Τη βραδιά που γέννησε την κόρη της, ήταν η χειρότερη φορά απ’ όλες όσες πέρασαν μέχρι τώρα όλα αυτά τα χρόνια. Άκουσε τα βήματα στις σκάλες κι έτρεξε να κρύψει στην αποθήκη το μωρό πριν καν προλάβει να το πλύνει, να του δώσει το πρώτο χάδι, το πρώτο γάλα. «Πού είναι ο γιός μου;», ρώτησε με τραχιά φωνή σαν είδε το φόρεμά της μέσα στα αίματα. Τα τρεμάμενα χείλη δεν τόλμησαν να σχηματίσουν καμία λέξη, τα μάτια χαμήλωσαν κι αυτή τη φορά το μένος του δεν είχε τέλος. Κάπου το ξημέρωμα την παράτησε σαν το σφαγμένο ζώο στο πέτρινο πάτωμα, χορτάτος και ικανοποιημένος παραδόθηκε στον ύπνο του δικαίου.
Σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, ήταν αδύνατον να σηκωθεί όρθια, τα πόδια της αρνούνταν, η ανάσα της αδύναμη πάσχιζε να γεμίσει τα πνευμόνια, δοκίμασε να γυρίσει στο πλάι, μα ο πόνος στα πλευρά την έκοψε στα δύο. Έμεινε στην ίδια θέση, ακίνητη, κάνοντας προσπάθεια να μένει σιωπηλή, καθώς η παραμικρή κίνηση προκαλούσε αφόρητους πόνους για ώρες, για λεπτά, δεν ήξερε. Τα πρησμένα μάτια, τυφλά, δεν τη βοηθούσαν να δει, το αδιάκοπο βουητό μέσα στο κεφάλι, δεν την άφηνε να ακούσει οτιδήποτε. Ευχόταν μόνο μέσα της να μην έκλαιγε το μωρό, να μη το ακούσει, να μη του έκανε κακό, να ξέχασε πως γεννήθηκε. Για την ίδια δε νοιαζόταν, σώμα και ψυχή ήταν ήδη ερείπια, δεν έμεινε τίποτα άλλο να καταστραφεί πια.
Έπρεπε να βρει τρόπο να φτάσει στο μωρό, έπρεπε να το πάρει από εκεί πριν ανέβει ο ήλιος ψηλά και ξυπνήσει. Σύρθηκε με την πληγωμένη πλάτη όσο μπορούσε, το ένα χέρι είχε πάρει μια λάθος στάση, μα δεν είχε χρόνο να σκεφτεί τις πληγές της. Έφτασε στη μικρή αποθήκη που φυλούσε τα κρέατα, τα κρασιά, τα τυριά και το μωρό της μαζί. Ψηλαφώντας πλησίασε στις κουβέρτες που το τύλιξε βιαστικά, κανένας ήχος, το στόμα της ξερό, η καρδιά της βροντοχτυπούσε από την αγωνία, τέντωσε το χέρι όσο μπορούσε, προσπαθώντας να φτάσει το στόμα όσο πιο απαλά μπορούσε με τα ματωμένα ακροδάχτυλα.
Το μωρό της, που από την πρώτη στιγμή που το ένιωσε μέσα της ορκίστηκε αυτή τη φορά με νύχια και με δόντια να το προφυλάξει, να το σώσει, να καταφέρει να το γεννήσει, ίσως στεκόταν τυχερή και έκανε τον γιο που τόσο ήθελε ο άντρας της, να σταματήσουν επιτέλους τα μαρτύριά της. Μέχρι να γεννήσει αυτή τη φορά, η κακία του περιέργως ξεσπούσε στο υπόλοιπο σώμα, στο κεφάλι κι όχι στην κοιλιά και φυσικά στα σκυλιά του, που ήταν μέρος της εκπαίδευσής τους καθημερινά να τα βασανίζει. Νηστικά και χτυπημένα μέρα νύχτα κλαίγανε, η Γαλήνη κρυφά μόλις έφευγε τα τάιζε και φρόντιζε τις πληγές τους παρά τις κακουχίες της.
Μετά από ατελείωτες σιωπηλές ώρες πόνου, μια μέρα κατάφερε και έφερε στον κόσμο ολομόναχη την κόρη της. Στους γιατρούς στην πρωτεύουσα ούτε λόγος να πάει, από το σπίτι δεν την άφηνε να ξεμυτίσει, ίσα μέχρι την αυλή να καθαρίζει και να ταΐζει τα σκυλιά, να είναι πάντα έτοιμα για το κυνήγι του. Φρόντιζε και πληροφορούσε τον κόσμο που ρωτούσε για την όμορφη γυναίκα του στις μεγάλες μαζώξεις βλέποντας τον ασυνόδευτο, για τις ιδιαίτερες ευαισθησίες του οργανισμού της, όσο για το θέμα των κληρονόμων, σαγηνευτικά χαμογελώντας, απαντούσε πως όταν θα το επιθυμούσε και ήταν σε θέση η σύζυγός του, εκείνος θα ήταν έτοιμος να εκπληρώσει το χρέος του. «Μα τι άντρας! Τέτοιος σεβασμός !Αυτά κάνει η μόρφωση του εξωτερικού!» συζητούσε το αφάν σκατέ στα πηγαδάκια.
«Καμιά τους δε θα γλιτώσει, όσες κι αν γεννοβολήσεις! Μόνο την περιουσία μου να ξεκοκαλίζετε είστε ικανά, βρωμοθήλυκα! Άχρηστη, που σε παντρεύτηκα κι ούτε ένα γιο δεν είσαι ικανή να μου κάνεις, παρά μια σαν και τα μούτρα σου γέννησες! Όσο για τις προηγούμενες γκαστριές κι αυτές ανίκανη ήσουν να τις κρατήσεις και σίγουρα έχασες τους γιους μου που τόσο ήθελα. Το όνομά της οικογένειας πρέπει να συνεχιστεί, να παραμείνει, ο πατέρας μου πέθανε κι εγώ ξώμεινα τελευταίος της σειράς μας, δεν θα εξαφανίσεις εσύ τη φάρα μου, θα γκαστρωθείς ξανά και ξανά και μέχρι να μου γεννήσεις το γιο θα το πληρώνεις ακριβά, μετά θα σε στείλω στο πυρ το εξώτερο!».
Έτσι της μήνυσε εκείνο το βράδυ, αφού ξέσπασε τη λύσσα του κι έφυγε να κοιμηθεί. Δεν τόλμησε να του πει τίποτα, πόσο μάλλον να του θυμίσει ότι τα μωρά της δεν έφταιγε αυτή που τα έχασε, που όσο κι αν προσπαθούσε να προστατέψει την κοιλιά της, αυτός χειρότερα ξεσπούσε επάνω της. Ένας Θεός ξέρει γιατί αυτή τη φορά επέτρεψε την εγκυμοσύνη να εξελιχθεί, ίσως ο κόσμος τους συζητούσε, ίσως να ήθελε να αποδείξει πως ήταν απόλυτα ικανός ο ίδιος να κάνει παιδιά και δη γιους.
Ένιωσε την απαλή ανάσα του παιδιού στα δάχτυλά της. Βουβά, ανακουφιστικά δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της κι ας έκαιγε το αλάτι τις πληγές στο πρόσωπό της, τη μαχαιριά στον λαιμό καθώς αργοκυλούσαν λυτρωτικά, γλίτωσε το παιδί της, χόρτασε πάνω της το κακό και δεν την ένοιαζε τίποτα άλλο, αυτό είχε σημασία. Το τράβηξε κοντά της, το τάισε όπως όπως κι εκεί στο πέτρινο πάτωμα τις πήρε ο ύπνος μέχρι που τις βρήκε ο ήλιος μετά από λίγες ώρες μέσα από το σπασμένο παραθύρι. Ντροπιασμένος κι ο ίδιος απ’ αυτά που αντίκρυσε, έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα και θυμωμένος μαύρισε τον τόπο. Αιμόφυρτη, με παραμορφωμένο πρόσωπο και χέρι, με σπασμένα πλευρά και καμένα πόδια από τα τσιγάρα του, με χαραγμένη την πλάτη, και τα μαλλάκια της, αχ αυτά τα όμορφα κόκκινα μαλλιά που λάτρευε η μάνα της και της τα χτένιζε πρωί βράδυ, ξεριζωμένα αλύπητα από τη μια πλευρά.
Η βροχή κι ο δυνατός άνεμος ξέσπασαν με άγρια μανία, λες και τα στοιχεία της φύσης τα ‘βαλαν με τ’ άδικο, το κρύο νερό μπήκε ορμητικά από κάθε χαραμάδα, της μούσκεψε το πρόσωπο, έμοιαζε να της φωνάζει να σηκωθεί και να βιαστεί πριν τις βρει. Άνοιξε με κόπο όσο μπόρεσε τα μάτια, με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να σταθεί στα πόδια. Έδεσε μαντήλι στο κεφάλι, ένα μεγάλο πανί στα πλευρά, φόρεσε το πιο μακρύ φουστάνι και τις μπότες της, με το καλό χέρι έβαλε το παιδί στον κόρφο και το ’δεσε στο πανί που συγκρατούσε τα πλευρά της. Δεν πήρε τίποτα άλλο μαζί της, δεν χρειαζόταν τίποτα, μόνο το πιο πολύτιμό της, μόνο αυτό ήταν δικό της εξάλλου. Μέχρι να τις γυρέψει, έπρεπε να βρίσκονται πολύ μακριά, σε τόπο που δεν τους ήξερε κανείς, αλλιώς κινδύνευαν οι ζωές τους.
Κοίταξε γύρω της, αναλογίστηκε τη ζωή της, τα έρμα νιάτα της, πώς ξεγελάστηκε και πίστεψε όταν πρωτοπέρασε το κατώφλι ντυμένη νύφη, ερωτευμένη, ότι εδώ θα ζήσει ευτυχισμένη… Έξι χρόνια μίσους, πόνου, απαξίωσης, τρεις αποβολές και το μωρό που κατάφερε ως τώρα να κρατήσει ζωντανό, ήταν ο απολογισμός της. Έσφιξε με δύναμη το παιδί στην αγκαλιά, πνίγοντας τον πόνο του κορμιού και της ψυχής, πήρε μια βαθιά ανάσα και κίνησε για την πόρτα. Ο αέρας έξω ούρλιαζε, μπήκε μέσα με ορμή, σπρώχνοντας δυνατά την πόρτα και τις άρπαξε μαζί του βιαστικά έξω, θαρρείς σε μια προσπάθεια να τις σώσει για μια καλύτερη ζωή.
Η Γαλήνη παντρεύτηκε μικρή, άγουρο κοριτσόπουλο, ήταν δεν ήταν δεκάξι. Μόλις τον αντίκρυσε να χορεύει στο μεγάλο πανηγύρι του χωριού πρώτος στη σειρά, έχασε τον κόσμο! Ψηλός, με κάρβουνο μαλλιά και δυο πράσινα μάτια που μόλις στάθηκαν στο πρόσωπό της, της κόπηκε η ανάσα. Όλο το βράδυ δεν πήρε τα μάτια της από πάνω του προσμένοντας για ένα βλέμμα, κι ο μορφονιός της το ’κανε το χατίρι, είτε χορεύοντας, είτε μιλώντας με τους χωριανούς, είτε πίνοντας το κρασί του, συνεχώς με το βλέμμα του την παρακολουθούσε ό,τι κι αν έκανε. Δεν κοιμήθηκε η ερωτοχτυπημένη κοπελούδα όλη νύχτα, πρωί πρωί έστησε αυτί, ελπίζοντας να μάθει κάτι από τον καθημερινό πρωινό καφέ της μάνας με τις γειτόνισσες. Ο γιός του κοινοτάρχη ήταν, εσώκλειστος από μικρός σε σχολεία στο εξωτερικό, με αυστηρή στρατιωτική εκπαίδευση, μιας και είχε μείνει χήρος και δεν ήξερε ούτε και ήθελε να μάθει από μεγαλώματα παιδιών, με τις τόσες υποχρεώσεις της κοινότητας που διαρκώς αυξάνονταν, δεν υπήρχε χρόνος για νταντέματα. Τώρα γύρισε για πάντα πίσω στο χωριό, κοντά στα τριάντα πια, κουβαλώντας στην πλάτη του πτυχία, ξένες γλώσσες και εμπειρία να αναλάβει τα αξιώματα και τη μεγάλη οικογενειακή περιουσία, μιας και ο πατέρας του τον είχε ανάγκη πια. «Τυχερή αυτή που θα την πάρει!», λέγανε οι γειτόνισσες και μέσα τους ήδη κάνανε σχέδια και όνειρα για τα ανύπαντρα κορίτσια τους. Η κυρά Μερόπη, ούτε κρύο ούτε ζέστη, μικρό ήταν το κορίτσι της, τώρα τέλειωσε το σχολείο, κι ούτε την προόριζε για τέτοια ζωή. Ο δάσκαλος της είπε να τη στείλει στην πρωτεύουσα, να μάθει κι άλλα γράμματα, γιατί είναι έξυπνο παιδί και τα κατέχει. Όσα πιο πολλά τόσο καλύτερα, να γίνει δασκάλα, να φύγει μακριά, να ανοίξει τα φτερά και τα μυαλά της. Συμφωνούσε κι ο πατέρας, δεν θα χαλούσε ποτέ χατίρι στη Μερόπη του κι όλα τα χρόνια κάνανε το κομπόδεμά τους γι’ αυτό το σκοπό. Η ζωή τους μια χαρά ήταν, με τα ζώα τους οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά κι ο Στάμος μια κόρη είχε, όλα δικά της ήταν, αν ήθελε ας έφευγε, ας σπούδαζε. Ντελικάτη και όμορφη, δεν ήταν για ζώα, ούτε να μείνει εδώ για πάντα το χωριό, δεν είχε να της προσφέρει τίποτα, δασκάλα λοιπόν, μια χαρά θα ήταν.
Όταν ήρθε το χαμπέρι για το προξενιό, κανείς δεν το περίμενε. Η Γαλήνη βέβαια ήλπιζε κάθε μέρα να συμβεί αυτό, της είχε δώσει και μπόλικα θάρρητα, οπουδήποτε τη συναντούσε γλυκά λόγια της αράδιαζε, λάγνες ματιές και αθώα χάδια στο μάγουλο, στο χέρι, στα κόκκινα μαλλιά. Οι γονείς της δεν το πήραν και πολύ καλά, προσπάθησαν να την πείσουν ότι ήταν πολλή μικρή, είχε άλλα όνειρα, αλλιώς τα συζήτησαν και τα συμφώνησαν, μάταια, η κοπέλα ήταν ανένδοτη, ερωτευμένη ως τα μύχια της ψυχής, τον ήθελε απελπισμένα. Δεν ζήτησαν τίποτα για προίκα, μόνο το κορίτσι ήθελε ο γαμπρός, είχε ο ίδιος πλούτη για δυο ζωές. «Τέτοια τύχη που της έλαχε!», έλεγε όλο το χωριό, «Καμιά άλλη σε όλο το νησί!». Ο γάμος έγινε με τα όλα του, όλη η καλή κοινωνία ήταν καλεσμένη, όλο το χωριό κι όλα τα περίχωρα, ο κάθε πικραμένος, ως κι ο κάθε τρελός. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το γλέντι κι ο κοινοτάρχης ξόδεψε πολλά για το μοναχογιό του και την όμορφη νύφη χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Στάμος από την άλλη, έσφαξε τα καλύτερα ζώα και η Μερόπη ετοίμασε τα καλύτερα εδέσματα, καιρό μιλούσε ο κόσμος γι’ αυτό το γάμο σε όλα τα γύρω χωριά.
Το σπίτι που επέλεξε ο Γιωργής για να φωλιάσει την αγάπη του, ήταν μακριά από το χωριό και τα μάτια όλων, στα όρια του βουνού, στο σπίτι των παππούδων του. Ένα μεγάλο σπίτι μόνο του, ακατοίκητο χρόνια, με μεγάλη αυλή, δέντρα και λουλούδια, εκεί ήθελε να κάνει οικογένεια και να μεγαλώσει τα παιδιά του, εκεί που γεννήθηκαν όλα τα αρσενικά της οικογένειάς του. Με πολλή μεγάλη χαρά και περήφανος για το γιό που έκανε, ο κοινοτάρχης το ετοίμασε και το παρέδωσε σωστό παλάτι στο νιόπαντρο ζευγάρι, με την ευχή να κάνουν πολλά παιδιά και να ζήσουν ευτυχισμένοι μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Σε αυτό το σπίτι, η Γαλήνη, λίγο καιρό μετά, έζησε μαρτυρικά χρόνια, χωρίς κανέναν δικό της να τη νοιαστεί και να τη βοηθήσει, αφού οι γονείς της φύγανε νωρίς από τη ζωή. Το πατρικό της και όποια περιουσία είχε ο πατέρας της, ήρθαν στα χέρια του ανδρός της δικαιωματικά. Ολομόναχη πέρασε τις αποβολές, κρύβοντας τα ματωμένα πανιά, μη τολμώντας να το πει πουθενά και να ζητήσει βοήθεια κι ας μην έφταιγε ποτέ η ίδια. Μόνη φρόντιζε τις πληγές της, που κάθε μέρα γίνονταν όλο και περισσότερες, ζούσε με φόβο κάθε στιγμή και σε κάθε αποτυχία να μείνει έγκυος, όσο εκείνη δεν κατάφερνε να του δώσει το γιό που τόσο ήθελε, τόσο εκείνου η τιμωρία άγγιζε τα όρια της τρέλας. Η ζωή της κυλούσε κρυμμένη στις σκιές του σπιτιού. Όσο για τα όνειρα περί σπουδών και δασκαλίκια, τα πήρε γρήγορα και τα έπνιξε ο χειμώνας που ήρθε και στρογγυλοκάθισε για πάντα στην καρδιά της.
Ο χρόνος έτρεχε αδυσώπητος, κόντευε να βραδιάσει και δεν είχαν απομακρυνθεί αρκετά, κινδύνευαν ανά πάσα στιγμή να τις βρει. Σε περαστικά αυτοκίνητα ούτε λόγος, κάποιος θα την αναγνώριζε και θα τη γύριζε πίσω, να βγει στο μεγάλο δρόμο να αναζητήσει βοήθεια, ήταν κάτι που δεν τόλμησε ούτε να σκεφτεί. Το σώμα της όλο πονούσε, το κεφάλι της μούδιαζε, το μωρό έκλαιγε ασταμάτητα, το στήθος της δε το ησύχαζε, σταγόνα γάλα δεν έβγαινε από τις κακουχίες. Το κουράγιο της σώθηκε, τα πόδια της δεν βάσταξαν άλλο, από τις πληγές ρυάκια αίμα λέρωναν τα ρούχα της και τρέχανε μέσα στα παπούτσια της. Ανάσα άλλη δεν είχε, το κλάμα του μωρού προς στιγμή χάθηκε κι έτσι απαλά σαν την πρώτη νιφάδα χιονιού που χάιδεψε το πρόσωπό της, έπεσε στο κρύο χώμα.
Magic garden
Συνεχίζεται…

One response to “Γαλήνη – Μέρος πρώτο”
Μα πότε θα βάλετε την συνέχεια;
Περιμένω με ανυπομονησία!!!