Ο Βίκτορ στεκόταν στην άκρη της πλατείας. Εκείνη τη στιγμή, ένας αναμαλλιασμένος άντρας πέρασε από δίπλα του και τον σκούντησε. Τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία, ενώ μονολογούσε. Ήταν o Γκαστόν Ρενό, εκείνος ο σνομπ ζωγράφος που του κλέψανε τον πίνακα. Τον είδε να σταματά λίγο παραπέρα, να κοιτάζει συνωμοτικά γύρω του, να βγάζει το κινητό από την τσέπη και να το πετά με δύναμη στον τοίχο μπροστά του. Εκείνος κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι. Τι περίεργα παιχνίδια μπορεί να παίζει το μυαλό κάποιου…
Οι σκέψεις του διακόπηκαν απότομα, όταν άκουσε τις φωνές του πλήθους και είδε αρκετούς να σπεύδουν σε ένα σημείο. Προχώρησε προς τα εκεί, αλλά σύντομα πάγωσε στη θέση του. Ένα κόκκινο μπαλόνι κουνιόταν σπασμωδικά στον αέρα.
Κατάλαβε. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Πάτησε γρήγορα πάνω σε ένα παγκάκι.
Ο Τζακ είχε αποφασίσει να πάει στην πλατεία. Έπρεπε να βρει τον ένοχο, να… Τρομαγμένες φωνές διέκοψαν τις σκέψεις του απότομα
Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί στο κέντρο της πλατείας. Ένα κόκκινο μπαλόνι κουνιόταν σπασμωδικά. Έτρεξε αμέσως κι άνοιξε δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. Αντίκρισε ένα ξανθό αγόρι, όχι μεγαλύτερο από δέκα ετών, πεσμένο στο έδαφος σε κατάσταση επιληπτικής κρίσης.
«Κάντε χώρο σας παρακαλώ!» φώναξε νευριασμένος σε όσους παρακολουθούσαν τη σκηνή χωρίς να κάνουν κάτι για να βοηθήσουν. «Κάντε χώρο!» επανέλαβε κι αναγκάστηκε να τους σπρώξει.
Στήριξε το κεφάλι του παιδιού απαλά ανάμεσα από τα χέρια του και το έγειρε στο πλάι. Άνοιξε τα κουμπιά από το πουκάμισό του. Το κόκκινο μπαλόνι ήταν δεμένο στον καρπό του με έναν σπάγκο. Το έλυσε και το άφησε να φύγει στον ουρανό. Ύστερα από λίγο, το αγόρι ηρέμησε κι άρχισε να ανασαίνει βαριά.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε ο Τζακ. «Μπορείς να σηκωθείς;»
Ο μικρός έγνευσε καταφατικά. Ο ντετέκτιβ τον έστησε στα πόδια του και τον έπιασε από το χέρι.
«Φύγετε!» φώναξε στον κόσμο που συνέχιζε να τους κοιτάει. «Το σόου τελείωσε!» έκανε νευριασμένος.
Το πλήθος άρχισε να διαλύεται.
«Πού είναι οι γονείς σου;»
«Σας παρακαλώ, μην πείτε στον μπαμπά ότι βγήκα από το σπίτι. Ήθελα απλά να πάρω λίγο αέρα».
«Πού είναι ο πατέρας σου;»
Ο μικρός δεν απάντησε.
«Έλα» είπε ο Τζακ αφού έψαξε ένα γύρο με το βλέμμα του και δεν είδε κάποιον να ασχολείται με το παιδί. «Θα πάμε στην αστυνομία να τον βρούμε».
Το παιδί φάνηκε να τρομάζει.
«Όχι στην αστυνομία, κύριε. Σας παρακαλώ. Αν πάμε εκεί θα μας βρουν».
Ο Τζακ στένεψε το βλέμμα.
«Ποιοι;»
Ο μικρός έμεινε πάλι σιωπηλός.
«Εντάξει» υποχώρησε ο ντετέκτιβ. «Πάμε κάπου ήσυχα να μου πεις τι συμβαίνει;»
«Δεν μπορώ να πω τίποτα. Δεν πρέπει να μιλάω με αγνώστους. Αφήστε με να πάω σπίτι».
«Γεγκόρ!» ακούστηκε μια φωνή.
Ο Τζακ γύρισε απότομα και είδε τον Βίκτορ να πλησιάζει ανήσυχος.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε κι έκλεισε τα μάγουλά του στις χούφτες του.
Το αγόρι ένευσε.
«Έλα, πάμε σπίτι». Έκανε την κίνηση να τον πιάσει από τους ώμους.
Ο Βίκτορ —ο τρελός της περιοχής, ο άνθρωπος που κυκλοφορούσε σαν παρακμιακή καρικατούρα και θεωρούσε φυσιολογικό να ψαρεύει στο σιντριβάνι της πλατείας— τι σχέση μπορούσε να έχει με το αγόρι;
«Τι δουλειά έχεις εσύ με το παιδί;»
Ο Βίκτορ τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του.
«Έλα Γεγκόρ» τον πρόσταξε.
Εκείνος απελευθερώθηκε από τη λαβή του ντετέκτιβ και προχώρησε προς το μέρος του. Ο Τζακ ήξερε πως δεν έπρεπε να τον κρατήσει με τη βία, δεδομένης της κρίσης που πέρασε. Ο Βίκτορ και το αγόρι έκαναν μεταβολή κι άρχισαν να απομακρύνονται. Ο ντετέκτιβ τότε έτρεξε και στάθηκε μπροστά τους. Εκείνοι σταμάτησαν.
«Κρύβεσαι από κάποιον, έτσι δεν είναι;» επέμεινε έντονα.
«Δεν καταλαβαίνεις. Προκαλέσαμε πολύ την προσοχή. Πρέπει να μας ξεχάσουν ξανά».
Ερωδίτη Παπαποστόλου
Συνεχίζεται…
Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Ένατο Κεφάλαιο”
[…] Προηγούμενο […]