα σαράντα μου θέλω να φωνάξεις τις συμμαθήτριές μου και να πιείτε μετά τον καφέ μια μπυρίτσα. Α, μην ξεχάσεις και το σαγανάκι τυρί!”. Έτσι το ζήτησε εκείνη, έτσι και έκανε. Η αλήθεια είναι ότι η μάνα της, η Δέσποινα, ήταν πάντα ένας άνθρωπος προνοητικός, είχε μεριμνήσει για την παραμικρή λεπτομέρεια για εκείνες τις στιγμές, για να μην προσθέσει παραπάνω βάρη στην κόρη της.
Η ίδια είχε αρρωστήσει πριν λίγα χρόνια, αλλά δεν το είχε βάλει κάτω. Το πάλεψε μέχρι το τέλος και έφυγε ήσυχα ένα φθινοπωρινό βράδυ στον ύπνο της. Η Χριστίνα έμεινε μαζί της όλες τις τελευταίες μέρες και νύχτες σαν να το ήξερε ότι έτσι θα επισφράγιζαν την σχέση τους με τον πιο γλυκό τρόπο. Αφού πέρασε και αυτή η μέρα του μνημόσυνου, άνοιξε την ντουλάπα της μάνας της, πήρε στα χέρια της το ξύλινο κουτί και το άνοιξε με το κλειδί που της το είχε δώσει λίγο πριν πεθάνει.
“Θα το ανοίξεις όταν θα έχουν περάσει και τα σαράντα μου, εντάξει;”.
Δεν μπορούσε να είχε κάνει κι αλλιώς και αφού γέμισε ένα ποτήρι με κονιάκ, σήκωσε το καπάκι και εκεί βρήκε 2 μπλε τετράδια, την πρώτη της πιπίλα, την κουδουνίστρα της και το αγαπημένο της αρκουδάκι. Το πρώτο μπλε τετράδιο αφορούσε τις πρώτες μέρες της ζωής της σαν μωρό, όταν η μάνα της προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της στις απαιτήσεις του μεγαλώματος ενός μωρού. Είχε καταγράψει τις ώρες που ξυπνούσε, πόσο γάλα έπινε, πόση ώρα θήλαζε, τονίζοντας τις αγωνίες της για το πόσο κακή μάνα αισθανόταν, γιατί ποια γυναίκα έχει σπουδάσει το μεγάλωμα ενός παιδιού; Το δεύτερο αφορούσε το χρονικό διάστημα που ήταν άρρωστη, καταγράφοντας τις φοβίες της, τους πόνους που της είχε δημιουργήσει η κατάστασή της. Όμως αυτό που είχε τονίσει ήταν η στεναχώρια που ένιωθε κάθε φορά που αδικαιολόγητα της φώναζε, κυρίως στην μικρή της ηλικία, που ξεσπούσε πάνω της γιατί η ζωή της ήταν μαύρη σαν το κάρβουνο. “ΣΥΓΝΏΜΗ σου ζητώ κορίτσι μου για τις φωνές μου, δεν το ήθελα, πίστεψέ με, το έχω μετανιώσει πικρά!”.
Αχ ρε μάνα, να ‘ξερες πόσες φορές έκλαψα και πόσο πονούσε η ψυχή μου, αλλά ποτέ δεν σου κράτησα κακία…, είπε από μέσα της.
Η Χριστίνα αγόρασε ένα καινούριο μπλε τετράδιο και έγραψε στην ετικέτα την χρονολογία 2028. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο της παιδί και ήταν έτοιμη να καταγράψει τις στιγμές που θα ζούσε με το σπλάχνο της τις πρώτες μέρες της κοινής τους ζωής, με την ελπίδα να τα έκανε όλα όπως έπρεπε. Αλλά και αν δεν μπορούσε δεν θα πείραζε, το ένστικτο της μάνας είναι πάντα δυνατό!
Δήμητρα Καμπόλη

One response to “Το μπλε τετράδιο”
[…] Η αυλή Το μπλε τετράδιο […]