Η Κλοπή – Πέμπτο Κεφάλαιο

Προηγούμενο

Ο Γκαστόν ένιωθε το αίμα στο κεφάλι του να βράζει και το πρόσωπό του να καίει. Με μια απότομη κίνηση του χεριού, αναποδογύρισε το τραπέζι και σκόρπισε όλα τα χαρτιά στο έδαφος. Εκείνη του πέταξε μια κατάρα στη γλώσσα της κι έσπευσε να τα μαζέψει. Ο Γκαστόν έφυγε τρέχοντας κάτω από το επικριτικό βλέμμα των περαστικών που παρακολούθησαν τη σκηνή, ανάμεσά στους οποίους ήταν κι ο Τζακ. Ο ζωγράφος πέρασε σχεδόν δίπλα του, αλλά ήταν τόσο αναστατωμένος που δεν τον αναγνώρισε.

Ο ντετέκτιβ έστρεψε και πάλι την προσοχή του στην τσιγγάνα, που είχε πλέον μαζέψει την τράπουλα, είχε πάρει παραμάσχαλα το πτυσσόμενο τραπεζάκι της και κίνησε να φύγει. Είδε κάτι να πέφτει πίσω της. Προχώρησε προς τα εκεί, και σταμάτησε απότομα μόλις έφτασε. Δεν πρόσεξε την κοπέλα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, η οποία σχεδόν έπεσε πάνω του.

«Πρόσεχε λίγο!» του φώναξε αγανακτισμένη και συνέχισε τον δρόμο της.

«Συγγνώμη!» απολογήθηκε εκείνος και γυρνώντας προς το μέρος της, πρόλαβε να προσέξει μόνο το πίσω μέρος των κόκκινων μαλλιών της, καθώς απομακρυνόταν.

Κοίταξε στο έδαφος, όπου είδε ένα σκουριασμένο κλειδί πάνω σε ένα τραπουλόχαρτο. Τα σήκωσε και τα περιεργάστηκε. Το κλειδί ήταν τόσο παλιό, που η σκουριά έμεινε πάνω στο χέρι του. Το τραπουλόχαρτο είχε την εικόνα μιας μαύρης καρδιάς σε βαθύ κόκκινο φόντο. Τα έβαλε βιαστικά στην τσέπη και ακολούθησε την τσιγγάνα.

Βρέθηκε σε ένα στενό δρομάκι, που οδηγούσε σε αδιέξοδο. Στο βάθος, υπήρχε ένα σπίτι – μαγαζί, οπότε προχώρησε προς τα εκεί. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ο ντετέκτιβ παραμέρισε προσεκτικά μια κουρτίνα από κρόσσια και δρασκέλισε το κατώφλι. Ο χώρος ήταν σχετικά μικρός, ο φωτισμός ελάχιστος, και μια πολύ έντονη μυρωδιά τσαγιού και διαφόρων μυρωδικών πλανιόταν στον αέρα. Δίπλα στο παράθυρο, είχε τοποθετηθεί ένας μικρός καναπές και στη μέση του δωματίου ένα στρόγγυλο τραπέζι με τρεις καρέκλες. Στα στενά, ξύλινα ράφια ήταν ακουμπισμένα γυάλινα βαζάκια με βότανα και μαντζούνια, πολύχρωμα μπιχλιμπίδια, τράπουλες, κρυστάλλινες σφαίρες και κάθε λογής φυλαχτά. Την προσοχή του τράβηξαν μερικά όμορφα διακοσμητικά με φτερά.

«Είναι ονειροπαγίδες» τον πληροφόρησε μια φωνή από το βάθος.

Η Γκαλίνα βγήκε πίσω από μια κουρτίνα και προχώρησε προς το μέρος του.

Ο Τζακ πλησίασε για να τις περιεργαστεί καλύτερα. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά είχε την εντύπωση ότι άκουγε ένα ανεπαίσθητο θρόισμα, σαν να περνούσε αέρας μέσα από φυλλωσιές δέντρων. Ετοιμάστηκε να ρωτήσει πόσο κόστιζαν για να αγοράσει.

«Τις έχω για κάποιον που θα τις χρειαστεί πολύ σύντομα» τον πρόλαβε η τσιγγάνα, σαν να διάβασε τη σκέψη του. «Αλλά δεν ήρθες για τις ονειροπαγίδες, έτσι δεν είναι;». Τον κοίταξε με νόημα. «Γκαλίνα Μπλαβιέ» πρόσθεσε και του έδωσε το χέρι. «Είσαι ο ντετέκτιβ Τζακ Κάρτερ…» σχολίασε αργόσυρτα τη στιγμή που ο άντρας ανταπέδιδε. Εκείνος ένευσε. «Λοιπόν; Για ποιο λόγο ήρθες;»

«Νομίζω ότι έχω κάτι δικό σου».

Λέγοντας αυτά, έβγαλε από την τσέπη το σκουριασμένο κλειδί και το τραπουλόχαρτο. Η τσιγγάνα τα πήρε και τα κοίταξε. Αφού στριφογύρισε μερικές φορές το κλειδί, του το επέστρεψε.

«Δεν είναι δικό μου» του είπε ήρεμα.

«Ήταν πάνω στο τραπουλόχαρτο» αντέτεινε ο Τζακ.

«Ίσως» έκανε αδιάφορα εκείνη. «Αλλά δεν μου ανήκει. Όσο για το τραπουλόχαρτο, αυτό ναι. Κράτησέ το όμως…» του το έδωσε πίσω. «Για να το βρήκες, σημαίνει πως η μοίρα ήθελε να πέσει στα χέρια σου. Κανείς δεν πρέπει να τα βάζει με τη μοίρα…» κατέληξε με νόημα.

«Δεν πιστεύω στη μοίρα» δήλωσε κατηγορηματικά ο ντετέκτιβ.

Εκείνη χαμογέλασε πονηρά, και κατευθύνθηκε προς το βάθος του μαγαζιού.
Ο Τζακ βγήκε, και καθώς τα κρόσσια έπεφταν πίσω του, πήρε μια βαθιά ανάσα. Τώρα μόνο συνειδητοποιούσε ότι η ατμόσφαιρα του χώρου μέσα ήταν αποπνικτική. Ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές για να συνηθίσει στο φως του ήλιου.

***

Δεν πέρασαν παρά μερικά λεπτά και η Ανελίζ φάνηκε να πλησιάζει προς το σπίτι της τσιγγάνας. Δεν είχε όμως την ίδια τύχη με τον ντετέκτιβ. Η Γκαλίνα την ξεφορτώθηκε χωρίς να διστάσει να δείξει την ενόχλησή της με τη δικαιολογία πως η αύρα της γέμιζε τον χώρο της με κακή ενέργεια και πως θα έδιωχνε όλους της τους πελάτες.

***

Η Μαλβίνα βρισκόταν στο γραφείο της στην γκαλερί από πολύ νωρίς, τακτοποιώντας διάφορα έγγραφα. Ψαχουλεύοντας ανάμεσα στα ντοσιέ, βρήκε μερικά ξεχασμένα γράμματα από την προηγούμενη μέρα που δεν είχε ακόμη ανοίξει. Πέταξε αδιάφορα δυο – τρία παραπέρα. Όταν όμως έπιασε το τελευταίο, συνοφρυώθηκε. Είχε καιρό να ακούσει νέα του. Το άνοιξε με αργές κινήσεις, κι άρχισε να διαβάζει προσεκτικά. Μόλις τελείωσε, το παράτησε, σκέπασε το στόμα με το ένα χέρι, βούλιαξε στην καρέκλα και ξέσπασε σε βουβά κλάματα.

Όταν συνήλθε κάπως, σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και σχημάτισε έναν τριψήφιο αριθμό.

«Μπορείς να έρθεις στο γραφείο μου σε παρακαλώ;» ρώτησε με ελαφρώς τρεμάμενη φωνή.

Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό και στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ο Νέστορ. Την πλησίασε αναστατωμένος.

«Τι συμβαίνει μητέρα;»

Πρώτη φορά την έβλεπε σε αυτήν την κατάσταση. Η σκληρή και ψυχρή επαγγελματίας Μαλβίνα Σαντορέλ είχε λυγίσει και δεν θύμιζε σε τίποτα τη γυναίκα που ήταν έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην τσαλακώσει την εικόνα της. Αντί γι’ απάντηση του έδωσε το γράμμα. Εκείνος μόλις διάβασε τις πρώτες γραμμές, κατάλαβε. Σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει και πάλι.

«Ο θείος…» ψιθύρισε.

Εκείνη έγνεψε καταφατικά.

«Αύριο θα είναι εδώ για την κηδεία» είπε με δυσκολία. «Πρέπει…» κόμπιασε η Μαλβίνα, «Πρέπει να κλείσουμε από σήμερα» πρόφερε μέσα από τα δάκρυά της.

Όταν λίγη ώρα αργότερα ο Τζακ έφτασε στην γκαλερί, βρήκε την είσοδο κλειδωμένη και μια επιγραφή πάνω στην πόρτα που έγραφε:
«ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΛΟΓΩ ΠΕΝΘΟΥΣ»

Η κηδεία έγινε το επόμενο πρωί.

Ο ντετέκτιβ στάθηκε στο προαύλιο σε μικρή απόσταση από τους Φαμπερζό και ντε Λου.

Εκείνη τη στιγμή, τους πλησίασε ο Λορέντζο.

«Κύριοι, είχατε κάποιο νέο για την ανεύρεση του πίνακα;» ρώτησε αντί να χαιρετήσει.

«Κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, κύριε Γκάρβιν» έσπευσε να τον διαβεβαιώσει ο Φαμπερζό.

Στο άκουσμα του ονόματός του ο Τζακ στράφηκε προς το μέρος του.

«Κύριε Γκάρβιν».

Ο Λορέντζο πλησίασε.

«Είμαι ο ντετέκτιβ, Τζακ Κάρτερ».

Εκείνος του έδωσε το χέρι.

«Χαίρομαι που σας γνωρίζω από κοντά. Παρατηρείτε τον κόσμο;» ρώτησε στη συνέχεια. «Πιστεύετε ότι ο ένοχος είναι παρών;»

«Όλοι είναι ένοχοι, κύριε Γκάρβιν, ακόμη κι εσείς, που με καλέσατε» πρόσθεσε χαμηλόφωνα.

Ο Λορέντζο έμεινε σιωπηλός.

Ο Τζακ έκανε ένα αδιόρατο νεύμα προς τον Νέστορ.

«Το παιδί εκεί είναι ανιψιός του εκλιπόντος αν δεν κάνω λάθος;»

«Ναι» του απάντησε. «Και η κυρία δίπλα του είναι μητέρα του κι αδερφή του εκλιπόντος, του Φρανσουά Σαντορέλ. Ήταν συνέταιροι στην γκαλερί. Ζούσε μόνιμα στην Αμερική, με τη γυναίκα του, τη Νικόλ. Εκείνη συνοδεύει τη σωρό».

«Είχαν παιδιά;»

«Όχι. Ο Φρανσουά και η Νικόλ είχαν περισσότερες επαφές με την οικογένεια τη δική της, παρά με του μακαρίτη».

«Ο λόγος;»

«Τις περισσότερες φορές που ο συγχωρεμένος επισκεπτόταν την γκαλερί, λογομαχούσε με τη Μαλβίνα. Οι λόγοι ήταν οικονομικοί».

«Και η σύζυγος του εκλιπόντος; Είχε οικονομικές απολαβές;»

«Άμεσα όχι. Έμμεσα όμως ναι, αφού εκείνος τη συντηρούσε.»

Ο ντετέκτιβ παρατήρησε και πάλι την Μαλβίνα με τον Νέστορ. Του φάνηκε πως η γυναίκα έδειχνε περισσότερο νευρική, παρά λυπημένη για τον θάνατο του αδερφού της. Έριχνε μονίμως γύρω της ανυπόμονες ματιές.

«Και αυτή;» ρώτησε στη συνέχεια κάνοντας ένα αδιόρατο νεύμα προς την Ανελίζ που στεκόταν παραπέρα.

Η γυναίκα είχε βλέμμα σκυφτό, αλλά όλη η προσοχή ήταν στραμμένη προς τον ντετέκτιβ.

«Ανελίζ Μονσούν από την OCBC».

«Κατάλαβα» τον διέκοψε ο Τζακ. «Ελπίζω να μην μπλεχτούν στα πόδια μου».

«Έφτασαν» είπε ο Λορέντζο.

Η πόρτα ενός μαύρου αυτοκινήτου άνοιξε. Μερικοί άντρες έβγαλαν από το πίσω μέρος το φέρετρο. Την προσοχή του Τζακ όμως, τράβηξε η γυναίκα που ξεπρόβαλε από την μπροστινή θέση του αμαξιού και ακολουθούσε από πίσω, υποβασταζόμενη από μια άλλη μαυροφορεμένη κι έναν νεαρό ντυμένο στην τρίχα.

Η Νικόλ Σαντορέλ, πέρασε δίπλα από τη Μαλβίνα και τον Νέστορ, έκανε ένα αδιάφορο νεύμα με το κεφάλι και μπήκε στην εκκλησία με αέρα ντίβας. Οι άλλοι δύο κοιτάχτηκαν με νόημα και προχώρησαν από πίσω της.
Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι. Ο Τζακ “έπιασε’’ με την άκρη του ματιού του τον Γκαστόν να καταφτάνει λαχανιασμένος, κυριολεκτικά λίγα δευτερόλεπτα πριν αρχίσει το μυστήριο.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της τελετής, ο ντετέκτιβ παρατηρούσε τους πάντες μέσα στην αίθουσα, μέχρι που το βλέμμα του σταμάτησε στη χήρα του Φρανσουά, Νικόλ Σαντορέλ. Φορούσε μαύρα γυαλιά, και σε συνδυασμό με τα ασορτί κορακίσια μαλλιά της, έμοιαζε περισσότερο τρομακτική, παρά θλιμμένη.
Στεκόταν σκυφτή, κρατώντας ένα λευκό μαντήλι, το οποίο δεν φαινόταν να έχει χρησιμοποιήσει καθόλου. Ο Τζακ προσπάθησε να κοιτάξει μέσα από τα γυαλιά που φορούσε για να δει τα μάτια της, αλλά ήταν αδύνατον. Το μαύρο χρώμα ήταν τόσο σκούρο, τόσο σκοτεινό, που δεν διέκρινε τίποτα. Δεν εμπιστευόταν τους ανθρώπους που έκρυβαν το βλέμμα τους. Όποιος κρύβει τα μάτια του, κρύβει και την ψυχή του, και ο μόνος λόγος για να το κάνει είναι γιατί έχει πολλά μυστικά.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Πέμπτο Κεφάλαιο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading