Κάθε χωριό έχει τον τρελό του, έτσι δεν λένε; Στον τόπο του, τον ρόλο αυτόν τον είχε ο Λευτέρης. Από μικρός, δεν έμπαινε σε καλούπια. Πολύ ζωηρός, δεν άκουγε κανέναν. Τι ξύλο έτρωγε και μυαλό δεν έβαζε! Δεν μαζευόταν σπίτι. Δεν είχε και τίποτα να τον περιμένει, ένα ζεστό φαγητό, μια προστατευτική μαμά, έναν αυστηρό μπαμπά, μια οικογενειακή ζωή.
Ο μπαμπάς του, όποτε θυμόταν, περνούσε, ζητούσε χρήματα από την γυναίκα του, έμενε λίγες μέρες μαζί τους και έφευγε πάλι, χωρίς να ξέρουν πού πάει, τι κάνει και πότε θα επιστρέψει. Η μαμά του έβγαινε στην επαιτεία. Στην κεντρική εκκλησία της πόλης, τον Άγιο Νικόλαο, μπροστά στα σκαλάκια, πολλές φορές έχοντας μαζί της με το ζόρι, για “δόλωμα”, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, τον Λευτέρη, που δεν ήθελε καθόλου. Ο αδερφός του, ήταν αρκετά μεγαλύτερος και έκανε θελήματα στη γειτονιά, κερδίζοντας πενταροδεκάρες ή κάτι φαγώσιμο που το πήγαινε στο σπίτι να το μοιραστεί με την μαμά και τον μικρούλη. Έτσι, ο πιτσιρίκος προτιμούσε όλη μέρα, είτε έβρεχε είτε είχε κρύο είτε έκαιγε ο ήλιος, να εξαφανίζεται. Δεν έδινε λογαριασμό στη μαμά του ούτε ζητούσε άδεια. Το ξύλο ήταν σχεδόν πάντα το αποτέλεσμα του ότι έκανε του κεφαλιού του και δεν την συνόδευε στο “μεροκάματο”. Άλλα χρόνια τότε, τέλος δεκαετίας του εξήντα, οι γονείς είχαν πολλές έννοιες, αλλά όχι τον φόβο αν κινδύνευε το παιδί τους. Στις γειτονιές, όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Η δική του οικογένεια άλλωστε, αντιμετώπιζε θέματα βιοπορισμού και το τελευταίο που ένοιαζε τη μαμά του, ήταν η ασφάλεια των παιδιών της. Ούτε και αν πήγαιναν σχολείο την αφορούσε. Όλη μέρα ζητιάνευε, για να μπορεί να φέρνει τα βασικά στο σπίτι. Βοηθούσαν και κάποιοι γείτονες και τα συσσίτια και κάπως έτσι επιβίωναν.
Ο Λευτέρης δεν πήγαινε συχνά στο σχολείο. Ο δάσκαλος τον χτυπούσε με τη βέργα, επειδή έπιανε το μολύβι με το αριστερό κι επειδή τσίβδιζε. Δεν έλεγε το σίγμα και το ζήτα ο έρμος κι ο δάσκαλος για μέθοδο εκμάθησης των γραμμάτων που τον παίδευαν, είχε τις ξυλιές. Ο μικρούλης τον έτρεμε και τον απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι. Ξεμάκραινε λοιπόν και πήγαινε στον σταθμό των λεωφορείων. Οι δικοί του, το περιβάλλον του, ήξεραν την τρέλα του με τις ρόδες και τα τιμόνια. “Όταν μεγαλώθω, θα οδηγήθω ένα τέτοιο”, έλεγε και ξανάλεγε. Τον μάγευε ο μεγάλος χώρος στάθμευσης, τα οχήματα φάνταζαν τεράστια στα παιδικά μάτια του. Χανόταν μέσα στην πολυκοσμία, παρατηρούσε τους ανθρώπους.
Καθόταν σε μια γωνιά με το κομμάτι ψωμί που είχε στο σακίδιό του, μασουλούσε και χάζευε τον κόσμο των μεγάλων. Οι οδηγοί, οι εισπράκτορες και οι αποθηκάριοι, τον πρώτο καιρό τον μάλωναν και τον έδιωχναν. Μα εκείνος δεν τους έκανε τη χάρη. Άλλαζε σημεία μα ήταν πάντα κάπου εκεί. Έβλεπε να παίρνουν οι οδηγοί τις ανοιχτές στροφές, να στριφογυρίζουν τα μεγάλα τιμόνια, να φορτώνουν τις βαλίτσες και τα δέματα, να αποχαιρετάνε μάνες τα παιδιά τους, να φιλιούνται ζευγάρια που αντάμωναν ή αποχωρίζονταν, άκουγε από το μεγάφωνο τις αναχωρήσεις, τους προορισμούς, τα νούμερα των λεωφορείων και ένιωθε ότι ανήκει κάπου.
Μια μέρα, που ήταν πάλι σκαστός από το δημοτικό, καθώς ανέβαινε μια κυρία τα σκαλοπατάκια, της έπεσε το πορτοφόλι. Πετάχτηκε ο μικρός, με μια δρασκελιά βρέθηκε στην ανοιχτή μεγάλη πόρτα του λεωφορείου, σήκωσε το πορτοφόλι και θαρραλέα φώναξε στην κυρία, “θαθ έπεθε το πορτοφόλι”.
“Αααα τι γλυκό αγοράκι! Να σε χαίρεται η μάνα σου, μπράβο παιδί μου!”, απάντησε η γυναίκα, άνοιξε το πορτοφόλι που θα έχανε, του έδωσε δέκα δραχμές κι ένα παστέλι που είχε στην τσάντα της, για να τον ευχαριστήσει.
Ο εισπράκτορας που είδε όλο το περιστατικό, τον πλησίασε, του χαμογέλασε και χάιδεψε το κεφάλι του.
“Βρε συ, δεν τα παρατάς ε; Πάλι εδώ;”. Ο μικρός ενθουσιάστηκε που κάποιος του έδωσε επιτέλους σημασία και δεν τον έδιωχνε και χαμογέλασε κάνοντας φανερή την έλλειψη του μπροστινού δοντιού του.
– Πώς σε λένε;
-Λευτέρη. Εθένα;
– Κώστα. Πρέπει να σου αρέσουν πολύ τα λεωφορεία Λευτέρη, σε βλέπω τόσο καιρό!
– Πολύ! Μου αρέθει να ακούω τον ήχο τηθ μηχανήθ.
– Έχεις ανέβει ποτέ; Έχεις ταξιδέψει με λεωφορείο;
– Όχι, ποτέ…, είπε το παιδί και έσκυψε το κεφαλάκι του, χάνοντας την μέχρι τότε λάμψη ενθουσιασμού από τα μάτια του.
– Ξέρει η μαμά σου ότι τριγυρνάς εδώ;
– Όχι. Δεν θέλω να θητιανεύω μαθί τηθ. είχε αλλάξει εντελώς ύφος ο μικρός, σκοτείνιασε το πρόσωπό του
Ο Κώστας τον λυπήθηκε. “Σε κανένα παιδί δεν αξίζει να ζητιανεύει”, σκέφτηκε και αποφάσισε να του φτιάξει το κέφι.
– Έλα, θα πάμε στην Καβάλα και θα είσαι ο βοηθός μου, εντάξει; Θέλεις;
Ο Λευτέρης δεν πίστευε στα αυτιά του. Χοροπηδούσε, χτυπούσε παλαμάκια και αυθόρμητα έπεσε στην αγκαλιά του Κώστα, ο οποίος δεν ήταν και ο πιο εκφραστικός άνθρωπος. Αρχικά, είχε τα χέρια του ανοιχτά, μετέωρα, μη ξέροντας τι να τα κάνει. Όταν είδε ότι ο μικρούλης δεν ξεκολλούσε από πάνω του, τα κατέβασε, ακουμπώντας τα απαλά, στην πλατούλα του.
Σαν αερικό, ανέβηκε γρήγορα γρήγορα επάνω, μη το μετανιώσει ο καινούργιος του φίλος και δεν τον πάρει μαζί του. Στάθηκε στην αρχή του διαδρόμου, κοίταξε δεξιά, αριστερά, στο βάθος και εισέπνεε επίμονα, να απολαύσει τη μυρωδιά του οχήματος. Στα επτά του χρόνια, ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε χαρούμενος και το μαρτυρούσε το πλατύ, μόνιμο χαμόγελο στα χείλη του.
– Κάθισε εδώ, πίσω από τον οδηγό! του είπε ο Κώστας και ο μικρός ενθουσιάστηκε. Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και η ευγνωμοσύνη του ήταν έκδηλη.
Ο Λευτέρης από ψηλά πια, κοιτούσε τον δρόμο, τους περαστικούς, κάποιους βιαστικούς, που τελευταία στιγμή έτρεχαν να προλάβουν το δρομολόγιο και τον Κώστα, που με μεγάλη άνεση περπατούσε στον διάδρομο. Ο μικροκαμωμένος σωματότυπός του, τον βοηθούσε πολύ. Όταν ανέβηκε ο οδηγός λίγο μαζεύτηκε, γιατί διέκρινε κάτι άγριο στη ματιά του, μα ο από μηχανής φίλος του, επενέβη αμέσως.
– Ο Λευτεράκης είναι βοηθός μου σήμερα.
Είδε ο μικρός, που έκλεισε το μάτι ο Κώστας στον οδηγό και αμέσως μαλάκωσε εκείνος. Πόσο είχε συμπαθήσει τον άντρα με τα γυαλάκια και την καλοσύνη που φώλιαζε πίσω από αυτά…
Ο οδηγός έβαλε μπρος τη μηχανή, ξεκίνησε, στις στάσεις ανεβοκατέβαινε κόσμος και ο μικρός ήταν εκστασιασμένος. Θαύμαζε τον Κώστα που έκοβε τα εισιτήρια από την μεγάλη, ορθογώνια μεταλλική κασετίνα του, έδινε ρέστα, χωρίς να ταλαντεύεται καθόλου. Σταθερός, με ανοιχτά τα κάτω άκρα, όταν οι περισσότεροι έχαναν την ισορροπία τους και έπιαναν τα καθίσματα. Φώναζε στον οδηγό, “φύγε Πέρη”, για να ξεκινήσει όταν όλοι ήταν ασφαλείς κι έκλεινε την πίσω πόρτα. Ο πιτσιρικάς ρουφούσε κάθε ήχο, κάθε εικόνα. Χόρταινε η ψυχούλα του, που ήταν μέρος όλου αυτού του σκηνικού, ήταν μαγεμένος από τα πάντα. Δεν είχε ανέβει ποτέ του, ούτε καν σε αμάξι και δεν είχε βρεθεί πουθενά αλλού, πέρα από όσο γυρνούσε με τα πόδια την πόλη του. Περνώντας τα χωριά, διάβαζε συλλαβιστά τις ταμπέλες, Χω-ρι-στή, Ά-γι-ος Α-θα-νά-σιος, Δο-ξά-το και ήταν τόσο ευτυχισμένος που έβλεπε κι άλλα μέρη και μάλιστα μέσα από ένα λεωφορείο! Μετά από πολλές στάσεις, ο Κώστας, έκατσε δίπλα του και ακούμπησε στα ποδαράκια του την εισπρακτική του κασετίνα. Γύρισε το κεφαλάκι του ο μικρός και τον κοιτούσε βουρκωμένος. Έτρεμε ολόκληρος από την χαρά του. Άγγιζε την κασετίνα με σεβασμό που ερχόταν σε αντίθεση με την τρέλα της ηλικίας του και εντυπωσίασε τον Κώστα, ο οποίος είχε τρία εγγόνια πάνω κάτω σε αυτήν την ηλικία και γνώριζε τις συμπεριφορές. Αυτός ο μικρούλης, είχε κερδίσει μια θέση στην καρδιά του.
Αυτό ήταν. Ο Λευτέρης είχε γίνει η μασκότ του ΚΤΕΛ, με προστάτη τον Κώστα. Βοηθούσε τους πάντες σε ό,τι ζητούσαν και ήταν ευτυχισμένος. Το παιδί για όλες τις δουλειές, μα όλοι τον σέβονταν και τον πρόσεχαν, αφού ήταν υπό την προστασία του αγαπητού σε όλους Κώστα. Πρόθυμος και χαμογελαστός, παρά το μικρό της ηλικίας, είχε ενσωματωθεί στο περιβάλλον. Ο φύλακας άγγελός του, τον χαρτζιλίκωνε καθημερινά, του έφερνε ρούχα από τα εγγόνια του, μαγειρεμένο φαγάκι από την σύζυγο και τον είχε μαζί του σε όλα τα δρομολόγια. Επί τρία χρόνια, ζούσε το όνειρό του, τον άφηναν να κάθεται στη θέση του οδηγού, έπιανε το μεγάλο τιμόνι και φανταζόταν ότι οργώνει τους δρόμους, όλοι τον χτυπούσαν στη πλάτη και του εμπιστεύονταν τα κλειδιά, να κλειδώνει, να ξεκλειδώνει τις πόρτες από τα λεωφορεία και γενικά ένιωθε πως είχε βρει την δική του, μεγάλη οικογένεια, όπου ήταν ασφαλής και ευτυχισμένος.
Μέχρι που ο εισπράκτορας που του άλλαξε τη ζωή, αρρώστησε. Για αρκετές μέρες ήταν στο νοσοκομείο. Ο Λευτέρης δεν πήγαινε στα λεωφορεία. Ξεροστάλιαζε έξω από το δωμάτιο νοσηλείας του. Έβλεπε τα παιδιά του, την γυναίκα του, να βγαίνουν με δάκρυα στα μάτια από το δωμάτιο και πονούσε η ψυχούλα του. Δεν τολμούσε να χτυπήσει την πόρτα να μπει κι ας το ήθελε τόσο πολύ. Λίγες μέρες μετά, η πόρτα έμεινε ανοιχτή. Μόλις είχε βγει μια νοσοκόμα μαζί με την σύζυγό του. Σέρνοντας τα βήματά του, στάθηκε εκεί και κοίταξε μέσα. Ο Κώστας γύρισε αμέσως το κεφάλι του. Έκπληκτος είδε τον μικρό του φίλο.
– Λευτέρη, τι κάνεις εσύ εδώ αγόρι μου;
– Ήθελα να θε δω.
Δεν πλησίασε. Σα να μην ήθελε να δει από κοντά την νέα εικόνα του Κώστα. Φαινόταν τόσο γερασμένος ξαφνικά, τόσο κουρασμένος. Το μόνο που παρέμενε ίδιο και απαράλλαχτο, η καλοσύνη πίσω από τα γυαλιά.
– Να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι ότι θα οδηγήσεις ένα λεωφορείο, ναι; Μην αφήσεις κανέναν να σου πει ότι δεν μπορείς! Εγώ πιστεύω σε σένα!
Ο έντονος βήχας δεν του επέτρεψε να συνεχίσει. Τρανταζόταν ολόκληρος. Ο Λευτέρης τρόμαξε. Από τον μακρύ διάδρομο είδε τις δύο γυναίκες να έρχονται. Του έριξε μια τελευταία ματιά και του ψιθύρισε “θε ευχαριθτώ για όλα” μα η φωνή του δεν έφτασε μέχρι τον Κώστα που έδινε μάχη να μη πνιγεί από τον βήχα του. Με δάκρυα στα μάτια, με βαριά βήματα και ακόμα πιο βαριά καρδιά, έφυγε. Το ίδιο βράδυ, τα δυσάρεστα νέα, κυκλοφόρησαν. Όλοι οι συνάδελφοί του, έλεγαν πως έφυγε ένας καλός εισπράκτορας, ένας γλυκός και τίμιος άνθρωπος. Ο Λευτέρης ένιωσε έναν παγερό αέρα στο δέρμα του κι ας ήταν κατακαλόκαιρο. Έφυγε τρέχοντας, χώθηκε στον κήπο απέναντι από το ΚΤΕΛ και σωριάστηκε κάτω στο χώμα, ακουμπώντας την πλάτη του σε ένα πλατάνι. Έκλαψε πολύ για τον φίλο, τον πατέρα, τον παππού, τον άνθρωπο Κώστα, που συγκέντρωνε όλους τους ρόλους για κείνον. Ένιωθε μια μοναξιά που όμοιά της δεν είχε νιώσει τόσα χρόνια που ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένος από την ίδια του την οικογένεια.
Πέρασαν πολλές μέρες και δεν είχε διάθεση να βρεθεί στο χώρο που λάτρευε. Τίποτα δε θα ήταν το ίδιο χωρίς τον Κώστα. Είχε περάσει σχεδόν μήνας που περιπλανιόταν στη πόλη. Τα βήματά του κάποια στιγμή τον οδήγησαν στο χώρο στάθμευσης. Πόσο θα ήθελε να έβλεπε τον Κώστα να κρατάει την κασετίνα του, να μην είχε αλλάξει τίποτα, μα δυστυχώς είχαν αλλάξει τα πάντα. Κανένας δεν του έδινε σημασία. Περνούσαν βιαστικοί δίπλα του. Μαζί με τον Κώστα χάθηκε και η σχέση του μαζί τους. Ο καθένας κοιτούσε τη δουλειά του, αγνοώντας τον. Συνέχισε να πηγαίνει, όχι με την ίδια συχνότητα. Έβγαινε περισσότερο στην επαιτεία με την μαμά του, συμβιβάστηκε στην ζωή που δεν ήθελε.
*****
Είχε ψηλώσει πολύ, ήταν ένα δεκαεξάχρονο αγόρι πια, που έδειχνε πολύ μεγαλύτερος. Τριγυρνούσε στη πόλη σφυρίζοντας ή τουλάχιστον προσπαθώντας, αφού δεν τα κατάφερε ποτέ και ήταν αστεία η εικόνα του να σφίγγει τα χείλη αλλά να μη βγαίνει ήχος. Φορούσε αλλόκοτα ρούχα, αταίριαστα πολλές φορές με την εποχή, κοντομάνικα τον χειμώνα, πουλόβερ το καλοκαίρι, ό,τι περίσσευε φυσικά από τον αδερφό του, που δούλευε περιστασιακά και έβγαζε κάποια χρήματα. Κλωτσούσε πέτρες, κουκουνάρια, κουτάκια από χυμούς, ό,τι έβρισκε στον δρόμο και χοροπηδούσε. Τραγουδούσε τσιβδίζοντας, έχοντας τα χέρια στις τσέπες, αδιαφορώντας για τα γέλια και τα σχόλια που προκαλούσε στους περαστικούς δίπλα του. Κάποιοι γονείς άλλαζαν πορεία βλέποντάς τον, νομίζοντας ότι είναι επικίνδυνος, θέλοντας να προστατέψουν τα παιδιά τους. Τον κοιτούσαν με καχυποψία.
Για όσους ήξεραν την περίπτωσή του, ήταν ο γιος της ζητιάνας. Για τους υπόλοιπους ήταν ο τρελός.
Στον σταθμό των λεωφορείων, κάποιοι είχαν πάρει σύνταξη, κάποιοι καινούργιοι προστέθηκαν στο δυναμικό. Για χρόνια, είχε εξαφανιστεί. Τον πονούσε που έχασε τον μοναδικό άνθρωπο που είχε δώσει αξία στην ύπαρξή του και που όλοι εκεί ήταν πάλι αφιλόξενοι και ψυχροί μαζί του. Οι παλιές αγάπες όμως, δεν πεθαίνουν ποτέ. Άρχισε πάλι, δειλά δειλά στην αρχή, καθημερινά στην συνέχεια, να περνάει για να παίρνει τζούρες από τις μηχανές, που τόσο του είχαν λείψει, να ανασαίνει τον αέρα καυσαερίων που άφηναν τα μεγάλα οχήματα. Το πάθος του για το τιμόνι δεν έφυγε ποτέ, απλά καταχωνιάστηκε σε μια γωνιά του μυαλού και της καρδιάς του. Οι οδηγοί τον πείραζαν. “Λευτέρη πες ρε, έσπασε το σπαθί”. “Έθπαθε το θπαθί” φώναζε εκείνος χαμογελαστός κι ας ήξερε ότι τον κορόιδευαν. Τον έστελναν να τους πάρει καφέ, τσιγάρα και κάποιες φορές του πετούσαν καμιά δραχμή, άλλες πάλι, ενώ του το έταζαν, πριν τον στείλουν σε κάποια αγγαρεία, λάμβανε μόνο την ειρωνεία και τα γελάκια τους κι όχι την δραχμούλα που για κείνον ήταν πολύτιμη. Τον είχαν για να ξεσπάνε τα νεύρα τους, για να βγάζουν τα κόμπλεξ τους, για να νιώθουν ανώτεροι και έξυπνοι δίπλα του. Περνούσαν την ώρα τους σπάζοντας πλάκα μαζί του, μέχρι την ώρα του δρομολογίου τους. Δεν τον ένοιαζε. Δεν κρατούσε κακία σε κανέναν. Όλους τους φερόταν με αγάπη. Με μεγάλη χαρά έτρεχε για όλα τα θελήματα, χωρίς ποτέ να γκρινιάξει ή να αρνηθεί. Του αρκούσε που υπήρχε ανάμεσά τους, που κάποιες φορές τον άφηναν να ανέβει σε κάποιο λεωφορείο και να αγγίξει το τιμόνι.
Του ζητούσαν να καθαρίζει τα λεωφορεία τους, να μαζεύει τα σκουπίδια από τα τασάκια των θέσεων, να φορτώνει, να ξεφορτώνει τις μπαγαζιέρες. “Είσαι δυνατός εσύ ρε! Σήκωσέ το στο κεφάλι, μπορείς;”. Έπαιρνε κι εκείνος τα δέματα, ευτυχισμένος που τον αποκαλούσαν δυνατό και τα σήκωνε στο κεφάλι, αποδεικνύοντάς τους ότι μπορεί. Έτσι τα μετέφερε στην αποθήκη όλα και προκαλούσε τα γέλια στους πάντα εξυπνότερους από εκείνον, που τον έκαναν ό,τι ήθελαν, που τους διασκέδαζε, που ευτυχώς εκείνοι, οι κάποιοι, είχαν τον ασήμαντο, να περνάει η ώρα, να κάνει τις βαριές δουλειές. Με τα δέματα πάνω στο κεφάλι, με ένα χαμόγελο αθωότητας και μια ψυχή αγνή, συνέχιζε να είναι το παιδί για όλες τις δουλειές, το παιδί της καρπαζιάς, ο τρελός του χωριού, ο γιος της ζητιάνας. Είχε μάθει να ζει έτσι, είχε αποδεχτεί την μοίρα του. Το μόνο που τον πίκραινε ήταν ότι απογοήτευε τον Κώστα, που μπορεί να τον έβλεπε από ψηλά. Τελικά, είχε πιστέψει πρώτος εκείνος πια, ότι δεν ήταν ικανός να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Δεν θα οδηγούσε ποτέ λεωφορείο. Θα ήταν πάντα ο περίγελος με τα δέματα στο κεφάλι, που κάποιοι τον έβαζαν να μεταφέρει.
Μπορούμε άραγε να ξεφύγουμε από την μοίρα μας; Ο Λευτέρης είναι η περίτρανη απόδειξη πως όχι, όσο η ζωή αφαιρεί κάποιον Κώστα από τον δρόμο μας και εμφανίζει όλους εκείνους που μας πείθουν ότι δεν μπορούμε και δεν αξίζουμε να αλλάξουμε το ριζικό μας. Θέλει τόση εσωτερική δύναμη και πείσμα, κόντρα σε κύματα, θύελλες και δαίμονες, τόση πίστη στον εαυτό μας, που δεν τα καταφέρνουν όλοι. Τουλάχιστον με τον Λευτέρη αυτό έγινε. Δεν βρέθηκε ποτέ ξανά στον δρόμο του κάποιος να του απλώσει το χέρι, να πιστέψει σε αυτόν. Αντιθέτως, ήταν πολλοί εκείνοι που ενίσχυαν μέσα του αυτό που κι ο ίδιος πίστευε για τον εαυτό του και έμεινε μέχρι τέλους ο τρελός του χωριού, ο γιος της ζητιάνας.
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Ο τρελός του χωριού”
Αν είχε καλύτερο δάσκαλο….αχ!