Απογευματάκι καλοκαιριού στον Αγ. Διονύση, με γέλια και παιδικές φωνές που ακούγονταν παντού, από παιδιά που ξεχύθηκαν μονομιάς στην αλάνα να παίξουν, ακριβώς μόλις τελείωσε η ώρα κοινής ησυχίας των «μεγάλων».
Μια ατελείωτη αλάνα η Αττική τότε, και ο Πειραιάς το λιμάνι της Αθήνας, έσφυζε από πλήθος μετανάστες. Δίπλα στην εκκλησία του Αγ. Διονύση, στην «γέφυρα του μάγκα», ήταν και ο σιδηροδρομικός σταθμός , ο σταθμός της ξενιτιάς με ανθρώπους που μετανάστευαν κυρίως στην Ευρώπη για μια καλύτερη τύχη. Η «γέφυρα του μάγκα» ήταν τα σύνορα της Δραπετσώνας από την ‘καλή’ γειτονιά του Πειραιά, διότι τότε ο Πειραιάς χωριζόταν σε καλές και κακόφημες περιοχές. Τα Βούρλα ήταν η γειτονιά των μπορντέλων πάνω από την γέφυρα του Αγ. Διονυσίου, η Δραπετσώνα, ήταν η ευρύτερη κακόφημη περιοχή που με την προσέλευση των μεταναστών από Μικρά Ασία, τα νησιά και τον Πόντο, άλλαξε όψη και στέγασε όλους τους πονεμένους από την προσφυγιά μετανάστες. Γέμισε η Δραπετσώνα με οικογένειες, παιδιά και χαρούμενες φωνές, απόκτησε ζωή ο τόπος και μέσα στα στενά άκουγες κάποιες φορές την ποντιακή λύρα να παίζει και μύριζες μεζέδες σμυρναίικους.
Μια παρέα μικρών παιδιών, από τις πολλές της περιοχής, απαρτιζόταν από έναν Χιώτη, έναν Πόντιο και έναν Σμυρνιό. Στην Δραπετσώνα γνώρισαν και τον Μάκο τον Αρμένη, που τους τσίγκλαγε να περάσουν την «γέφυρα του μάγκα» στους τεκέδες και στους βαρύμαγκες να τους δουν από κοντά.
– Και τι είναι οι βαρύμαγκες, αξιοθέατο να πάμε να τους δούμε; απορούσε ο Γούλης.
– Ρε πας καλά; Αυτοί έχουν και σουγιάδες, θα μας σφάξουν!, συμπλήρωνε ο Αρίστος ο Σμυρνιός.
Μα ο Μάκος επέμενε, είχε και τον Ανδρέα σύμμαχο, τον Χιώτη. Επιβαλλόταν να πάνε, μόνο έτσι θα αποδείκνυαν τον ανδρισμό τους. Αν διέσχιζαν την «γέφυρα του μάγκα» και μπαίναν νύχτα στην κάτω από την γέφυρα περιοχή που είχε μάγκες, καφενεία, ρεμπέτες, χαρτιά και πρέζα και ξέφευγαν από τα κουτσαβάκια που άραζαν στην περιοχή, ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη της σκληράδας τους. Σκοπός τους ήταν να περάσουν έξω από το καφενείο του Καπλάνα, να ρίξουν πέτρες και να φύγουν τρέχοντας. Τους είχαν άχτι τους μάγκες, πριν κάτι μέρες ξεκοίλιασαν ένα δικό τους. Ήταν ατύχημα δήλωσαν, τον πέρασαν γι’ άλλο, μα ο καημένος ο άνθρωπος ο μεροκαματιάρης σωριάστηκε νεκρός αμέσως. Φήμες λέγαν ότι γούσταρε μια δική τους, και έθιξε τον «προστάτη» της, μα ξέρετε πώς είναι οι φήμες, από στόμα σε στόμα μεγαλώνουν! Αρμένης ήταν και ο Μάκος, ένιωσε την υποχρέωση να εκδικηθεί για τον νεκρό συμπατριώτη του.
