Τα λουλούδια – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Δύο πόρτες πιο ‘κει ήταν μια μικρή αίθουσα. Αν και είχε σουρουπώσει, οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου γίνονταν αισθητές. Το δωματιάκι είχε πάρει ένα μενεξεδί χρώμα. Τα μάτια της Μάνιας στράφηκαν πρώτα στα τρία παράθυρα που ήταν στη σειρά και έπειτα σε όλα τα λουλούδια στο χώρο. Η αίσθηση της όρασης και της οσμής ‘δούλευαν’ πυρετωδώς. Μπήκε μέσα, χωρίς να ρωτήσει τον Αντώνη και άρχισε να παρατηρεί και να αγγίζει ένα ένα τα φυτά. Υπήρχαν από κάκτοι μέχρι μαργαρίτες και τριαντάφυλλα. Άλλα ήταν πολύ προσεγμένα, άλλα φαίνεται να χρειάζονταν νερό ή αλλαγή θέσης, ώστε να τα ‘βλέπει’ λιγότερο ο ήλιος.

Με μάτια γεμάτα ενέργεια η Μάνια απηύθυνε τον λόγο στον Αντώνη
“Ο Άλυσος πρέπει να μεταφερθεί και να μπει κοντά στο παράθυρο. Χρειάζεται ήλιο και πότισμα μια δυο φορές τη βδομάδα, όπως και η Opuntia microdasys που αγαπά τη ζέστη, θα πρέπει να μετακινηθεί από εκεί, γιατί μάλλον είναι συνέχεια στη σκιά”.

Ο Αντώνης αν και τη κοίταζε με θαυμασμό έβαλε τα γέλια.
“Γιατί γελάς;”, ρώτησε θυμωμένη η Μάνια
“Συγχώρεσέ με, αλλά δεν έχω ιδέα τι μου λες! Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια για το άρωμα και τα χρώματά τους, αλλά δεν ξέρω πώς λέγονται, με εξαίρεση τα τριαντάφυλλα, που όπως θα πρόσεξες είναι σε διάφορα χρώματα και τα ανανεώνω συχνά”

Η Μάνια άλλαξε ύφος. “Άστο πάνω μου τότε! Αφού αυτό το διάστημα θα είμαι σχεδόν κάθε μέρα στο Πανεπιστήμιο για επιτηρήσεις και διορθώσεις, θα περνάω να τα φροντίζω”
“Θα είμαι κι εγώ εδώ, οπότε εσύ θα μου μάθεις όλα τα μυστικά για τα φυτά κι εγώ για τα γραπτά, τι λες;”
“Ναι αμέ!”, απάντησε όλο ενθουσιασμό και με καθαρό κεφάλι επέστρεψαν στη διπλανή αίθουσα ώστε να συνεχίσουν τις διορθώσεις

Η ώρα είχε φτάσει πια 10 το βράδυ όταν τελείωσαν με τα γραπτά και μεθαύριο είχαν νέο κύκλο επιτηρήσεων και διορθώσεων.
Ξεφύσηξαν ταυτόχρονα.
“Τι θα κάνεις απόψε;” ρώτησε ο Αντώνης ενώ τακτοποιούσε τα γραπτά στον φάκελο που έγραφε με μεγάλα γράμματα “ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ”, ώστε να τα παραδώσει για να περαστούν οι βαθμοί ηλεκτρονικά.
“Ιδανικά θα ήθελα να κοιμηθώ προσπερνώντας το φαγητό και το μπάνιο”
“Κατάλαβα… Να σε συνοδεύσω μέχρι έξω; Πώς έχεις έρθει;”
“Είμαι με το αμάξι. Είναι πολύ κοντά, δεν χρειάζεται, ευχαριστώ”, αρνήθηκε ευγενικά η Μάνια και ο Αντώνης δεν επέμεινε

***
Οι μέρες περνούσαν και οι δύο τους ανακάλυπταν όλο και περισσότερα πράγματα ο ένας για τον άλλον. Η δε ευφράδεια στο λόγο της Μάνιας είχε καταπλήξει τον Αντώνη! Δεν πίστευε ποτέ ότι μια τόσο νέα κοπέλα θα είχε ζήσει τόσα πολλά και θα είχε διαβάσει τόσο πολύ που να μπορεί να σταθεί σε κάθε είδος συζήτησης!

***
“Το Σάββατο θα οργανώσει ο ορειβατικός σύλλογος διήμερη πεζοπορία κοντά στους Δελφούς. Έχεις δηλώσει συμμετοχή;”, ρώτησε ο Αντώνης μόλις τελείωσε και η τελευταία επιτήρηση για αυτό το εξάμηνο ενώ η Μάνια στοίβαζε τα γραπτά.

Τον κοίταξε αμέσως στα μάτια. Είχε προπληρώσει για αυτό το διήμερο από καιρό και τώρα που έμαθε ότι θα είναι και ο Αντώνης εκεί, σαν να ένιωσε μια φωτιά μέσα της. Μια φωτιά που εξαιτίας του Δήμου είχε σβήσει από καιρό. Επιτέλους κάποιος την ρωτούσε για κάτι που την ενδιέφερε. Και δεν ήταν μόνο αυτό! Είχε ξαναπιάσει τον εαυτό της σε όλες τους τις συζητήσεις να χαίρεται που ο συνομιλητής της ενδιαφερόταν για ουσιαστικά πράγματα και δεν μονολογούσε για δικά του προβλήματα ή επιτεύγματα!

Όσο η Μάνια σκεφτόταν αυτά, δεν είχε πάρει τα μάτια της από του Αντώνη. Τότε πρόσεξε ότι δεν είναι καφέ, αλλά μελί και ασυναίσθητα εξέτασε όλο του το πρόσωπο. Τα κάστανα του μαλλιά, το περιποιημένο μούσι του, τα λεπτά του χείλη και την καλοσχηματισμένη μύτη. Αδύνατον να μην προσέξει έπειτα το ποσό γεροδεμένος ήταν ο κορμός του και κατέληξε στα μακριά του δάχτυλα, μέχρι που κατάλαβε τι έκανε και κοκκίνισε!
“Ωραία, μόλις έγινες ρεζίλι Μάνια, μπράβο σου!”, είπε από μέσα της και γύρισε απότομα το κεφάλι της μπροστά. Από την κίνηση που έκανε, μια τούφα από τα μακριά μπουκλωτά μαλλιά της έπεσε στο πρόσωπό της και πριν προλάβει να την βάλει πίσω από το αυτί, είδε το χέρι του Αντώνη να την φέρνει με ένα χάδι πίσω από το αριστερό της αυτί. Ανατρίχιασε.

“Δεν μου απάντησες”, της είπε ενώ βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής.
“Ναι”, ήταν η κόφτη απάντησή της και παίρνοντας τα γραπτά αγκαλιά, του πρότεινε να ανέβουν στο γραφείο για να τα διορθώσουν. Φτάνοντας, όμως, μπροστά από την πόρτα, εμφανίστηκε ο κύριος Δημητριάδης. Τους συνεχάρη για την πολύ καλή δουλειά και τους ζήτησε να αφήσουν τα τελευταία γραπτά για τον ίδιο, μιας και είχαν ήδη κουραστεί πολύ. Η Μάνια εξάλλου ‘έτρεχε’ και μια έρευνα στα πλαίσια του διδακτορικού.
Η ίδια αφού τον ευχαρίστησε θερμά, εξαφανίστηκε!

Τρεις μέρες μετά, ημέρα Σάββατο, σηκώθηκε από τα χαράματα ώστε να είναι στις 7:30 στο σημείο συνάντησης από όπου θα ξεκινούσαν όλοι οι ορειβάτες με πούλμαν για τον Παρνασσό. Ενώ έλεγχε την τσάντα της για να βεβαιωθεί ότι δεν έχει ξεχάσει κάτι σημαντικό, θυμήθηκε ότι θα είναι και ο Αντώνης εκεί. Η πρώτη της αντίδραση ήταν ένα χαμόγελο. “Ααα πας καλά κοπέλα μου; Πού πας να μπλέξεις;”, είπε δυνατά και κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε. Έκλεισε τη τσάντα και έφυγε.

7:31 επιβιβάστηκε στο πούλμαν και βρήκε αμέσως τη φίλη της, την Αναστασία, που της είχε κρατήσει θέση στα πίσω καθίσματα. Αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να μοιράζονται τα νέα τους. Έμεναν σε διαφορετικές περιοχές της Αθήνας και τους ήταν δύσκολο να βρεθούν. Η ορειβασία ήταν η ευκαιρία τους να δουν η μία την άλλη και να περάσουν χρόνο μαζί, αν και η Αναστασία στις περισσότερες εξορμήσεις δήλωνε με την άφιξη στο ξενοδοχείο αδιαθεσία και έμενε στο δωμάτιο… Προφανώς, επι Δήμου, είχαν αραιώσει πολύ οι συναντήσεις τους, αλλά μετά το χωρισμό, η Μάνια δεν έχανε καμία εκδρομή!

Έφτασαν στο ξενοδοχείο και η υπεύθυνη τους έδωσε οδηγίες. Το απόγευμα θα επισκέπτονταν τους αρχαιολογικούς χώρους και το επόμενο πρωί, με το χάραμα, θα ανέβαιναν στο βουνό.

Οι δύο κοπέλες τακτοποιήθηκαν στο δωμάτιό τους. Τσίμπησαν κάτι και φρόντισαν να είναι στην ώρα τους στην ρεσεψιόν για να ακολουθήσουν το γκρουπ στη ξενάγηση. Όσο περίμεναν να μαζευτούν όλοι, η Αναστασία σκεφτόταν τι δικαιολογία θα έλεγε για να μείνει πίσω. Τότε η Μάνια ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της. Γύρισε και μπροστά της ήταν ο Αντώνης. Με αθλητικά ρούχα και πιο θελκτικός από ποτέ! Η Αναστασία τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα.

“Τι κάνεις;”, τη ρώτησε και την αγκάλιασε. Η Μάνια ανταπέδωσε την αγκαλιά.
“Είμαστε καλά. Να σου γνωρίσω την Αναστασία”
“Χαίρω πολύ”
“Εγώ να δεις!”
Η Μάνια ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας με την απάντηση της Αναστασίας και το χαμόγελο του Αντώνη που ακολούθησε.

“Πάμε;” είπε προσπαθώντας να κρύψει το ποσό τσαντισμένη ήταν
“Ναι” απάντησε ο Αντώνης και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής στους Δελφούς, οι τρεις τους ήταν αχώριστοι. Κάτι που ήταν αρκετό για να καταλάβει η Μάνια ότι η Αναστασία ‘είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα’ με τον Αντώνη και ότι η ίδια ήταν τόσο μπερδεμένη, ανάμεσα στο να κάνει στην άκρη για την φίλη της και το να αποδεχτεί πόσο ζηλεύει που ο Αντώνης μιλάει και γελάει με μια άλλη γυναίκα μπροστά της!

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Τα λουλούδια – Μέρος 2ο”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading