Το αγαπημένο μου μέρος

‘Σε μισή ώρα, θα έρθω να σε πάρω. Θέλω να συζητήσουμε κάτι!’.

Η Τζένη διάβασε το μήνυμα στο κινητό της φευγαλέα και ήπιε μια γουλιά καφέ. Κάτι είχε η μέρα που την ενοχλούσε… Πες το, προαίσθημα… Πες το, διαίσθηση… Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Ήξερε πως αυτή η συνάντηση, δεν θα έχει καλή κατάληξη.

Μετά από τριάντα λεπτά ακριβώς ήταν έτοιμη. Φόρμα, φούτερ, αθλητικά, κοτσίδα και γυαλιά. Το κινητό της, το πορτοφόλι της και το παγούρι της. Το κινητό της χτύπησε δύο φορές. Εκείνος ήταν από κάτω.
Μπήκε στο αυτοκίνητό του δίχως να τον κοιτάξει…

“Γεια!”
“Γεια!” και το αμάξι βυθίστηκε στη σιωπή.

“Θα σε πειράξει να σταματήσω στο περίπτερο; Θέλω τσιγάρα!”. Η Τζένη έγνεψε αρνητικά και το αμάξι σταμάτησε να κινείται. Όση ώρα τον περίμενε να επιστρέψει, η Τζένη είχε τον χρόνο να τον παρατηρήσει. Φόρμα, φούτερ, αθλητικά, γυαλιά και μαλλιά ατημέλητα. Τις μπούκλες τους τις έπαιρνε ο αέρας, γεγονός που τον εκνεύριζε αδιανόητα. Στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο μπουκάλι νερό, ένα πακέτο τσιγάρα, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά κάτι άλλο. Σίγουρα προμηνύεται δύσκολο βράδυ.

Επέστρεψε στη θέση του και της έδωσε μια σακούλα. “Έχει και για σένα μέσα!”, της είπε δίχως να την κοιτάξει και ξεκίνησε την πορεία του. Η Τζένη κοίταζε έξω αλλά δεν έβλεπε πού πηγαίνει. Έβλεπε τις εικόνες να εναλλάσσονται και απλά ακολούθησε τις σκέψεις και τα συναισθήματά της.

Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο, επανέφερε το μυαλό της και συνειδητοποίησε πού ακριβώς ήταν. Βγήκε από το αυτοκίνητο με τη σακούλα και το κινητό της στα χέρια και πρώτη φορά μετά από ώρα, ανέπνευσε. Βρισκόταν στο αγαπημένο της μέρος σε όλη την πόλη. Στο παγκάκι εκείνο με θέα την Αθήνα. Μόνο εκείνος ήξερε αυτό το μέρος.

“Πάρε και αυτό!”, της είπε και της έδωσε μια κουβέρτα. Η Τζένη την πήρε και ασυναίσθητα την έφερε στη μύτη της. Άρωμα και μαλακτικό. Το άρωμά του και το μαλακτικό ρούχων της.

Έκατσαν στο παγκάκι ταυτόχρονα και έμειναν για μερικά λεπτά σιωπηλοί απολαμβάνοντας τη θέα. Μετά από μερικά λεπτά, που φάνηκαν αιώνας, η Τζένη μίλησε πρώτη.

“Τι έχει μέσα η σακούλα;”, τον ρώτησε ανοίγοντάς τη μα δίχως να τον κοιτάει.
“Η Αλεξάνδρα είναι έγκυος!”. Παύση. Η Τζένη άφησε τη σακούλα και κοίταξε το κενό. “Θα παντρευτούμε!”.

Η Τζένη πήρε ένα μπουκάλι νερό από τη σακούλα και ήπιε δύο γουλιές. Άφησε το μπουκάλι δίπλα της και άνοιξε το πακέτο με τα τσιγάρα. Πήρε ένα αν και το είχε κόψει εδώ και χρόνια.

“Έχεις αναπτήρα;”, τον ρώτησε και αμέσως εκείνος τον άφησε δίπλα της. Το άναψε μονομιάς και έκανε μια τζούρα. Αργά – αργά… Μόλις φύσηξε τον καπνό, του το έδωσε. Εκείνος το πήρε από τα δάχτυλά της και ευλαβικά το έβαλε στα χείλη του.

“Ωραία! Πολύ χαίρομαι!”, του είπε η Τζένη.
“Δεν χαίρεσαι!”
“Χαίρομαι! Είσαι ο καλύτερός μου φίλος και η κοπέλα σου είναι έγκυος! Γιατί να μην χαρώ;”. Παύση.

Άφησε τη σακούλα δίπλα της και σηκώθηκε όρθια. Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω έχοντας πίσω της την Αθήνα κουνώντας τα χέρια της νευρικά.

“Μην κάνεις έτσι τα χέρια σου! Θα πονάς!”.
“ΔΕΝ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΕΣΥ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ!”.

Η φωνή της ακούστηκε πεντακάθαρη σε όλο το λεκανοπέδιο Αττικής και μόλις συνειδητοποίησε την ένταση, η Τζένη έφερε αμέσως τα χέρια της στο στόμα.

“Δεν ξέρω πώς…”
“Όχι όχι… Δεν υπάρχει το ‘δεν ξέρω πώς…’. Μεγαλώσαμε, Γεράσιμε. Ξέρουμε και οι δύο πώς γίνονται τα παιδιά!”.

Η Τζένη συνέχισε να περπατάει πάνω κάτω. Ο Γεράσιμος σηκώθηκε από το παγκάκι και την πλησίασε. Η Τζένη δεν έχει αντιληφθεί την παρουσία του πίσω της και όπως έκανε να γυρίσει, έπεσε πάνω του. Ο Γεράσιμος την έπιασε από τα χέρια.

“Σταμάτα και μίλα μου! Σε παρακαλώ…”.

Η Τζένη τον κοιτούσε στα χαμένα. “Τι θες να σου πω; Να σου δώσω συγχαρητήρια; Ορίστε… ‘Συγχαρητήρια, Γεράσιμέ μου! Να ζήσετε ευτυχισμένοι με την Αλεξάνδρα’. Αυτό θες;”
“Τζένη… Σοβαρεψου και μίλησέ μου…’

“Να σοβαρευτώ; Εγώ; Εσύ δεν ήσουν αυτός που είπες επ’ ακριβώς ‘δεν αντέχω άλλο με την Αλεξάνδρα; Τόσα χρόνια μαζί και το μόνο που έχω κερδίσει είναι δέκα κιλά!’; Εσύ δεν ήσουν αυτός που είπες στους δικούς σου ότι θα τη χωρίσεις και εκείνοι σε ενθάρρυναν γιατί λέει ‘σου πίνει το αίμα’; Εσύ δεν ήσουν; Εγώ γιατί να σοβαρευτώ;”.

“Τζένη…”
“Και με έφερες εδώ… ΕΔΩ! Στο αγαπημένο μου μέρος για να μου ανακοινώσεις ότι παντρεύεσαι την Αλεξάνδρα και ότι θα γίνεις και πατέρας. Από την Αλεξάνδρα. Τη γυναίκα που δεν θέλεις. Και με έφερες εδώ…”.

Τα χέρια του Γεράσιμου έπεσαν στο πλάι αφήνοντας το σώμα της Τζένης ελεύθερο να συνεχίσει το περπάτημα, μα εκείνη είχε μείνει ακίνητη. Τον κοιτούσε και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της.
Ο Γεράσιμος είχε σκύψει το κεφάλι…

“Έχεις δίκιο!”
“Δεν με νοιάζει να έχω δίκιο. Δεν με νοιάζει! Γιατί με έφερες εδώ να μου τα ανακοινώσεις όλα αυτά; Γιατί;”
“ΓΙΑΤΙ ΕΔΩ ΕΧΩ ΤΙΣ ΚΑΛΎΤΕΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ! ΕΔΩ ΜΟΝΟ ΕΙΜΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ. ΕΔΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ!”.

Η Τζένη άρχισε να κλαίει περισσότερο. Του γύρισε την πλάτη της και το σώμα της άρχισε να τραντάζεται από το κλάμα. Ο Γεράσιμος έκανε ένα βήμα και την αγκάλιασε. Η Τζένη έμεινε ακίνητη.

“Είσαι η καλύτερή μου φίλη, Τζένη. Ο άνθρωπός μου. Με ξέρεις καλύτερα και από μένα τον ίδιο. Βοήθησέ με…”.
“Με αγαπούσες’, είπες. ‘Δεν μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς εμένα’, είπες. ‘Αν είχα τη επιλογή να περάσω τη ζωή μου με μια γυναίκα, αυτή θα ήσουν εσύ, Τζένη μου. Καρδιά μου…’, είπες. Και όλα αυτά τα είπες ενώ ήμασταν γυμνοί στο αμάξι σου, στο ίδιο ακριβώς σημείο πριν λίγες νύχτες. Αυτά είπες…”.

Τα δάκρυά της έτρεχαν ποτάμι. Ο Γεράσιμος την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του.

“Σε αγαπάω, καρδιά μου!”
“Μην το λες αυτό! Μη!”
“Μα σε αγαπάω. Σε θέλω! Όχι σαν φίλη, Τζένη. Σε θέλω δίπλα μου. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου, όσα χρόνια είσαι και εσύ μαζί μου. Ήμουν ερωτευμένος όταν έβλεπα τον πρώην σου, τον βλ@κα να σε φιλάει και ήθελα να του σπάσω τη μούρη. Ήμουν ερωτευμένος όταν σε παράτησε και έκλαιγες εδώ σε αυτό το παγκάκι. Ήμουν ερωτευμένος μαζί σου όταν γνώρισα την Αλεξάνδρα και με έσπρωξες σε εκείνη….”

“Δεν ήξερα πώς ένιωθες και σε ήθελα ευτυχισμένο. Προτίμησα να καταπιω τα συναισθήματά μου για σένα, Γεράσιμε!”
“Και το φιλί;”. Παύση. “Η πρώτη φορά που κάναμε έρωτα;”. Παύση.
Η Τζένη γύρισε προς το μέρος του. “Ήμασταν μεθυσμένοι!”.
“Την πρώτη φορά!”. Παύση. “Τη δεύτερη; Την τρίτη; Την πεντηκοστή;”.

“Δεν χρειάζεται να μου το χτυπάς! Ναι κςρατwsες την μέλλουσα γυναίκα σου μαζί μου. Με την καλύτερή σου φίλη!”
“Με τον άνθρωπο που αγαπάω, Τζένη!”.

Η Τζένη τον έσπρωξε με τα χέρια της και απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του, μα εκείνος με μια κίνηση την έφερε κοντά του και τη φίλησε με πάθος. Το φιλί τους είχε μια αλμυρή επίγευση από τα δάκρυά τους. Τα σώματά τους κόλλησαν σαν μαγνήτες και τα χέρια τους εσφιγγαν ο ένας τον άλλον όλο και πιο πολύ.

“Σε αγαπάω όσο τίποτα…”
“Αλλά….”
“Μην το λες αυτό!”
“Δεν γίνεται! Παντρεμένος, πατέρας και να τραβιέσαι και με την κολλητή σου. Κολλητή… Χριστέ μου…”
“Τζένη μου… Τζένη μου… Όχι! Είμαστε μαζί σε αυτό. Επιλογή μου ήταν. Εγώ το ξεκίνησα…”
“Και εσύ θα το τελειώσεις…”
“Δεν θέλω!”
“ΠΡΕΠΕΙ!”. Σιωπή. “Πρέπει… Αλλάζουν όλα πια! Χαίρομαι για σένα. Ένα παιδί ήταν αυτό που πάντα λαχταρούσες… Χαίρομαι πολύ…”. Άφησε τα άκρα της βαριά να πέσουν δίπλα στο σώμα της. “Πήγαινέ με σπίτι, σε παρακαλώ!”.

Ο Γεράσιμος έκανε να την αγγίξει μα η Τζένη γύρισε να πάει προς το αμάξι. Σταμάτησε στο παγκάκι της, πήρε αγκαλιά της την κουβέρτα, το νερό και το κινητό της και μπήκε στο αμάξι. Ο Γεράσιμος ακολούθησε βουβός.

Μέχρι το σπίτι της Τζένης δεν μιλούσε κανένας. Σκούπιζαν και οι δύο δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια τους. Η αποχαιρετιστήρια διαδρομή. Ήξεραν καλά πως δεν πρόκειται να ξαναειδωθούν. Δεν μπορούσαν να είναι φίλοι. Αγαπιόντουσαν πολύ.

Ο Γεράσιμος σταμάτησε έξω από το σπίτι της. Η Τζένη έβγαλε τη ζώνη της και έκανε να ανοίξει την πόρτα μα ο Γεράσιμος την τράβηξε στην αγκαλιά του.

“Να είσαι καλά και ευτυχισμένος! Σε αγαπάω πολύ!”, του είπε κλαίγοντας αφήνοντάς του ένα γλυκό φιλί στα χείλη.

Άνοιξε την πόρτα, κρατώντας στην αγκαλιά της την κουβέρτα, πριν προλάβει εκείνος να μιλήσει. Με το που έκλεισε την πόρτα πίσω της, σπάραξε στο κλάμα. Ένιωσε την καρδιά της να κόβεται στα δύο και τα πόδια της να μην την κρατούν. Σωριάστηκε στο πάτωμα και ούρλιαζε μέσα στην κουβέρτα ώστε να μην ακουστεί.

Το κουδούνι χτύπησε μια φορά. Δεν χρειάστηκε δεύτερη. Άνοιξε με όση δύναμη είχε στο διαλυμένο της κορμί. Στο κατώφλι, ο Γεράσιμος.

Δεν χρειάστηκαν λόγια. Ούτε δεύτερες σκέψεις. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και με κάθε φιλί τους έλεγαν όλα όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν με λέξεις. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια και των δύο μα δεν τους ένοιαζε.

Το τελευταίο βράδυ. Η τελευταία φορά. Το τελευταίο μαζί. Θα έκαναν τα πάντα για να το θυμούνται για πάντα…

Κατερίνα Μοχράνη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading