Ήταν τέλη της δεκαετίας του ‘90, όταν η Νίκη έφτασε στο σταθμό Χανίων και κατέβηκε από το λεωφορείο. Είδε το ζευγάρι που την περίμενε και τους γνώρισε αμέσως από το ακριβό και προσεγμένο ντύσιμο, αλλά πιο πολύ από την αγωνία που ήταν χαραγμένη στο πρόσωπό τους. Εκείνοι περπάτησαν διστακτικά προς το μέρος της κρατώντας σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου.
Η συνεννόηση είχε γίνει μεταξύ του ζευγαριού και της Μαρίας, μιας ξαδέρφης της γυναίκας, που είχε μάθει ότι στο εξωτερικό γινόταν μια γυναίκα να κυοφορήσει το παιδί μιας άλλης. Μπορεί η ίδια να μην ήθελε ποτέ παιδιά, αλλά θέλοντας να τους βοηθήσει, έφτασε με κόπο και διακριτικότητα ως την φίλη της την Νίκη, η οποία τελικά συμφώνησε να γνωρίσει το ζευγάρι και να κάνει την διαδικασία. Εκείνη είχε τεράστια ανάγκη τα χρήματα για να ξεκινήσει τις σπουδές της και ήταν η ευκαιρία να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Επιπλέον, της υποσχέθηκαν ότι ο γιατρός ήταν πολύ καλός και εχέμυθος, κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα. Η όλη διαδικασία έγινε υπό πλήρη μυστικότητα και η Νίκη έμεινε έγκυος. Οι επιταγές έφταναν στο σπίτι της φίλης της και από εκεί τις έπαιρνε. Ζούσε μακριά από τους γονείς της και ήθελε μόνο να τελείωνε ομαλά και γρήγορα το όλο θέμα. Ήταν στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της όταν σταμάτησαν να φτάνουν τα χρήματα.
«Κάτι συμβαίνει», τηλεφωνούσε στην φίλη της. «Σε παρακαλώ, προσπάθησε να μάθεις», την παρακαλούσε ξανά και ξανά.
Ήξερε. Δεν μπορούσε άλλο να το αποφεύγει η Μαρία, καθώς ήταν από τους πρώτους συγγενείς που έμαθαν τα νέα. Ένα μήνα πριν, ο Άγγελος, τράκαρε σοβαρά και νοσηλευόταν σε άθλια κατάσταση. Η γυναίκα του, η Χριστίνα, μόλις τον αντίκρυσε στο κρεβάτι του νοσοκομείου, κατέρρευσε. Δεν υπήρχε ελπίδα. Απλά περίμεναν να φύγει. Λίγες μέρες μετά έκανε απόπειρα να βάλει τέλος στην ζωή της και αφού την πρόλαβαν και την μετέφεραν στο νοσοκομείο, ανακάλυψαν ότι ήταν έγκυος!
Πέρασαν λίγες μέρες μέχρι να συνειδητοποιήσει η Νίκη τι είχε γίνει. Το μυαλό της είχε μουδιάσει. Είχε ακούσει ότι όταν φεύγει το άγχος έρχεται πιο εύκολα ένα μωρό και πρέπει το ζευγάρι να είχε ησυχάσει όταν έμαθε ότι πέτυχε η εγκυμοσύνη της. Εκείνος όμως δεν πρόλαβε να χαρεί τίποτα από αυτά. Δεν ήξερε τι να κάνει, αν έπρεπε να περιμένει ή να πάει εκεί. Ποια ήταν η θέση της; Πώς θα εμφανιζόταν στο νοσοκομείο; Αν την έβλεπαν συγγενείς του ζευγαριού; Μα, πέθαινε ο πατέρας του παιδιού που είχε μέσα της. Και η γυναίκα του; Εκείνη έχανε τον άνθρωπο που αγαπούσε ενώ περίμεναν τα δύο μωρά τους να έρθουν στην ζωή. Να πήγαινε να την βοηθήσει, να την στηρίξει; Ένιωθε την απόγνωση να της παγώνει το αίμα. Στις επόμενες προγραμματισμένες εξετάσεις, την κράτησαν μέσα με αποκόλληση. Ο συνεννοημένος γιατρός ήταν συνέχεια στο πλάι της μέχρι να έρθει στον κόσμο το υγιέστατο κοριτσάκι.
Δύο μήνες μετά, στεκόταν έξω από την εκκλησία, στο μνημόσυνο του Άγγελου. Κουνούσε απαλά το καρότσι με το μωρό πέρα δώθε και την κοιτούσε να κοιμάται ανήσυχα. Είδε την Χριστίνα να βγαίνει από τον ναό συνοδευόμενη από τους ηλικιωμένους γονείς της που είχαν έρθει για τα σαράντα. Την είδε να την αναγνωρίζει και να ρίχνει μια θλιμμένη ματιά στο καρότσι πριν μπει στο αμάξι. Αυτό ήταν όλο. Δεν άργησε να καταρρεύσει ξανά. Πέρασε την υπόλοιπη εγκυμοσύνη της σαν φάντασμα, υπνωτισμένη από τα ηρεμιστικά, καθηλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Η Νίκη πήγαινε συχνά και της κρατούσε παρέα, της μιλούσε και περίμενε μάταια ένα καλό νέο από τους γιατρούς.
«Είναι πολύ καλή η μικρή. Δεν την φωνάζω με κάποιο όνομα. Περιμένω. Κούκλα μου, την λέω. Είναι τόσο όμορφη, έχει τα μάτια σου και τα ζυγωματικά του Άγγελου. Είμαι μικρή Χριστίνα, δεν μπορώ να αναλάβω άλλο τέτοια ευθύνη. Δεν περίμενα να την κρατήσω αγκαλιά μόλις την γέννησα, ούτε να γυρίσω σπίτι μαζί της. Αναγκάστηκα να τα πω όλα στους γονείς μου για να με βοηθήσουν. Δεν περίμενα να την ταΐσω, να την αλλάξω, να την πλύνω. Αλλά τα έκανα όλα από ευθύνη. Γιατί δεν φταίει σε τίποτα ποτέ κανένα παιδί. Μου είπαν ότι δεν μπορούν να την αναλάβουν οι δικοί σου, ζουν μακριά και είναι πολύ ηλικιωμένοι. Το καταλαβαίνω. Την κοιτάζω και δεν μπορώ να πιστέψω πώς πληρώθηκα για να την γεννήσω. Δεν θέλω να την αγαπώ. Θέλω να έχει την οικογένειά της. Πες κάτι! Κάνε κάτι! Σήκω, Χριστίνα, σήκω για τα κορίτσια σου, σε παρακαλώ!», έκλαιγε μάταια στο προσκέφαλό της. Ούτε την άκουγε, ούτε της απαντούσε. Το σώμα της ήταν εκεί, μα η ψυχή της είχε φύγει με τον άντρα της.
Όταν την ειδοποίησαν ότι γεννούσε, έτρεξε αμέσως στο νοσοκομείο και περίμενε το θαύμα της ζωής να αναστήσει την Χριστίνα… Όμως η πραγματικότητα την προσγείωσε πολύ άσχημα. Εκείνη είχε χάσει πια εντελώς τα λογικά της. Περνούσε τόσο βαριά κατάθλιψη, που δεν ήταν ικανή να φροντίσει ούτε τον εαυτό της. Την ετοίμαζαν για εγκλεισμό σε κλινική και αναζητούσαν υιοθεσία για το μωρό. Απελπισμένη πλέον, η Νίκη, έδωσε το τηλέφωνό της σε μια νοσηλεύτρια που της τα εξομολογήθηκε όλα και θα την βοηθούσε να δώσει και αυτό το μωρό για υιοθεσία. Είχε μιλήσει με πολλούς δικηγόρους για να καταφέρει να βγάλει άκρη με την νομική οδό, αλλά τελικά αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της λογικής.
«Το ιδανικό θα είναι τα κορίτσια να υιοθετηθούν μαζί», της εξήγησε η νοσηλεύτρια. «Ελπίζουμε σε μια οικογένεια που δεν θα κάνει πολλές ερωτήσεις, απλά θα θέλει να δώσει αγάπη σε αυτά τα παιδιά».
Η Νίκη όταν το άκουσε αυτό, ζήτησε αμέσως να δει το νεογέννητο. Άραγε ποιος δεν θα έκανε ερωτήσεις; Ποιος δεν θα ήθελε να μάθει την ιστορία τους; Ποιος θα τα αγαπούσε μετά που θα ήξερε;
«Εγώ», είπε απαλά. «Εγώ θα τα πάρω».
Όταν τα κορίτσια μεγάλωσαν, η Νίκη τα έπαιρνε πιο συχνά και επισκέπτονταν την μητέρα τους στην κλινική. Της κρατούσαν παρέα, της μιλούσαν, χωρίς να περιμένουν μια απάντηση. Είχαν γίνει δύο υπέροχες γυναίκες, σπούδασαν, ερωτεύτηκαν, δούλεψαν και όλα τα συζητούσαν μαζί της.
Μια μέρα, η Χριστίνα, κοίταξε την Νίκη και σε μια στιγμή διαύγειας της χαμογέλασε. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε με ένα κομμάτι από την καρδιά της που ποτέ δεν άφησε να χαθεί για τα κορίτσια της.
CC
