Πόσο της άρεσαν οι μυρωδιές της άνοιξης… Έβγαινε με τις ώρες στο μπαλκόνι και μύριζε όλη τη λουλουδιαστή μαγεία της πλάσης με τα άνθη από τις λεμονιές, τα αγιοκλήματα και τα γιασεμιά να σέρνουν τον χορό. Σα νύχτωνε, της άρεσε η ησυχία και συγκεντρωνόταν στο άκουσμα των ήχων των πουλιών της νύχτας. Εκεί, σε ‘κείνο το μπαλκόνι συλλογιζόταν τη ζωή της. Μικρή έζησε δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Φτώχεια, βία, μα και ελπίδα. Θυμόταν τα σημάδια από το ξύλο, τη σπασμένη μύτη, τον φόβο. Θυμήθηκε ότι οι γείτονες, οι φίλοι, της έλεγαν πόσο γλυκό παιδί ήταν. Θυμήθηκε την περιφρόνηση από τους συγγενείς. Πήγαινε με τη μάνα και την αδερφή της επισκέψεις σε θείες. Πάντα τις περιφρονούσαν, τους τόνιζαν τη φτώχεια τους, τα ρούχα που φορούσαν, και αν κάποτε σαν παιδιά έλεγαν στο παιχνίδι καμιά κουβέντα παραπάνω, οι θειάδες και οι ξαδέρφες τις έλεγαν παλιόπαιδα. Και όμως ποτέ δεν πείραξαν, ποτέ δε θύμωσαν με κάποιον, πάντα ξεχνούσαν, πάντα ήταν τα θλιμμένα παιδιά… πού καιρός να σκεφτούν τους άλλους…
Η έρμη η μάνα τα έβλεπε όλα. Δε μίλαγε. Είχε κακή ζωή και οι έξοδοί της περιορίζονταν στις επισκέψεις στις θειάδες. Η αδερφή της μάνας, είχε και αυτή δύο κόρες. Με κάθε ευκαιρία υποτιμούσε τις κόρες της αδερφής της. Πάντα τόνιζε ότι πρόσεχε να ντύνονται όμορφα, ότι διέθετε πολλά χρήματα για τα παιδιά, “όπως σε βλέπουν σε περνάνε”, έλεγε με ταυτόχρονα βλέμματα υποτίμησης στις ανιψιές της και με συνοδεία εκφράσεων προς τις κόρες της του τύπου, “κοιτάξτε άλλα παιδιά που δεν έχουν δεύτερο βρακί να βάλουν και εσείς έχετε τα πάντα”. Αυτά τα έλεγε και μπροστά σε τρίτους στρεφόμενη προς τις ανιψιές της. “Δικαίωνε τη μίζερη ζωή της πάνω μας” σκεφτόταν η Στυλιανή.
Το χειμώνα κρύωναν και το καλοκαίρι ποτέ δεν πήγαν διακοπές. Στο σπίτι έμπαιναν με τρόμο. Βλασφημίες, φωνές και ξύλο. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο ζωής. Αλλά είχαν ελπίδα ότι θα αλλάξουν ζωή σαν μεγαλώσουν.
“Ήμουν καλό παιδί” σκεφτόταν η Στυλιανή, “έμαθα από μικρή να κατανοώ τον πόνο των άλλων και να τους στηρίζω, εμένα κανένας. Πάντα μου αρκούσαν τα ψίχουλα… Αχ Θεέ μου, γιατί τόση αδικία; Και από ατσάλι να ‘μουν, θα λύγιζα…”. Τα δυο κορίτσια ήταν προκομμένα, εργατικά. Αλλά αυτός ο φόβος του ξύλου, του πατέρα, της κακιάς ζωής, ήταν μια σκιά πάνω τους.
Η αδερφή της Στυλιανής παντρεύτηκε στα 19 κάποιον στην Αμερική.
Είδε τον εαυτόν της να ξυπνά και δίπλα της ο Παναγιώτης, ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Θυμάται να τον αγκαλιάζει με λαχτάρα, να τον αγαπάει όσο πιο πολύ μπορούσε. Εκείνος τελικά την αγάπησε; Έτσι έδειχνε, μα δεν κατάλαβε ίσως ότι δεν ήταν τόσο δυνατή όσο έδειχνε. Δεν της έδωσε όσα έπρεπε, όσα της άξιζαν. Ο χωρισμός τους τη σημάδεψε βαθιά. Τσακισμένη όπως ήταν, έκανε σχέση με τον Ανέστη. Πίστευε ότι θα ξεχάσει. Πώς την έμπλεξε, ποτέ δεν κατάλαβε. Ένας άνθρωπος σκληρός, τσιγκούνης στα λεφτά, στα συναισθήματα, σε όλα. Τελικά ποτέ της δεν τον ήθελε. Από την πρώτη μέρα του γάμου είδε το τέρας που ο Ανέστης έκρυβε μέσα του. Φασαρίες όλη μέρα, περιφρόνηση και προσκόλληση στην άρρωστη οικογένειά του. Έγκυος ήταν όταν την στρίμωξε στον τοίχο, γιατί του ζήτησε να μείνει μέσα να της κάνει λίγη παρέα. Έγκυος ήταν όταν μέσα στο αυτοκίνητο της άρπαξε το κεφάλι να της το συνθλίψει στο ταμπλό, γιατί αυτή δεν ήθελε να πάει επίσκεψη σε έναν ξάδερφό του. Προσβολές όπου και αν βρίσκονταν. Της φώναζε μέσα στον κόσμο για το παραμικρό.
Ο Ανέστης μισούσε την οικογένειά της και σε αυτό είχε συνεργούς την παλιοοικογένειά του. Γενικά βέβαια, πέρα από το παλιόσογό του, δε συμπαθούσε κανέναν. Μισάνθρωπος. Για όλους είχε μια κακή κουβέντα. Όταν κάποτε η Στυλιανή ζήτησε από την πεθερά της να του πει δυο λόγια, την κατηγόρησε ότι για να τη χτυπάει κάτι του κάνει. Να χωρίσει ήθελε. Αυτό το τέρας, όμως, δεν ξεκουμπιζόνταν με τίποτα. Πού θα έβρισκε άλλο τέτοιο θύμα; Αυτή δούλευε χωρίς να ζητάει τίποτα, είχε δικό της σπίτι, ενώ εκείνος τίποτα. Μόνο ψώνιο και ύφος, κληροδότημα της τοξικής οικογένειάς του, η οποία φρόντισε να μην του δώσει ούτε πλακάκι. Τα πήραν όλα η αδερφή και ο αδερφός του.
Η Στυλιανή δε χώριζε γιατί φοβόταν. Φοβόταν πολύ. Τη βία την ήξερε, την είχε στιγματίσει από μικρή. Η βία κάτι σπάζει μέσα στην ψυχή, κάνει τον άνθρωπο άτολμο. Ήθελε να του πει να ξεκουμπιστεί και αυτός να το κάνει. Πού τέτοια τύχη όμως; Δούλευε η έρμη ώρες ατελείωτες και ποτέ μα ποτέ, όσο κουρασμένη ή άρρωστη και αν ήταν, δε θα έβρισκε στο σπίτι έστω ένα σάντουιτς, να δείξει το τέρας έστω και υποκριτικά ότι τη νοιάζεται. Ούτε να υποκριθεί λίγο δεν τον ενδιέφερε. Είχε δέσει τη γαιδάρα. Στρογγυλοκαθόταν και τη ρώταγε τι θα φάνε. Αν καμιά μέρα μαγείρευε κάτι πρόχειρο, την ειρωνευόταν: “Μάνα είσαι εσύ”; Τον γιο της η Στυλιανή τον λάτρευε. Το παιδί έζησε άσχημα με έναν μουρλό πατέρα. Το τέρας ποτέ δε φρόντισε το παιδί. Ποτέ δε νοιάστηκε για τις ανάγκες του. Δεν τον ένοιαζε αν είχε ρούχα, παπούτσια, φαί. Δεν τον ένοιαζε ούτε η υγεία, ούτε η εκπαίδευση του παιδιού. Όλα η Στυλιανή. Κρυφά να δίνει για γλώσσες και φροντιστήρια. Η μάνα του τέρατος είχε λεφτά και ήξερε ότι το παιδί της Στυλιανής στερείτο πολλά. Το παιδί αυτό δεν το θεώρησε ποτέ εγγόνι της, αν και το παιδάκι την αγαπούσε και ας έβλεπε την αγάπη της μόνο προς τα παιδιά της κόρης της. Κρυφά λοιπόν η Στυλιανή έδινε ό,τι μπορούσε, για να εξασφαλίσει στο παιδί μια άλλη ζωή. Κρυφά και αιματηρά. Ώρες ατελείωτες δουλειάς και το τέρας να υπολογίζει τα λεφτά της και εκείνη να μην τολμά να πεθυμήσει ούτε τσίχλα. Παπούτσι η ίδια δεν έβαζε στο πόδι της καινούριο, αν δεν έλιωνε απόλυτα το παλιό. Θύμωνε η Στυλιανή με τον εαυτό της που άφησε αυτό το παιδί να ζει μέσα στους καβγάδες με έναν άρρωστο.
“Έτρεχα για όλους”, σκεφτόταν. Ποτέ η οικογένειά του δεν της έδειξε συμπάθεια. Ήταν το τίποτα. Της το έδειχναν με κάθε τρόπο, τους εκνεύριζε ακόμα και γιατί γελούσε, όταν ακόμα είχε δύναμη να γελάει και να ελπίζει. Αΐσκιωτοι άνθρωποι, τοξικοί. Το μόνο που ενδιέφερε τα αδέρφια, ήταν η κληρονομιά της μάνας τους, η οποία προς το τέλος της ζωής της, αγκάλιαζε τη Στυλιανή, έκλαιγε και της έλεγε ότι την ευχαριστεί για όλα.
Όλους τους στήριζε η Στυλιανή και για χρόνια πίστευε ότι με καλή διάθεση όλα μπορούν να αλλάξουν, ακόμα και οι παλιάνθρωποι. Με τα χρόνια η Στυλιανή δυνάμωσε. Δεν την ένοιαζε το τέρας, το οποίο δεν ξεκουμπιζόταν, αν και το έδιωχνε καθημερινά. Πλέον μόνο γκάριζε. Ο γιος της σπούδασε υπολογιστές και πλέον είχε πολύ καλή θέση σε μία εταιρεία στη Γερμανία. “Χώρισέ τον μάνα, ζήσε” της έλεγε.
“Κύλησε η ζωή σα νεράκι”, σκεφτόταν η Στυλιανή. Υπήρξα πολύ ωραία, σκεφτόταν, δεν τα έζησα τα νιάτα μου, αλλά θα ζήσω από δω και πέρα. “Το τέρας δε φεύγει, είναι τεμπέλης, χαλάει τα λεφτά όπου θέλει, συνεχίζει να μου δείχνει με κάθε τρόπο ότι αδιαφορεί για την οποιαδήποτε ανάγκη μου. Εγώ από την άλλη δεν αντέχω άλλες εντάσεις. Από τότε που πέθανε η μάνα μου, δεν έχω ένα άνθρωπο να πω τον πόνο μου. Προσπάθησα, αλλά… κάτι δε θα κάνω καλά. Κάποιες φορές είπα τον πόνο μου και εισέπραξα αδιαφορία, αν και εγώ άκουγα τους άλλους και τους στήριζα. Μη σκεφτώ κάποια άλλα τέρατα από το σόι το δικό μου, που στις δύσκολες ώρες μου, κοίταξαν να με θάψουν, που ζήλεψαν για το παιδάκι μου, που τόσο τυραννήθηκε. Για μένα τελείωσαν όλοι. Δε με νοιάζει κανείς. Όσο αφορά στο τέρας, θα του επιστρέψω ό,τι μου έδωσε. Απλόχερα θα του τα επιστρέψω πίσω”. Σκέφτηκε ότι πλέον δεν την ενδιέφερε ούτε να του πλύνει τα ρούχα, ούτε να νοιαστεί για την υγεία του. Δεν ασχολείτο καθόλου μαζί του. Τον σιχαινόταν.
“Αχ μάνα…”, αναστέναξε, “τελικά με κέρδισαν οι καταστάσεις και έγινα κακός άνθρωπος. Το πρόβλημα είναι ότι το κάνω με απόλυτη επίγνωση”. Αυτές τις σκέψεις είχε σε εκείνο το μπαλκόνι. Έβαλε τα ακουστικά και άνοιξε το ραδιόφωνο στον αγαπημένο της σταθμό και αποκοιμήθηκε εκεί στην καρέκλα ακούγοντας μουσική, που την ταξίδευε στα παιδικά της όνειρα.
Φωτεινή Νικολοπούλου
