Η Τζένη και η Μαίρη, ξύπνησαν πολύ νωρίς εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό, για την καθιερωμένη τους βόλτα στο πάρκο. Σίγουρα θα ήταν μία υπέροχη μέρα, από εκείνες που δεν τις ξεχνάει κανείς. Η φύση στα καλύτερά της, οι πρασινάδες αγκάλιαζαν τόσο τρυφερά όλα τα λουλούδια της εποχής, τις μαργαρίτες, τις λευκές και τις κίτρινες, τις κόκκινες παπαρούνες, ενώ οι πεταλούδες είχαν ήδη αρχίσει τις πρωινές τους βόλτες, αφήνοντας έναν παιχνιδιάρικο θόρυβο στο πέταγμά τους.
Οι δύο φιλενάδες, αχώριστες εδώ και δύο δεκαετίες, στρουμπουλές και αφράτες, με τα ρυτιδιασμένα τους από τον ήλιο δέρμα, περπατούσαν η μία δίπλα στην άλλη με αργό βήμα, γιατί η ηλικία τους είχε αρχίσει να αφήνει τα σημάδια της στο βαρύ πια περπάτημά τους. Αυτό που τις χαρακτήριζε, ήταν η αφοσίωση που είχε η μία στην άλλη, η τρυφερότητα και η αγάπη. Σπάνια έβλεπε κανείς τέτοια συμπεριφορά ανάμεσα σε φίλες.
Είχαν περπατήσει αρκετά όταν η Τζένη αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία, έχασε τις αισθήσεις της και σωριάστηκε σε λίγο στο έδαφος. Ένας τρομακτικός θόρυβος ακολούθησε, που έκανε τα πουλιά να φοβηθούν και να πετάξουν στο λεπτό, ενώ η Μαίρη σοκαρισμένη γύρισε προς το μέρος της φίλης της. Με τα άκρα της προσπάθησε να την συνεφέρει, ενώ γονάτισε δίπλα της με δυσκολία για να την κάνει να σηκωθεί. Η Τζένη ούτε κουνούσε, ούτε έδειχνε κανένα σημάδι ζωής. Τα μάτια της κοιτούσαν στο κενό, καμία αναπνοή δεν έβγαινε από το στόμα, ήταν σίγουρο ότι η καρδιά της είχε σταματήσει να χτυπάει εκείνη την όμορφη ανοιξιάτικη μέρα.
Η Μαίρη την αγκάλιασε βγάζοντας μία κραυγή έντονου πόνου σαν να έχανε το παιδί της και όχι την φίλη. Μα τι αγάπη ήταν αυτή, πώς να το διαχειριστεί, πώς να αντιδράσει;
Κάθισε στην άκρη και δίπλα της, χωρίς να αφήνει κανέναν να τις πλησιάσει. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί, να την αφήσει μόνη της, και πάλι για πόσο θα κρατούσε αυτή η κατάσταση;
Για να μην απορείτε, η Τζένη και η Μαίρη ήταν δύο ελεφαντίνες που έμεναν σε ένα πάρκο στην Ρωσία, γιατί είχαν πάρει σύνταξη από την ενεργό δράση στο τσίρκο. Το κράτος ευτυχώς είχε μεριμνήσει για αυτές τις περιπτώσεις των ζώων και όταν εκείνα δεν ήταν ικανά να προσφέρουν άλλη διασκέδαση στο ευρύ κοινό, τότε αυτά έβρισκαν καταφύγιο στα “γηροκομεία των ζώων”. Η Μαίρη έμεινε αγκαλιά με την φίλη της όλη μέρα, η προβοσκίδα της είχε τυλίξει το άψυχο σώμα της με τόση τρυφερότητα, όπως αγκαλιάζει η μάνα το παιδί της, βγάζοντας κραυγές θρήνου σαν να της έλεγε:
“Σήκω γλυκιά μου να πάμε την βόλτα μας, να θαυμάσουμε την φύση, να κοιτάξουμε το ηλιοβασίλεμα, να χαρούμε την ζωή!”.
Για άλλη μία φορά τα ζώα υπερτερούν απέναντι στους ανθρώπους, αποδεικνύοντας ότι εκείνα τρέφουν βαθιά αισθήματα αγάπης ανιδιοτελούς, ενσυναίσθησης για τα άλλα ζώα, ακόμη φόβο και θλίψη, όπως αυτές οι ελεφαντίνες του πάρκου. Η φιλία ήταν και θα είναι πάντα μία αξία ανεκτίμητη, ακόμη και ανάμεσα στα ζώα που παρουσιάζουν μοναδικές και απρόσμενες συμπεριφορές που τους βοηθούν να επιβιώνουν για πολλά χρόνια και μας δείχνουν το μεγαλείο της με τον καλύτερο τρόπο!
Δήμητρα Καμπόλη