– Εγώ θα πάω! Όποιος είναι άνδρας ακολουθεί! δήλωσε περίτρανα ο Μάκος και οι υπόλοιποι χαμήλωσαν το βλέμμα δειλιάζοντας
– Εγώ πάλι φοβάμαι… ψιθύρισε ο Γούλης.
– Τι φοβάσαι ρε; φώναξε ο Ανδρέας. Φάγαν έναν δικό μας, πρέπει να τους σπάσουμε το τσαμπουκά!
– Μα είμαστε παιδιά, θα μας πιάσουν! υποστήριξε ο Αρίστος
– Εννιά το βράδυ όλοι εδώ. Είπα, δεν ξελέω! έδωσε τελεσίγραφο ο Μάκος και κίνησαν να πάνε σπίτια τους να φάνε, γιατί οι κοιλιές γουργούριζαν από ώρα
Εννιά το βράδυ έστεκαν στην αρχή της γέφυρας, κοιτάζοντας με περιέργεια τους ζόρικους τύπους που στέκονταν στην απέναντι πλευρά. Διστακτικά όλη η παρέα μαζί, με μια ανάσα, πήραν φόρα και έτρεξαν κατά πάνω τους, προσπαθώντας να ξεγλιστρήσουν από τα πλαϊνά των ζόρικων τύπων που φύλαγαν την αντίθετη πλευρά της γέφυρας. Κατάφεραν να περάσουν ο Μάκης και ο Αρίστος, οι άλλοι δυο πιάστηκαν στα χέρια με τα «κουτσουβάκια», που σιχτηρίζοντας τους έδιωξαν και βάλθηκαν να πιάσουν τους άλλους δυο.
«Πιάστε τα μπάσταρδα!» φώναζαν στους μάγκες που κοίταζαν νωχελικά δυο παιδιά να τρέχουν, και πίσω τους να τα κυνηγούν οι δικοί τους. Στην στροφή, σαν από ένστικτο, έστριψε αριστερά ο Μάκης και δεξιά ο Αρίστος, χωρίστηκαν έτσι ώστε να είναι πιο δύσκολο να τους πιάσουν. Ήξεραν και οι δυο πως το μέρος συνάντησής τους ήταν το καφενείο του Καπλάνα, και αφού κατάφεραν και τους ξέφυγαν, πήραν ανάσα, μάζεψαν τις δυνάμεις τους και χούφτιασαν καλά τις πέτρες που είχαν διαλέξει για να σπάσουν το μαγαζί, που σύχναζαν αυτοί που «έφαγαν» τον Αρμένη. Το πρόβλημα που συνειδητοποιούσαν τώρα, ήταν ο τρόπος διαφυγής τους, κάτι που είχαν παραβλέψει να σκεφτούν. Ένα από τα παιδιά της γειτονιάς, που ο θείος του σύχναζε σε αυτά τα μέρη, τους είχε ενημερώσει πως ο Καπλάνας ήταν δυο στενά αριστερά από την γέφυρα, έτσι ο Μάκης και ο Αρίστος κατάφεραν να προσανατολιστούν και να συναντηθούν στο πίσω στενό.
– Λοιπόν τρέχουμε, πετάμε τις πέτρες και κρυβόμαστε πάλι μέχρι το πρωί που θα έχουν όλοι ζαλιστεί, μήπως καταφέρουμε και βγούμε από τα πλαϊνά, όπως μπήκαμε.
– Την πατήσαμε Μάκο. Είναι πολλοί, δεν θα τα καταφέρουμε.
– Δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Μόνο φρόντισε να σημαδέψεις δόξα πατρί, να τους ταβλιάσουμε, μην πάνε χαμένες οι πέτρες και ο κόπος μας!
Έτσι συνεννοήθηκαν οι δυο τους, μα βγαίνοντας προς τα έξω, έπεσαν μπουλούκι οι μάγκες πάνω τους και τους έπιασαν, οδηγώντας τους στον Χαράλαμπο, τον επικεφαλή της περιοχής.
Οι άλλοι δυο που δεν κατάφεραν να περάσουν, ο Γούλης και ο Ανδρέας, σαν νύχτωσε και δεν είδαν τους δικούς τους να επιστρέφουν, τους έζωσαν μαύρα φίδια. Σαν δεν γύρισαν και για φαγητό στα σπίτια τους, ανησύχησαν και οι γονείς, και βγήκαν να τους ψάξουν. Συνεχώς τους ρώταγαν αν ήταν μαζί και αν ξέρουν πού πήγαν, μα εκείνοι δεν ήθελαν να πουν γιατί θα τους τιμωρούσαν, ήταν σίγουρο! Μα όταν μπλέχτηκε και η αστυνομία και πιέστηκαν να μιλήσουν, ομολόγησαν τι συνέβη. Οι γονείς, μα και όλοι στην γειτονιά, ανάστατοι από την κακή φήμη της περιοχής, φώναζαν να πάνε με την αστυνομία να πάρουν τα παιδιά, και προσεύχονταν να τα βρουν καλά. Προς στιγμήν επικράτησε χάος, μα ο διοικητής κατάφερε να τους πείσει πως θα έστελνε εκείνος τους αστυφύλακες να βρουν τα παιδιά, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τον όχλο.
Η νύχτα «έπεσε» για τα καλά, όταν οι αστυφύλακες «σπάζοντας» την σθεναρή αντίσταση της γέφυρας, μπούκαραν στην άλλη, την ιδιαίτερη γειτονιά, σηκώνοντας στο πόδι τους μάγκες, από τις σφυρίχτρες και τις φωνές τους. Μπήκαν σε όλα τα καφενεία, ζητούσαν να μάθουν πού είναι τα παιδιά. Μα οι μάγκες ανασήκωναν τους ώμους, δεν γνώριζαν τίποτα, δεν είδαν, δεν άκουσαν… ποια παιδιά; Όταν έδωσαν αναφορά στον διοικητή τους, εκείνος έσφιξε τα χείλη και δυσαρεστήθηκε. Κάπου τα είχαν κρύψει!
«Να πάρει ο διάολος!» αναφώνησε ο διοικητής. Τι θα έκανε με τους γονείς, και πού στην ευχή είχαν τρυπώσει τ’ άτιμα; Οι κάτοικοι αναστατωμένοι είχαν μαζευτεί στην γέφυρα, φώναζαν και μάλωναν λεκτικά με τους μάγκες. Ζητούσαν τα παιδιά! Ξαφνικά η φασαρία σταμάτησε, τα παιδιά πρόβαλαν από μακριά χαρούμενα και κρατώντας, αλίμονο… ένα μπουζούκι στα χέρια! Άνοιξε ο κόσμος να περάσουν καθώς εκείνα γρατζουνούσαν τις χορδές τραγουδώντας έναν στίχο που τους έμαθαν οι μάγκες σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
«Πάρτε και αυτό» τους είπε ο Χαράλαμπος και τους έδωσε το μπουζούκι του. «Ο κόσμος δεν θέλουμε να μας φοβάται, σκαρώνουμε κάνα τραγουδάκι και περνάμε όμορφα. Πάρτε το μικρόβιο της μουσικής ρε λεβέντες! Όσο για τον Αρμένη, εμείς δεν τον σφάξαμε, μπέσα».
Έτσι κάπως τα μικρά κόλλησαν με το μπουζούκι, και κάποια στιγμή που η γέφυρα καταργήθηκε, η μουσική των ρεμπετών έδωσε νέο τρόπο έκφρασης στους πονεμένους που την ένταξαν στην καθημερινότητά τους. Όσο για εκείνη την μοναδική παρέα, έφηβοι πλέον μαζεύονταν και τραγουδούσαν δυνατά, ρεμπέτικα, νησιώτικα, ποντικά και ό,τι τράβαγε η ψυχή τους, χαρίζοντας μοναδική μουσική χροιά στα στενά της Δραπετσώνας.
Ελένη Ρέγγα
