[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Τι συνέβη πραγματικά στον Οίκο του Όσι Ντέντι
Της Κορίν Μπάτλερ
(Τεύχος Αυγούστου, 1898, σελ. 5-11)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Αυτό το διήγημα είναι το δεύτερο της κυρίας Μπάτλερ που δημοσιεύεται το σωτήριον έτος που διανύουμε. Το πρώτο της κείμενο, «Η άμαξα της Αϊζόρα Γκρέι», είχε δημοσιευτεί στο Τεύχος του Ιανουαρίου. Ήταν αρκετά πιο σύντομο από αυτό που θα διαβάσεις σε αυτό το Τεύχος του Weird Literature, αλλά θεωρώ ότι και τα δύο είναι εξαιρετικές διηγήσεις φαντασίας και τρόμου.
Το ακόλουθο κείμενο, αγαπητέ αναγνώστη, είναι εμφανώς εμπνευσμένο από το αδιανόητα καλογραμμένο διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, «Η πτώση του Οίκου των Άσερ». Κατά τη γνώμη μου, η κυρία Μπάτλερ αποτίνει φόρο τιμής στον μεγάλο Αμερικανό λογοτέχνη, σεβόμενη το έργο του και παράλληλα αξιοποιώντας τις συγγραφικές της ικανότητες, τις οποίες εξελίσσει εδώ, γράφοντας ένα πιο εκτενές κείμενο.
Κλαρκ Μέιχεμ
Ο Όσι Ντέντι είχε τη φήμη του πλούσιου ηλικιωμένου που γκρίνιαζε για ό,τι και όποιον αφορούσε κάθε συζήτηση, μα και του τσιγκούνη που δεν θα μοιραζόταν τίποτα δικό του, πόσο μάλλον τις δύο μεγάλες του αγάπες, το αρχοντικό των Ντέντι και το κανόνι που είχαν βγάλει για χάρη του οι υπηρέτες του (μαζί με κάποιους δύτες που μίσθωσε) από το ναυάγιο του πειρατικού πλοίου που βρέθηκε στον κόλπο κοντά στο σπίτι του και το οποίο κανόνι (το μοναδικό που δεν είχε διαβρωθεί τελείως μέσα στο θαλασσινό νερό από τον καιρό της βύθισης του πλοίου) το είχε τοποθετήσει σε περίοπτη θέση στην αχανή αυλή του αρχοντικού, κοντά στην πύλη. Από τότε, ειδικά, που έχασε τη σύζυγό του, ο Όσι Ντέντι έγινε ακόμα πιο κλειστός άνθρωπος, τόσο που εκτόξευε μέχρι και απειλές κατά όποιου τολμούσε να μπει παράνομα στον περίβολο του σπιτιού του, τον οποίο θα πυροβολούσε με το τουφέκι του, κι ας ήταν τα μάτια του μονίμως θολά.
Όσα έγιναν στην πορεία θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, αν ο Όσι Ντέντι δεν ήταν τόσο ισχυρογνώμων και αν δεν ήθελε να ελέγχει τους πάντες και τα πάντα που σχετίζονταν με τον ίδιο. Για αυτό και μια μέρα βγήκε από το «φρούριό του», επισκέφτηκε τον γιο του και, μετά από μία ώρα επίμονης κατήχησης, τον ανάγκασε να έρθει να μείνει στο αρχοντικό του μαζί με την γυναίκα και τον γιο τους, παρά τις διαμαρτυρίες του ιδίου και των δύο τελευταίων μελών της οικογένειάς του. Φρόντισε μάλιστα να απολύσει σχεδόν όλο το προσωπικό του, ενώ αρνήθηκε να προσλάβει οποιονδήποτε για προσωπικό του βοηθό, ώστε ο Σάντερς, ο γιος του, να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το διαμέρισμα στο Λονδίνο, για να φροντίσει τον πατέρα του, ουσιαστικά κουβαλώντας και την Τίνα, την γυναίκα του, και τον Όσι τον νεώτερο, άλλους δύο εν δυνάμει βοηθούς του γηραιού Ντέντι.
Ο Όσι Ντέντι πολύ ικανοποιήθηκε που θα είχε κοντά του τα τρία αυτά άτομα, καθώς θα εξοικονομούσε κι άλλα (από τα ήδη πολλά) χρήματά του, ενώ θα μπορούσε να παρακολουθεί πιο στενά την επιχείρησή του (γιατί ο Σάντερς ανέλαβε και τις υποχρεώσεις του προσωπικού οδηγού του γέρου) και θα αναλάμβανε ο ίδιος να νουθετήσει τον Όσι τον νεώτερο, με σκοπό να μοιάσει πιότερο στον παππού, παρά στους γονείς του. Η Τίνα ανέλαβε την επίβλεψη της κουζίνας και της καθαριότητας του αρχοντικού και, παρά τις αντιδράσεις της, αδυνατούσε να επιβλέπει τι έλεγαν ο γέρος με τον γιο της. Ο Όσι ο νεώτερος, δε, παρότι είχε πολλούς διαθέσιμους χώρους εντός και εκτός του τεράστιου σπιτιού για να παίξει τις ώρες που δεν θα μελετούσε με τον δάσκαλο που είχε προσλάβει ο παππούς του, κατάφερνε να μένει μόνος τις ώρες που ο γέρος έλειπε, δηλαδή τις ώρες που ο δάσκαλος ερχόταν για μάθημα. Και πάλι, όμως, ο παππούς του του είχε απαγορέψει να κυκλοφορεί μέσα στο αρχοντικό χωρίς ο ίδιος να είναι μαζί του. Επίσης, ακόμα και στην αυλή να έπαιζε, θα έπρεπε να τον επιτηρεί κάποιος, για να μην αγγίξει ο μικρός το κανόνι, το οποίο ο Όσι Ντέντι αποκαλούσε το «καμάρι του σπιτιού». Αστειευόμενος (ή και όχι), του είχε τονίσει πως, αν παρενέβαινε κάποιον από αυτούς τους κανόνες, θα έπαιρνε το τουφέκι που είχε κρεμάσει πάνω από το τζάκι και θα τον τιμωρούσε με αυτό.
Ήταν φανερό ότι το νεαρό ζευγάρι και το τέκνο τους δυσαρεστούνταν με ό,τι τους επέβαλλε ο Όσι Ντέντι ο γηραιότερος, αλλά ο Σάντερς, βλέποντας την κακή κατάσταση που βρισκόταν ο πατέρας του, δεν μπορούσε να διανοηθεί να τον αφήσει στη μοίρα του, ό,τι και αν του έλεγαν η γυναίκα και ο γιος του όταν ο γέρος δεν ήταν παρών, δηλαδή αργά τα βράδια.
Το τι ακριβώς συνέβη στον Όσι τον νεώτερο είναι γνωστό: τα άλογα της προσωπικής άμαξας του Όσι Ντέντι ποδοπάτησαν το αγόρι μια μέρα που έπαιζε έξω από την αυλή του αρχοντικού. Όπως δήλωσε θλιμμένος, ο πατέρας του ήταν κουρασμένος και δεν πρόσεξε ότι ο γιος του βρέθηκε στο διάβα των αλόγων.
Πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την κηδεία του μικρού, ο Σάντερς και η Τίνα ήταν απαρηγόρητοι και κλείστηκαν ο καθένας στον εαυτό του, με τον γάμο τους να μοιάζει πλέον περισσότερο με φυλακή, παρά με έναν όμορφο δεσμό. Όμως, δεν έφυγαν από το αρχοντικό, όπως θα περίμενε κανείς, μιας και ο πατέρας του Σάντερς παρέμενε αδύναμος σωματικά και αμετάπειστος όσον αφορά την πρόσληψη ανθρώπων για να τον βοηθούν.
Ο Όσι Ντέντι, από την άλλη, δε φάνηκε να επηρεάστηκε από τον χαμό του εγγονού του και, όταν τον ρωτούσε κανείς, επέμεινε ότι ο Σάντερς και η Τίνα ήταν νέοι και θα μπορούσαν να αποκτήσουν άλλο παιδί.
Αναφορικά με τα γεγονότα της μοιραίας βραδιάς για τον Οίκο των Ντέντι, μόνο υποθέσεις μπορούσαν να κάνουν οι αστυνομικοί και οι πυροσβέστες που έσπευσαν όταν κλήθηκαν από έναν περαστικό, ότι το παλιό αρχοντικό καιγόταν και είχε καταρρεύσει. Φυσικά, ο άντρας ανακρίθηκε ενδελεχώς, όμως επέμεινε στην ιστορία του: επέστρεφε στην πόλη από μια δουλειά που είχε σε μια άλλη περιοχή, όταν είδε καπνό και βρέθηκε έξω από την πύλη του εξοχικού σπιτιού. Είδε ό,τι είδαν αργότερα και οι εκπρόσωποι των Αρχών: χαλάσματα, φωτιά και ένα παμπάλαιο κανόνι, η κάννη του οποίου ακόμα μύριζε μπαρούτι.
Οι αστυνομικοί άφησαν τον άντρα να φύγει, δίχως να τον ταλαιπωρήσουν άλλο, κι έτσι αυτός ανέβηκε στο κάρο του και έδωσε εντολή στα άλογά του να τρέξουν μακριά. Είχε πει όσα θεώρησε ότι μπορούσε να πει, αφήνοντας, ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος της αλήθειας και συμπληρώνοντας τα κενά με «αναγκαία» ψέματα. Δεν είχε δει απλώς το αποτέλεσμα της πτώσης του Οίκου των Ντέντι, αλλά ό,τι ακριβώς συνέβη.
Περνούσε πράγματι με το κάρο του από την περιοχή, επιστρέφοντας όντως από μια δουλειά που είχε σε κοντινή πόλη. Όμως, δεν είδε από μακριά καπνό, παρά έφτασε έξω από την πύλη του αρχοντικού του Όσι Ντέντι τη στιγμή που κάποιοι άλλοι παραβίαζαν φωνάζοντας τη σιδερένια θύρα. Ο άντρας είχε χρειαστεί να τρίψει τα μάτια του, να αγνοήσει τα μανιασμένα χλιμιντρίσματα των αλόγων του και να κινήσει μπροστά του -πέρα δώθε- ένα από τα φανάρια του κάρου του, ώστε να μπορέσει να εστιάσει μες στην καταχνιά σε αυτούς που περπατούσαν μέσα στην αυλή. Για καλή ή κακή του τύχη, η νύχτα ήταν ασυννέφιαστη και το φεγγάρι ολόγιομο κι έτσι μπόρεσε να δει περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε. Είδε τους εισβολείς αρκετά καθαρά: ήταν όλοι άντρες, κάποιοι γυμνοί και κάποιοι ντυμένοι με σκισμένα και μουχλιασμένα ρούχα. Κάποιοι φορούσαν μαντήλι στο κεφάλι και κάποιοι επίπεδα στρογγυλά καπέλα με νεκροκεφαλή στο κέντρο, σαν αυτά που χρησιμοποιούνταν από πειρατές τον δέκατο έκτο αιώνα. Κάποιοι είχαν λίγο αναιμικό δέρμα πάνω τους, αλλά οι περισσότεροι ήταν σκελετωμένοι. Όλοι τραγουδούσαν σαν κοράκια, λέγοντας στίχους γεμάτους βλαστήμιες, εξυμνώντας πράξεις αμαρτωλές.
Ο άντρας σταυροκοπήθηκε πάρα πολλές φορές και πάρα πολύ αργά. Ένιωσε την υγρασία του κόλπου να τον κυριεύει, κάτι που δεν του επέτρεψε να αρπάξει τα λουριά των αλόγων, για να φύγει από εκεί.
Όμως, αυτό που του τράβηξε την προσοχή πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο ήταν ο «αρχηγός» των πειρατών. Ήταν ένα μικρό αγόρι, που ακόμα δεν είχε σαπίσει, τουλάχιστον όχι στην εμφάνιση. Προπορευόταν των άλλων και, όταν μπήκαν στην αυλή, διέταξε δύο από αυτούς να αναλάβουν το κανόνι. Το έσυραν αρκετά κοντά στο κτίσμα και άρχισαν να το ετοιμάζουν, να το οπλίζουν.
Εκείνη τη στιγμή, είχαν εμφανιστεί ο γέρος και ο γιος του που τον βοηθούσε να κουνηθεί, έχοντας ακούσει προφανώς τα τραγούδια των πειρατών. Βγήκαν από το σπίτι με τις νυχτικιές τους να ανεμίζουν και τα σκουφιά τους να παλεύουν με τον αέρα για να μην τους φύγουν. Ο γέρος Όσι κρατούσε το τουφέκι του και φώναζε πως θα ξεπάστρευε όποιον είχε τολμήσει να εισβάλει στο σπίτι του χωρίς την άδειά του.
Αλλά παραλίγο να πέσει, όταν ο γιος του σταμάτησε απότομα, κοιτώντας με τρόμο τους αφιχθέντες και κυρίως τον μπροστάρη, το μικρό αγόρι. (Ο περαστικός δεν ήξερε ποιο ήταν αυτό το παιδί και μετά από μέρες υπέθεσε ότι θα ήταν ο Όσι ο νεώτερος). Ο γέρος έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά τότε το αγόρι άρχισε να μιλάει: «Μας καταδίκασες όλους, παππού. Κι εσύ, πατέρα, όπως και η μητέρα, καταδικάσατε εμένα. Για αυτό και εγώ και το πλήρωμα του πλοίου που κάποτε λήστεψες, παππού, καταδικάζουμε εσάς που έχετε απομείνει ζωντανοί».
Ο γέρος δεν ήξερε τι να πει, ενώ για δεύτερη φορά κόντεψε να πέσει, αφού ο γιος τον άφησε και γύρισε και έτρεξε και μπήκε ξανά στο σπίτι, φωνάζοντας την γυναίκα του, την Τίνα.
Ο Όσι ο νεώτερος έκανε στην άκρη, για να επιτρέψει στο κανόνι να βάλλει ελεύθερα.
Ο περαστικός σταυροκοπήθηκε ξανά, καταλαβαίνοντας τι επρόκειτο να συμβεί.
Ο γέρος κούνησε το κεφάλι και προσπάθησε να περπατήσει, αλλά δεν τα κατάφερε και έπεσε στο γρασίδι. Είδε τους πειρατές που χειρίζονταν το κανόνι να ετοιμάζονται και αποφάσισε να δράσει: έβαλε με κόπο το τουφέκι στον ώμο και στόχευσε όσο του επέτρεπαν τα θολά μάτια του. Πυροβόλησε μία φορά, όπλισε και πυροβόλησε άλλη μία. Πέτυχε τον ένα από τους δύο πειρατές, ανοίγοντας μια τρύπα στο κέντρο του στήθους του, χωρίς όμως να τον βλάψει ουσιωδώς, καθώς το φάντασμα παρέμενε όρθιο και γέλασε δαιμονισμένα.
Τότε ο γέρος όπλισε ξανά και έστρεψε την κάννη προς τον μικρό, τον εγγονό του.
Εκείνη τη στιγμή ήταν που ο περαστικός είχε αποφασίσει ότι είδε αρκετά. Έβαλε στη θέση του το φανάρι και άδραξε τα χαλινάρια. Έδωσε εντολή στα άλογα να αρχίσουν να τρέχουν και σύντομα απομακρυνόταν από τον Οίκο των Ντέντι.
Πρόλαβε, ωστόσο, και άκουσε κάποια από τα γεγονότα που ακολούθησαν: μια κραυγή, μια ακόμα ριπή από τουφέκι, μια κανονιά και τα πρώτα χαλάσματα που έπεφταν στο έδαφος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Κορίν Μπάτλερ γεννήθηκε το 1880 στο Μπρίστολ. Από μικρή, της άρεσαν οι παιδικές ιστορίες που της διάβαζαν κάθε μέρα και νύχτα η μητέρα ή η γκουβερνάντα της, καθώς η Κορίν ήταν φιλάσθενη και σπάνια έβγαινε από το σπίτι. Από τότε η ίδια αναδημιουργούσε με τη φαντασία της τις περισσότερες εξ αυτών, ενώ όταν άρχισε να δουλεύει η ίδια σαν γκουβερνάντα αποφάσισε να γράφει με κάθε ευκαιρία τις δικές της ιστορίες.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
