Απόντες και παρόντες

– Πώς μεγάλωσες… τα μάτια της υγράνθηκαν κοιτώντας τον

– Αγκάλιασε τη μητέρα σου!

Περισσότερο με προσταγή έμοιαζαν τα λόγια του πατέρα του, μα εκείνος έμενε εκεί, ακίνητος, βιδωμένος θαρρείς στο ξύλινο πάτωμα. Αγουροξυπνημένος ακόμη, φορώντας τις γκρι αγαπημένες μπιζάμες του με τα μπλε αυτοκινητάκια, την κοιτούσε ανέκφραστος.

– Χρήστο! Η μαμά γύρισε! επέμεινε εκείνος

– Πόσο μου έλειψες… είπε εκείνη και γονάτισε, αφήνοντας δίπλα της την καφέ, παλιοκαιρισμένη βαλίτσα που κρατούσε

Ο Χρήστος γύρισε το βλέμμα του σ’ εκείνο του πατέρα του και μόλις τον είδε να κουνάει το κεφάλι καταφατικά, έτρεξε μέσα στην αγκαλιά της. Άρχισε να τον φιλάει σε όλο το πρόσωπο και να χαϊδεύει την πλάτη του, όσο ψιθύριζε “μωρό μου… καρδούλα μου…”. Λίγα δευτερόλεπτα πήρε στο Χρήστο να αφεθεί και ν’ αρχίσει κι εκείνος να τη σφίγγει πάνω του, ενώ δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα στο πρόσωπό του.

Εννιά μήνες κόντευαν από την τελευταία φορά που είχε χαθεί στην αγκαλιά της. Εννιά μήνες κόντευαν από εκείνο το πρωινό του Σαββάτου που είχε ξυπνήσει και κατεβαίνοντας στην κουζίνα, βρήκε τον πατέρα του μόνο, να έχει το κεφάλι του ακουμπισμένο στο τραπέζι της κουζίνας και να κλαίει σαν μικρό παιδί. Γύρω του μισοάδεια μπουκάλια με αλκοόλ, κάποια σπασμένα και αποτσίγαρα πεταμένα παντού. Ο Χρήστος τον πλησίασε κι ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη του κι εκείνος γύρισε, τον κοίταξε κι έβαλε το χέρι του στο στήθος του παιδιού. “Οι δυο μας θα είμαστε τώρα φιλαράκο…”, ψέλλισε μόνο και ξέσπασε ξανά σε κλάματα.

Τους είχε εγκαταλείψει. Σ’ ένα βράδυ ανακοίνωσε στον άντρα της πως δεν τον αντέχει άλλο, πως δεν μπορεί τη ζωή που ζούσαν, πως είχε ερωτευτεί κάποιον άλλο κι είχε αποφασίσει να τον ακολουθήσει στο εξωτερικό. Ήθελε να χωρίσουν. “Και το παιδί; Τον Χρήστο μας; Δεν τον σκέφτεσαι καθόλου;”, την είχε ρωτήσει εκείνος, σε μια τελευταία προσπάθεια να την πείσει ν’ αλλάξει γνώμη. “Τον Χρήστο τον αγαπώ, είναι παιδί μου. Όταν τακτοποιηθώ, θα επιστρέψω να τον πάρω”, είχε απαντήσει εκείνη, αλλά απ’ το ύφος της κι απ’ τον τόνο της φωνής της, ήταν ξεκάθαρο πως κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί. “Σ’ αγαπάω Δώρα! Μη μ’ αφήνεις!”, είχε πέσει στα πόδια της εκείνος, μα για εκείνη δεν υπήρχε επιστροφή. Μισούσε πάντα τη ζωή που ζούσε μαζί του, τη μιζέρια, τη φτώχια, την κακομοιριά -όπως έλεγε. Εκείνη ήταν φτιαγμένη για άλλα πράγματα, μεγάλα, και η γνωριμία της μ’ εκείνον τον καπετάνιο, φάνταζε στα μάτια της θείο δώρο! Θα ξέφευγε απ’ όλα αυτά, θα ταξίδευε, θα ζούσε τη μεγάλη ζωή! Ναι, το αγαπούσε το παιδί της, αλλά είχε ήδη θυσιάσει 7 χρόνια για χάρη του, μέσα σ’ έναν γάμο που μισούσε, μέσα σ’ ένα σπίτι που την έπνιγε, έπρεπε πια να ζήσει… Μ’ αυτές τα λόγια, μ’ αυτές τις σκέψεις, έκλεισε την πόρτα πίσω της κρατώντας μόνο μια καφέ παλιοκαιρισμένη βαλίτσα, με λίγα προσωπικά αντικείμενα, τα οποία θα ξεφορτωνόταν γρήγορα, όταν ο καπετάνιος της, της χάριζε τη ζωή που της είχε υποσχεθεί.

Εννιά μήνες, ο Χρήστος βίωνε μέσα του την απόρριψη απ’ την ίδια του τη μάνα, βίωνε την απουσία της μητρικής αγκαλιάς, του μητρικού φιλιού. Εννιά μήνες βίωνε τον θρήνο του πατέρα του, που έμοιαζε ανίκανος να ξεπεράσει τη φυγή της γυναίκας του. Νεκρός ζωντανός, πήγαινε στη δουλειά κι όταν επέστρεφε βυθιζόταν στον καναπέ και χανόταν στις σκέψεις του. Αν δεν ήταν κι η γιαγιά του, η μαμά του μπαμπά του, να πηγαίνει 2-3 φορές την εβδομάδα και να φροντίζει να καθαρίζει λίγο και να μαγειρεύει, θα ήταν αδύνατον να επιβιώσουν οι δυο τους. Ακυβέρνητο καράβι σε τρικυμία ωκεανού, νόμιζε πως ήταν. Η μοναξιά, ο φόβος, η ανασφάλεια είχαν γεμίζει την ψυχή του και δεν μιλούσε σε κανέναν γι’ αυτά, μέσα του προσπαθούσε να τα πνίξει, μη και επιβαρύνει κι άλλο τον πατέρα του, μη και τον αφήσει κι αυτός. Προσπαθούσε όσο μπορούσε να μην τον κουράζει, να μην τον φορτώνει με τα “δικά του”. Να είναι “καλό παιδί”, να είναι “καλός μαθητής”, να είναι αθόρυβος κι αόρατος σχεδόν, μη και ενοχλήσει. Κι ήταν μόλις επτά χρονών…

Εννιά μήνες είχαν περάσει απ’ τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του και ξαφνικά ήταν “χωρίς μαμά”, απ’ τη στιγμή που ξαφνικά όλα άλλαξαν, απ’ τη στιγμή που εκείνη το μπόρεσε και τον άφησε πίσω χωρίς να του πει λέξη, χωρίς να τον αποχαιρετίσει, χωρίς έστω να προσπαθήσει να απολογηθεί. Εννιά μήνες είχαν περάσει και τώρα ήταν ξανά μπροστά του, όμορφη και επιβλητική όπως πάντα, με τα μαλλιά της προσεχτικά χτενισμένα και το έντονο κόκκινο κραγιόν της να στολίζει το όμορφο πρόσωπό της. Κι αυτή η μυρωδιά της… αυτή η υπέροχη χαρακτηριστική μυρωδιά της, που τόσους μήνες τόσο του είχε λείψει… Είχε θυμό μέσα του για εκείνη, είχε οργή, είχε αναπάντητα ερωτηματικά, μα στη θέα της τα άφησε όλα πίσω και χάθηκε μέσα στα χέρια της. “Η μαμά είναι εδώ τώρα ψυχή μου, όλα θα πάνε καλά!”, του έλεγε όσο τον έσφιγγε πάνω της κι εκείνος… εκείνος ένιωσε να την πιστεύει, ήθελε να την πιστέψει.

Στα γενέθλιά του λίγο καιρό αργότερα, του είχε φτιάξει μια όμορφη τούρτα με σαντιγί, που είχε πάνω ζωγραφισμένο ένα μπλε αυτοκινητάκι. Δεν της είχε πετύχει το σχέδιο, αλλά για τον Χρήστο ήταν η πιο όμορφη τούρτα του κόσμου! “Σ’ ευχαριστώ μαμά! Σ’ αγαπάω!”, της είχε πει κι είχε χωθεί στην αγκαλιά της. Κι εκείνη του χάιδευε απαλά τα μαλλιά και δίπλα ο πατέρας του τους κοιτούσε συγκινημένος. Όλα θα πήγαιναν καλά πια, έκανε ένα λάθος, αλλά όλα θα πήγαιναν καλά, πίστευε κι εκείνος, ακριβώς όπως κι ο οχτάχρονος πια γιος τους.

Όλα έδειχναν να έχουν μπει σε μια σειρά. Ο πατέρας του δούλευε και γυρνούσε σπίτι συχνά φέρνοντας λουλούδια για τη Δώρα του και γλειφιτζούρια για το Χρηστάκη τους. Κι εκείνη μαγείρευε για όλους και βοηθούσε το Χρήστο με τα μαθήματα. Πήγαιναν και βόλτες οι τρεις τους, στο πάρκο, στο κέντρο της πόλης, παντού! Ήταν απλά ένας εφιάλτης εκείνοι οι εννιά μήνες, ένας εφιάλτης που όλοι έδειχναν να έχουν ξεχάσει. Ήταν πια μια ευτυχισμένη οικογένεια!

Δυο χρόνια κράτησε η νηνεμία, πριν φυσήξει ξανά Βαρδάρης…

Ο Χρήστος είχε αρχίσει να νιώθει την κατάσταση τεταμένη ανάμεσα στους γονείς του. Τα πολλά χαμόγελα είχαν σταματήσει, το ίδιο και οι κοινές τους βόλτες και τα δυνατά τους γέλια. Συχνά όταν πήγαινε στο δωμάτιό του για να κοιμηθεί, τους άκουγε να φωνάζουν, μα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις. Ή ίσως και να μην ήθελε, να ήθελε να πείσει τον εαυτό του πως αυτά τα “σε βαρέθηκα”, αυτά τα “θα φύγω”, ήταν απλά κάτι άλλο, θα είχε παρακούσει, δεν μπορεί… Γονάτιζε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας που είχε δίπλα στο κρεβάτι του και την παρακαλούσε να μην ξαναζήσει τα ίδια, να μην φύγει πάλι η μαμά, να διορθωθούν τα πράγματα. Προσευχόταν με όλη την δύναμη της παιδικής του ψυχής, μα φαίνεται πως Εκείνη δεν τον άκουγε…

Λίγο μετά τα δέκατα γενέθλιά του, η μητέρα του έφυγε ξανά, με μια μεγαλύτερη βαλίτσα αυτή τη φορά κι αφού πρώτα τον αποχαιρέτησε. “Είσαι μεγάλο παιδί πια… Η μαμά…”, κόμπιασε για μια στιγμή, “Η μαμά πρέπει να φύγει. Θα είσαι καλά, ο μπαμπάς σ’ αγαπάει. Κι όταν φτιάξουν τα πράγματα, θα γυρίσω να σε πάρω και θα πάμε κάπου να ζήσουμε μαζί…”. “Όχι! Όχι! Όχι!”, με τα βρεγμένα απ’ τα δάκρυα χείλη του και με όλο του το σώμα της ζητούσε ο Χρήστος να μη φύγει, την παρακαλούσε, την ικέτευε, μα εκείνη είχε πάρει την απόφασή της. “Στο υπόσχομαι, θα…”, συνέχισε. “Σε μισώ!”, της ούρλιαξε ο Χρήστος και τρόμαξε κι ο ίδιος απ’ την ένταση που βγήκε αυτή η λέξη απ’ το στόμα του. Κι εκείνη δεν είπε τίποτα άλλο. Τον άφησε εκεί, μπροστά στην εξώπορτα, να την κοιτά αποσβολωμένος, σήκωσε τη βαλίτσα, έκανε δυο βήματα και βρέθηκε έξω απ’ το σπίτι τους, έξω απ’ τη ζωή τους. Κι ο Χρήστος έμεινε πάλι πίσω, μόνος, μ’ έναν πατέρα ράκος που δεν ήξερε πώς να φερθεί, από πού να κρατηθεί, μ’ έναν πατέρα που δεν είχε τη δύναμη να στηρίξει ούτε τον εαυτό του, πόσο μάλλον το γιό του.

Στα πέντε χρόνια που έμεινε μακριά τους, με κάποια βιαστικά τηλεφωνήματα αραιά και πού, ο Χρήστος είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, σε κάτι τελείως άλλο απ’ το μικρό φοβισμένο παιδί που έκλαιγε γοερά πίσω απ’ την εξώπορτα εκείνο το βράδυ. Πλέον ήταν ένας θυμωμένος με όλα έφηβος, που δεν ένιωθε, δεν πονούσε, δεν λυπόταν. Αυτά τουλάχιστον έδειχνε σε όλους, ακόμη και στον ίδιο του τον πατέρα που ολοένα και βυθιζόταν στη θλίψη και τον πόνο της απουσίας. “Δεν μπορεί να είσαι τόσο αδύναμος! Δυο μέτρα άντρας κι έχεις πέσει να πεθάνεις γιατί παντρεύτηκες μια πόpνh, που το μόνο που τη νοιάζει είναι να ξενοπhδheται από εδώ κι από εκεί! Σύνελθε!”, του ούρλιαζε συχνά, μα εκείνος δεν καταλάβαινε τίποτα πια, θαρρείς και φεύγοντας εκείνη απ’ τη ζωή τους, είχε πάρει μαζί και την ψυχή του.

Στη δεύτερη επιστροφή της, δεν υπήρχαν κλάματα, δεν υπήρχαν αγκαλιές, δεν υπήρχαν γλυκόλογα. Όταν στάθηκε ξανά στο κατώφλι τους με τη βαλίτσα στο χέρι, ο Χρήστος της έριξε ένα βιαστικό βλέμμα κι έφυγε, όσο κι αν εκείνη προσπάθησε να τον κρατήσει εκεί, να του μιλήσει.

-Άσε με να σου εξηγήσω! Μη μου το κάνεις αυτό! του φώναζε με κλάματα όσο τον έβλεπε να απομακρύνεται

-Χρήστο, γύρνα πίσω αγόρι μου, είναι μητέρα σου! έλεγε ξεψυχισμένα ο πατέρας του

-Να πας εκεί που ήσουν, δεν σε θέλω εδώ! της είπε μόνο κι εξαφανίστηκε

Όταν γύρισε στο σπίτι δυο μέρες αργότερα, βρήκε τους γονείς του να κάθονται στον καναπέ. Εκείνος καθισμένος στη γωνία κι εκείνη να έχει τα πέλματά της πάνω του και να κάτι να του λέει και να γελάνε. Αναγούλα του ήρθε μ’ αυτό το θέαμα και χωρίς να πει λέξη, ανέβηκε στο δωμάτιό του. Δεν άντεχε να βλέπει τον πατέρα του να ξεφτιλίζεται, μισούσε το πόσο ανίσχυρος έδειχνε μπροστά της. Κι απ’ την άλλη, μισούσε το θράσος της να πηγαινοέρχεται στο σπίτι και τις ζωές τους χωρίς να την νοιάζει τίποτα πέρα απ’ τον εαυτό της. Κι εκείνος είχε μεγαλώσει πια, δεν έπεφτε στην παγίδα των κροκοδείλιων δακρύων της και των ψεύτικων λόγων της. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να τον τουμπάρει πια.

Τρεις μήνες απ’ τη δεύτερη επιστροφή της και γυρνώντας σπίτι απ’ το σχολείο, τη βρήκε μόνη να στέκεται στην κουζίνα. Κοντοστάθηκε και με το που έκανε μεταβολή να φύγει, γιατί απέφευγε όπως ο διαοlos το λιβάνι να βρίσκεται στον ίδιο χώρο μαζί της, ένιωσε το χέρι της στο μπράτσο του.

-Μείνε… σε παρακαλώ… μόνο για λίγο. Θέλω να σου μιλήσω. Άφησέ με για μόνο μια φορά να σου μιλήσω. Είσαι μεγάλο παιδί πια, θα καταλάβεις… Σε παρακαλώ…

Τα μάτια της ήταν υγρά και, μα το Θεό, ένιωσε πως είχαν ζεστασιά και ειλικρίνεια μέσα τους. Και λύγισε. Και την άκουσε. Και παρότι δεν ένιωσε στιγμή να συμμερίζεται τις κινήσεις της, ένιωσε μια απίστευτη ανάγκη να χαθεί στην αγκαλιά της όπως τότε που ήταν παιδί. Ένιωσε μια ακατανίκητη ανάγκη να κλειστεί μέσα στα χέρια της, να βάλει στην άκρη όλο τον θυμό του και να κάνει ότι την πιστεύει πως δεν είχε άλλη επιλογή, να κάνει ότι την πιστεύει πως τον αγαπούσε όσο τίποτα, πως της ήταν σημαντικός. Κι αυτός ο δεκαπεντάχρονος, ψηλός, γεροδεμένος έφηβος, έγινε ξανά μωρό στα χέρια της κι έκλαψε γοερά μέσα τους για όσα τον πονούσαν, για όσα εκείνη είχε κάνει να τον πονέσουν. Κι ήξερε πως ήταν πολύ δύσκολο να αναπληρώσουν τα πέντε χρόνια που ζούσαν χωριστά, μα ορκίστηκε στον εαυτό του πως θα προσπαθούσε να κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να τ’ αφήσει όλα πίσω και να κάνουν μια καινούρια αρχή. Για τον ίδιο, για τον πατέρα του που τόσα χρόνια κυριολεκτικά έλιωσε μακριά της και για εκείνη, που ως άνθρωπος είχε δικαίωμα στο λάθος, όπως του έλεγε.

Ο πατέρας του έφυγε απ’ τη ζωή, δύο χρόνια αργότερα, όταν ο Χρήστος ήταν μόλις 17 κι άφησε δυσαναπλήρωτο κενό, μιας κι όσο αδύναμος και χαμένος στον κόσμο του κι αν ήταν τόσα χρόνια, τουλάχιστον ήταν παρόν. Και ήταν ο μόνος άνθρωπος που μέχρι τότε ήταν σταθερά παρόν στο πλάι του. Του κόστισε όσο τίποτα αυτή η απώλεια, αλλά δεν είχε κάποιον να κατηγορήσει γι’ αυτήν. ‘Ο μπαμπάς δεν έφταιγε, δεν ήθελε να φύγει, μ’ αγαπούσε…’, σκεφτόταν και προσπαθούσε να μαλακώσει τις σκληρές θύμησες απ’ τις φορές που εκείνη, η ίδια του η μάνα, είχε ανοίξει την πόρτα κι είχε φύγει. Εκείνη εξάλλου έδειχνε να είχε αλλάξει… νόμιζε.

Έξι μήνες μετά το φευγιό του πατέρα του, έπρεπε να την αποχαιρετήσει ξανά. Ο έρωτας φαίνεται πως της είχε ξαναχτυπήσει την πόρτα κι έπρεπε να τον ακολουθήσει. Λέξη δεν της είπε ο Χρήστος, ήξερε καλά πως δεν υπήρχε κάτι να πει για να την κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Αγόγγυστα δέχτηκε το φευγιό της και της είπε να προσέχει.

– Σ’ αγαπάω Χρήστο μου! Κι όταν θα…

– Αντίο μαμά. τη διέκοψε

Κι ήξερε πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα την αποχαιρετούσε. Σε λίγο θα έφευγε φαντάρος και με την επιστροφή του θα έφτιαχνε τη ζωή του ακριβώς όπως την ονειρευόταν. Και κανένα απ’ τα όνειρά του δεν περιελάμβανε εκείνη.

Και τα κατάφερε. Με την απόλυσή του απ’ το στρατό, έφυγε απ’ τη μικρή τους πόλη και μετακόμισε στην πρωτεύουσα. Εκεί που δεν τον ήξερε κανείς, εκεί που δεν θα τον έβρισκε κανείς, εκεί που θα μπορούσε να κάνει μια καινούρια αρχή στη ζωή του. Βρήκε δουλειά, πάλεψε σκληρά, έχτισε με αργά και σταθερά βήματα τη ζωή του και έφτασε στο σήμερα, στα 40 του χρόνια να μπορεί να καμαρώνει πως ό,τι κέρδισε, το κέρδισε βασιζόμενος αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του, χωρίς να χρωστάει τίποτα σε κανέναν. Κι όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά, μέχρι τη στιγμή που έδωσε ξανά σημεία ζωής εκείνη. Εκείνη που ο Χρήστος προσπαθούσε να ξεχάσει εντελώς και το ότι υπήρχε.

-Πώς με βρήκες; Τι θέλεις;

-Μην το κλείσεις, σε παρακαλώ! Είμαι στο νοσοκομείο, δεν… πεθαίνω Χρήστο. Αυτή τη φορά φεύγω οριστικά… του είπε ξεψυχισμένα

-Πάντα φευγάτη ήσουν, δεν αλλάζει κάτι! της απάντησε θυμωμένος

-Δώσε μου μια ευκαιρία να…

-Κουράστηκα να σου δίνω ευκαιρίες κυρά Δώρα! Κουράστηκα! Κατάλαβες; Δεν…

-Μόνο να σε δω, να σε αποχαιρετήσω. Μη μ’ αφήσεις να φύγω μ’ αυτό το κρίμα. Σε παρακαλώ…

Σκεφτόταν ξανά και ξανά τη συνομιλία τους και δεν μπορούσε να ησυχάσει. Δυο μέρες είχε που τον πήρε εκείνο το καταραμένο τηλέφωνο και τάραξε την ψυχή του. Ξανά! Όπως πάντα! Στο κεφάλι του έπαιζε ξανά και ξανά η κάθε μια σκηνή απ’ τα φευγιά της και μετά οι δακρύβρεχτες επιστροφές κι οι υποσχέσεις που ποτέ δεν τήρησε. Όχι, δεν της άξιζε συγχώρεση! Είχε ζήσει μια ζωή όπως την γούσταρε, χωρίς να λογαριάσει στιγμή κανέναν! Πάντα το εγώ της πρώτα, ένα εγώ που ρήμαζε ασταμάτητα την ψυχή και τη ζωή του ίδιου της του παιδιού. Δεν θα πήγαινε. Ο καθένας κοιμάται με τις επιλογές και ξυπνάει με τις συνέπειες.

-Πεθαίνει Χρήστο! διέκοψε τις σκέψεις του η γλυκιά φωνή της γυναίκας του που ξάπλωσε απαλά δίπλα του στο κρεβάτι και χώθηκε στην αγκαλιά του. Ξέρω, καταλαβαίνω, ίσως είναι ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά σε έφερε στη ζωή ώστε να μπορείς να ομορφαίνεις τη δική μου. Αυτό της το χρωστάμε, δε νομίζεις; συνέχισε

-Τι λες δηλαδή; την ρώτησε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια

-Λέω πως δεν μπορείς να τιμωρήσεις έναν άνθρωπο που πεθαίνει. Θα τιμωρηθεί άνωθεν αν του αξίζει. Επίσης λέω πως είναι απ’ αυτά που αν τα μετανιώσεις, δεν μπορείς να τα διορθώσεις. Αν δεν πας τώρα κι αλλάξεις γνώμη κάποτε, θα το έχεις μέσα σου σαν βάρος. 

Ο Χρήστος έμεινε να την κοιτάζει αμίλητος.

-Λέω να πάω να ετοιμάσω μια μικρή βαλίτσα και να βάλεις τη γυναίκα σου και την κόρη σου στο αυτοκίνητο και να μας πας μια βόλτα στην πόλη σου, που έχεις να πας τόσα χρόνια. Λέω να πας να την αποχαιρετήσεις, να βγάλεις από μέσα σου το βάρος και μετά να συνεχίσεις να είσαι ο πιο υπέροχος, μοναδικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει. 

-Το ξέρεις πως δεν της μοιάζω ε; Το ξέρεις πως εγώ ποτέ δεν… σταμάτησε τη φράση του από έναν κόμπο που ανέβηκε στο λαιμό του

-Το ξέρω ψυχή μου!

– Σ’ αγαπάω Λίνα μου. Σ’ αγαπάω και θα είμαι πάντα εδώ! Γιατί εγώ ξέρω καλά πως η αγάπη μετράει μόνο στις παρουσίες…

Κική Γιοβανοπούλου

One response to “Απόντες και παρόντες”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading