Η Κλοπή – Έκτο Κεφάλαιο

Προηγούμενο

Το επόμενο πρωί, ο Γκαστόν ξύπνησε απότομα. Βασανιζόταν όλη νύχτα από εφιάλτες ─και δεν ήταν η πρώτη φορά. Από τότε που έχασε τον πίνακα κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια του, μόλις έκλεινε τα βλέφαρά του για να κοιμηθεί, και πριν καλά-καλά προλάβει να πέσει σε βαθύ ύπνο, οι φόβοι του ζωντάνευαν σαν ταινία τρόμου. Τα τέρατα που κρύβονταν στο μυαλό του κατά τη διάρκεια της ημέρας, έβρισκαν διέξοδο στο σκοτάδι κι αποκτούσαν συμπαγή μορφή. Απ’ αυτές τις εικόνες ξύπνησε το πρωί, όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου μπήκαν από τις χαραμάδες. Σαν να χτύπησε τα βλέφαρά του ένα ζεστό ξίφος, αναγκάζοντάς τα να ανοίξουν διάπλατα. Είχε κοιμηθεί μόλις τρεις ώρες, όμως ένιωθε λες και είχαν περάσει τουλάχιστον δέκα. Και το περίεργο ήταν ότι δεν νύσταζε καθόλου.

Άλλη μία μέρα που θα κυλούσε άχρωμα και μονότονα.

Άλλη μια μέρα που θα προσπαθούσε να ζωγραφίσει τον πίνακα από την αρχή, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Άλλη μία μέρα χωρίς κανένα νέο για την ανεύρεσή του.

Μα τότε ξαφνικά, ενώ είχε ακόμη τα βλέφαρά του κλειστά, είδε μπροστά του δυο μάτια γεμάτα δάκρυα να τον κοιτούν. Έπειτα άκουσε μια πολύ αδύναμη φωνή, πιο σιγανή κι από ψίθυρο, να του ζητάει βοήθεια. Ανακάθισε απότομα, ενώ το φως του ήλιου τον τύφλωσε απροειδοποίητα. Κοίταξε γύρω του. Δεν υπήρχε κανείς. Κι όμως… ήταν σίγουρος ότι άκουσε κάτι. Και είχε κάνει τόσα όνειρα γι’ αυτόν τον πίνακα! Όταν θα τον αγόραζε ο Λορέντζο Γκάρβιν, θα λυνόταν μια και καλή το οικονομικό του πρόβλημα. Κατέβασε τα πόδια από το κρεβάτι και κάθισε σκυφτός, ρίχνοντας το βάρος στα χέρια του. Ένιωσε τον ήλιο να του ζεσταίνει το πρόσωπο. Ήταν μια περίεργη, αλλόκοτη, άρρωστη ζέστη. Πόσο επιθυμούσε αυτήν τη στιγμή να βρέξει!

Ξαφνικά ο ήλιος εξαφανίστηκε. Ο Γκαστόν σήκωσε απότομα το κεφάλι· κοιτώντας μέσα από τις γρίλιες, κατάλαβε ότι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. Οι πρώτοι κεραυνοί άρχισαν να ακούγονται. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις, συνεχίζοντας να κοιτάει μέσα από τις χαραμάδες, και άνοιξε το παράθυρο δίχως να σηκώσει το στόρι.

Έκλεισε τα μάτια.

Ένιωσε τον ψυχρό άνεμο της βροχής να του χαϊδεύει το πρόσωπο. Άκουσε τις πρώτες ψιχάλες να αγγίζουν το έδαφος και τις φωνές όσων έτρεχαν εξαιτίας της απροειδοποίητης καταιγίδας. Η μπόρα δυνάμωσε και τα αυτοκίνητα κόρναραν. Μερικές σταγόνες τον πιτσίλισαν στο πρόσωπο και άνοιξε τα μάτια του απότομα, για να τα κλείσει την αμέσως επόμενη στιγμή, αφού τυφλώθηκε από το δυνατό φως του ήλιου. Έμεινε λίγη ώρα ακίνητος μέχρι να συνειδητοποιήσει αυτό που μόλις είχε συμβεί.

Ήταν σίγουρος, ήταν απόλυτα σίγουρος. Είχε σκοτεινιάσει, έβρεχε καταρρακτωδώς, τα αυτοκίνητα κόρναραν, τον είχαν πιτσιλίσει σταγόνες…

«Δεν μπορεί» μουρμούρισε. «Δεν μπορεί» επανέλαβε, κοιτώντας σαστισμένος τους λιγοστούς ανθρώπους να περπατούν αμέριμνοι στο δρόμο. Ούτε ένα σύννεφο δεν σκίαζε τον ήλιο. Οπισθοχώρησε αποσβολωμένος, μπουρδουκλώθηκε στο χαλάκι και κάθισε με δύναμη στο πάτωμα.

***

Όταν αργότερα ο Τζακ έφτασε στο σπίτι του ζωγράφου για να τον ανακρίνει, τον είδε να βγαίνει σκυφτός, ντυμένος με ένα μακρύ μαύρο παλτό και σκούφο και να απομακρύνεται. Κάτι στο ύφος του, τον έκανε να θέλει να τον ακολουθήσει.

Έφτασαν στην πλατεία.

Ο Γκαστόν προχωρούσε σκυφτός, νιώθοντας όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω του. Κατευθύνθηκε προς το δρομάκι όπου βρισκόταν το σπιτάκι της Γκαλίνα.

Δεύτερη φορά που επισκέπτεται την τσιγγάνα, σκέφτηκε ο ντετέκτιβ. Τι θα μπορούσαν άραγε να συζητούν;

Η πλατεία έσφυζε από ζωή αυτήν την ηλιόλουστη μέρα, γεγονός που δυσκόλευε τον Τζακ να παρακολουθήσει τον ζωγράφο. Πέρασε μπροστά από έναν ζογκλέρ που πετούσε μπαλάκια στον αέρα, κι έριξε μερικά κέρματα στο τασάκι μιας κοπέλας που τραγουδούσε παίζοντας κιθάρα. Εκείνη του χαμογέλασε.

Κατευθύνθηκε προς το σπιτάκι της Γκαλίνας και κοντοστάθηκε έξω από την είσοδο.

«Στο είπα και την άλλη φορά Γκαστόν» την άκουσε να του λέει με βεβαιότητα.
«Ο πίνακας αυτός δεν σου ανήκει και δεν σου ανήκε ποτέ».

«Δεν ξέρεις τι λες».

«Εγώ δεν λέω τίποτα» έκανε απλά. «Τα χαρτιά το λένε».

«Άσ’ τα αυτά. Έχεις αυτό που θέλω;» ρώτησε ανυπόμονα.

«Το έχω. Θα περιμένεις όμως, γιατί προηγούνται άλλοι».

«Δεν μπορώ να περιμένω!»

Ένα σύρσιμο κι ένας θόρυβος, έκανε τον Τζακ να υποθέσει ότι ο άντρας σηκώθηκε από την καρέκλα και την έριξε κάτω.

«Δεν είναι σπίτι σου εδώ!» τον μάλωσε η τσιγγάνα. «Είναι ιερός χώρος! Κι αν δεν τον σέβεσαι, δεν θα σε σεβαστεί κι εκείνος!»

Ο ντετέκτιβ άκουσε τον ζωγράφο να ανασαίνει βαριά.

«Δεν μπορώ να περιμένω» επανέλαβε με πιο ήρεμο και παρακλητικό τόνο. «Δεν καταλαβαίνεις… Είναι…»

«Έχουν σειρά άλλοι που το χρειάζονται περισσότερο από σένα. Και μάλιστα…» συνέχισε προκλητικά, «το αξίζουν περισσότερο από σένα!»

«Κανείς δεν…» πήγε να φωνάξει ο Γκαστόν, αλλά για κάποιον λόγο μαζεύτηκε. «Εντάξει» συμμορφώθηκε τελικά. «Θα δουλέψει όμως;» ρώτησε, με έναν τόνο δυσπιστίας.

«Θα δουλέψει» τον διαβεβαίωσε. «Αλλά δεν θα σε λυτρώσει από τη μοίρα σου».

«Τι εννο…»

«Υπομονή Γκαστόν» τον έκοψε η Γκαλίνα. «Θα σε ειδοποιήσω».

Ο Τζακ απομακρύνθηκε. Ώρα αργότερα, καθόταν σε ένα τραπεζάκι στην πλατεία και είχε αραδιάσει τις σημειώσεις του. Ένα ελαφρό αεράκι, έφερνε στην μύτη του ένα πολύ, δυνατό, γαλλικό άρωμα. Έτριψε τους κροτάφους του.
Ο καφές δίπλα του, ήταν ανέγγιχτος. Μάζεψε με γρήγορες κινήσεις τα χαρτιά κι έκανε να σηκωθεί. Εκείνη τη στιγμή, η μυρωδιά που βάραινε τόση ώρα την ατμόσφαιρα άρχισε να πλησιάζει. Στρέφοντας το κεφάλι του δεξιά, εντόπισε αμέσως την πηγή. Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, φορώντας ασορτί γυαλιά, ερχόταν προς το μέρος του.

Την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η Νικόλ Σαντορέλ, και περπατούσε λες και της ανήκε όλη η πλατεία.
Στάθηκε απέναντί του.

«Κυρία Σαντορέλ» είπε ο Τζακ.

«Βλέπω γνωρίζετε το όνομά μου, κύριε Κάρτερ» χαμογέλασε αυτάρεσκα και αντί για χειραψία, έτεινε το χέρι της προς το πρόσωπό του για να το φιλήσει.
Εκείνος υπάκουσε, απρόθυμα.

«Κι εσείς, το δικό μου».

Κάθισε δίπλα του.

«Κύριε Κάρτερ, θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση: τι θα λέγατε αν κάποιος σας πρόσφερε ένα πολύ σημαντικό ποσό για να σταματήσετε να ασχολείστε με μια υπόθεση;»

Εκείνος την κοίταξε σοβαρά.

«Η ερώτησή μου είναι τελείως υποθετική» συμπλήρωσε. «Πώς θα αντιδρούσατε αν κάποιος σας έδινε ένα ποσό που δεν έχετε δει ούτε στα όνειρά σας, απλά για να… “σπρώξετε” μια υπόθεση να κλείσει;»

Ο ντετέκτιβ συνέχιζε να την κοιτάει ανέκφραστος. Εκείνη του χαμογέλασε.
Σηκώθηκε και άρχισε να απομακρύνεται.

Οι σκέψεις του ντετέκτιβ γύριζαν σαν τρελές μέσα στο μυαλό του.

Όσο περνούσε ο καιρός οι ένοχοι αυξάνονταν.

Τι κέρδος θα είχε η Νικόλ αν παρατούσε την υπόθεση; Μήπως ήξερε πού βρισκόταν ο πίνακας; Κι αν κρυβόταν αυτή πίσω από την εξαφάνισή του; Πιθανόν να συνέβαινε κι αυτό, αλλά κάτι δεν του κολλούσε. Δεν μπορεί να ήταν τόσο εύκολο. Και δεν ήταν δυνατόν να ρίσκαρε έτσι απροκάλυπτα αν τον είχε κλέψει εκείνη. Η Νικόλ ήταν πονηρή γυναίκα. Για κάποιον άλλο λόγο του ζήτησε να σταματήσει τις έρευνες. Κι έπρεπε να ανακαλύψει για ποιον.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Έκτο Κεφάλαιο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading