Το κόκκινο ριγέ μπλουζάκι

Δεν άργησε να μπει στο στόχαστρο των νταήδων του γυμνασίου. Ο Δημήτρης ήταν το ήσυχο παιδί με τα ανάκατα ξανθά μαλλιά και τα χρωματιστά ρούχα. Ήταν ο βαρετός μαθητής που μιλούσε πάντα χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. Το ριγέ κόκκινο μπλουζάκι του ήταν η αιτία να του κολλήσουν το παρατσούκλι «Ριγές». Αυτό που δεν άντεχαν με τίποτα όμως ήταν οι καλοί βαθμοί του, γιατί έπρεπε να τους φτάσουν αν ήθελαν να είναι στην ομάδα ποδοσφαίρου και του χρόνου. Είχαν ακούσει φήμες ότι μια δασκάλα τον βοηθούσε κρυφά και είχαν βάλει στόχο να τον ρεζιλέψουν.

Ο Δημήτρης μιλούσε τόσο χαμηλά, γιατί όταν γυρνούσε σπίτι δεν έπρεπε να μιλάει καθόλου. Ο μπαμπάς του, που ποτέ δεν ήταν μπαμπάς, παρά μόνο γυναικάς, ήταν πάντα απασχολημένος και αλίμονο αν ο μικρός έκανε αισθητή την παρουσία του στο σπίτι. Μπορούσε να μένει εκεί, αλλά όχι να ζει. Ειδικά αφού πέθανε η μαμά του, δεν προλάβαινε να συγκρατεί τα πρόσωπα των γυναικών που μπαινόβγαιναν στο σπίτι. Τα βράδια ήταν τα πιο ανυπόφορα. Ο πατέρας του εν τω μεταξύ είχε φάει όχι μόνο την δική του περιουσία για να τρέφει το πάθος του, αλλά και της γυναίκας του. Ο Δημήτρης προσπαθούσε απλά να τελειώσει το σχολείο με καλούς βαθμούς και μετά είχε ο Θεός. Όνειρα δεν είχε, πώς να έχει άλλωστε;

Η μόνη που τα ήξερε όλα αυτά, ήταν η κυρία Λουκία, μια δασκάλα που βοηθούσε όπως μπορούσε τον μικρό και φρόντιζε πού και πού να του δίνει κάποια πράγματα του γιου της. Την περσινή του τσάντα, τα παπούτσια που ήταν μικρά, το κινητό που είχε γρατζουνιές, όλα ήταν μεγάλο δώρο στα μάτια του Δημήτρη. Ήθελε να του προσφέρει πολλά περισσότερα, αλλά ποτέ δεν έπρεπε να αισθανθεί ένα παιδί ότι του τα δίνει από λύπηση. Και να ήταν μόνο εκείνος… Πόσα παιδιά μεγάλωναν τους γονείς τους! Όταν θα τελείωνε εκείνος το σχολείο, σειρά θα έπαιρνε κάποιο άλλο παιδί από την τάξη της. Είχε δει πολλά σκοτεινιασμένα βλέμματα στα χρόνια που δίδασκε στα σχολεία, αλλά τα μάτια των παιδιών που δεν αγαπήθηκαν ήταν πάντα τα πιο πληγωμένα.

Ένα πρωινό, ο Δημήτρης δεν βρήκε στο τραπέζι εκείνα τα λίγα ψιλά που άφηνε κάποιες φορές ο πατέρας του και ούτε βρήκε κάτι στο ντουλάπι για να πάρει μαζί του στο σχολείο. Όταν τον είδε η Κάτια να μην βγάζει κολατσιό από την τσάντα του, του έδωσε το μήλο της. Ο Φάνης, το αγόρι της και αρχηγός των νταήδων, δεν έχασε ευκαιρία και του το άρπαξε από το χέρι.
«Αυτό το θέλω εγώ!», της έκανε παρατήρηση κουνώντας το μήλο μπροστά στο πρόσωπό της. Την πήρε σε μια άκρη και της έβαλε τις φωνές. Ύστερα πέτυχε μόνο του στον δρόμο τον Δημήτρη και τον χτύπησε στο στομάχι. Ήθελε να κάνει ξεκάθαρο ότι κανείς δεν παίρνει κάτι δικό του.

Την επόμενη μέρα, ο κύριος Μάριος, ο γυμναστής, παρατήρησε ότι ο νεαρός έπιανε τα πλευρά του στο τρέξιμο. Τον προσέγγισε και έμαθε τι είχε γίνει. Πήγαν μαζί στον διευθυντή, αλλά το μόνο που πήραν ήταν καλοταϊσμένες προφάσεις, μπουκωμένες από συγκάλυψη για την πλούσια οικογένεια του Φάνη. Τον χρειάζονταν και αυτόν και τις δωρεές της οικογένειάς του, ενώ ο Δημήτρης ήταν άλλος ένας άχρηστος μαθητικός αριθμός που θα περνούσε απαρατήρητος.

«Θα βρεθούμε το βράδυ στο γήπεδο, αφού τελειώσουν όλοι την προπόνηση, θα αρχίσει η δική μας», τον έπιασε από τον ώμο ο γυμναστής και του έδωσε υπόσχεση ότι την επόμενη φορά που θα φάει μπουνιά θα ξέρει να ανταποδώσει. Τόσο είχε σιχαθεί και εκείνος το σύστημα που άφηνε τους νταήδες και τα λεφτά τους να κυβερνούν το σχολείο. Τους διευθυντάδες και τους υπεύθυνους που μόνη τους ευθύνη ήταν να κάνουν τις καλές μαριονέτες. Τόσο είχε βαρεθεί να βλέπει παιδιά να κλαίνε, να κρύβονται, να φοβούνται να είναι σε έναν χώρο που υποτίθεται το πρώτο μέλημά του είναι η ασφάλεια και η παιδεία. Δεν ήξερε να πει πότε τα δημόσια σχολεία έγιναν ιδιωτικά πιόνια της σκακιέρας των συμφερόντων. Και πάντα όλα ξεκινούσαν με μια αφορμή όπως το κόκκινο ριγέ μπλουζάκι.

Οι φίλες της Κάτιας φρόντιζαν να της θυμίζουν να μην ασχολείται με το παράξενο αγόρι και να χαίρεται που έχει όσα θα ήθελε κάθε κορίτσι στην ηλικία της. Το πιο δημοφιλές αγόρι του σχολείου ήταν στα πόδια της, οι βαθμοί της ανέβαιναν συνεχώς, ήταν όμορφη και από καλή οικογένεια, το μέλλον ήταν δικό της. Αυτός ήταν απλά ο Ριγές.
«Τι θες και ασχολείσαι με αυτόν; Αναρωτιέμαι, βούρτσα δεν έχει σπίτι του, που τα μαλλιά του είναι σαν τον θάμνο που ξέχασε να κλαδέψει ο γείτονας μου;» έλεγε η μία.
«Τα ρούχα του είναι λες και τα έκλεψε από την ζητιάνα στην γωνία!», έλεγε η άλλη.
Αλλά η Κάτια έβλεπε ένα ευγενικό αγόρι που του άρεσαν τα κόμικς και το σκάκι, που άκουγε την ίδια μουσική με εκείνη, που ήξερε να ξεχωρίζει τα λουλούδια και σήκωνε το πεταμένο μπουκάλι που έβρισκε κάτω και το πετούσε στον κάδο. Το αγόρι που έσκυβε να χαϊδέψει την γάτα που ζούσε στον προαύλιο του σχολείου και δεν την έδιωχνε όπως οι υπόλοιποι. Που έλεγε πάντα ευχαριστώ και παρακαλώ και είχε πάντα μα πάντα το χαμόγελο στα χείλη του. Εκείνον που έβλεπε το καλό και είχε περισσότερο κουράγιο και αντοχή από όλους μαζί τους αθλητές του σχολείου της.

Η χρονιά έφτανε προς το τέλος της, όταν πήγαν τον Δημήτρη στον διευθυντή επειδή τσακώθηκε πάλι με τα αγόρια του ποδοσφαίρου. Ο πατέρας του μπήκε και βγήκε από το γραφείο το ίδιο νευριασμένος χωρίς καν να κάτσει να ακούσει τι είχε να του πει ο γιος του.
«Έλα εδώ, μικρέ!», τον πήρε στην άκρη η δασκάλα του αφού τελείωσε την κατσάδα ο διευθυντής. «Πάμε να περπατήσουμε λίγο έξω, θέλω να σου πω δυο πράγματα. Επειδή άκουσα λίγο τι σου είπε, θέλω να ξέρεις ότι ποτέ δεν θα είσαι για εμένα εκείνος που θα με πάει πίσω στην ύλη, εκείνος που θα με καθυστερήσει. Ο δάσκαλος πρέπει να ανοίγει τον δρόμο μπροστά του, όχι να ψάχνει την εύκολη και πιο γρήγορη διαδρομή. Ακόμη κι αν ο δρόμος σου είναι γεμάτος πέτρες και εμπόδια, θα φτάσεις στον προορισμό σου, έστω κι αργά. Είμαι πολύ περήφανη για εσένα που τα αντέχεις όλα αυτά. Ξέρεις, δεν κάνω αυτήν την δουλειά για τα λεφτά. Την κάνω για να έχω ευκαιρίες σαν εσένα. Ναι, είσαι μια ευκαιρία να γίνω καλύτερη σε αυτό που κάνω. Να προσφέρω κάτι κι εγώ. Μην ανησυχείς, παιδί μου, έχει ο Θεός…».

Δεν άντεξε και γύρισε και την αγκάλιασε και εκείνη η μυρωδιά στα μαλλιά της σαν να του θύμισε την μάνα του και σκέφτηκε μήπως τον βλέπει και στέλνει εκείνη αυτούς τους ανθρώπους να βοηθούν το παιδί της.

Πέρασαν μερικά χρόνια και ο Δημήτρης τελείωνε πια το Λύκειο. Τα απογεύματα δούλευε σε μια καφετέρια όπου καθημερινή πελάτισσα ήταν η Κάτια. Εκεί διάβαζε για να του κρατάει παρέα, εκεί έκαναν σχέδια για το μέλλον τους, εκεί έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Ο Φάνης ήταν από καιρό παρελθόν και επιτέλους έβλεπε πώς είναι να φέρονται σε μια κοπέλα όπως της αξίζει. Οι φίλες της την έκαναν πέρα, αλλά και αυτό λίγο την πείραξε. Τώρα, ετοιμάζονταν να φοιτήσουν σε μια σχολή και να αξιοποιήσουν την καλλιτεχνική τους φύση. Εκείνος στην αρχή ήταν διστακτικός, γιατί ήθελε να φύγει από το σπίτι και δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να πληρώνει ενοίκιο και να βάζει χρήματα στην άκρη για την σχολή. Δεν άντεχε άλλο τις φασαρίες, τα βογγητά, τα χαστούκια, δεν άντεχε άλλο να ζει σαν φάντασμα στο σπίτι του. Όμως ο Θεός άκουγε και του είχε στείλει καλούς βοηθούς που θα του έβγαζαν τις πέτρες από την διαδρομή του.
«Είστε έτοιμοι;»
«Γιατί, κύριε Μάριε, τι έγινε;»
«Δεν είχαμε πει ότι σήμερα θα σας βγάλω για φαγητό; Και ότι έχω κάποια νέα που θέλω να σας πω; Δεν μπορώ να περιμένω! Ελάτε, πάμε!»

Ο γυμναστής ήταν πια ένα βήμα πριν την σύνταξη, τα παιδιά του είχαν μεγαλώσει και ο μικρότερος μόλις έφυγε και αυτός από το σπίτι. Μονάχος του τα είχε μεγαλώσει με όλη του την αγάπη και κατάφερε να βγάλει καλούς ανθρώπους στην κοινωνία. Χήρεψε νωρίς, αλλά επέλεξε να μείνει μόνος και να μην βάλει άλλη γυναίκα στο σπίτι και στην καρδιά του. Αγάπησε πολύ την δουλειά του και προσπάθησε να βοηθήσει όσο περισσότερο μπορούσε τους μαθητές του. Μα εκείνο το παιδί που πέρασε τόσα, έπρεπε να έχει μια ευκαιρία ακόμα. Ο κύριος Μάριος τον κάλεσε να μείνει μαζί του και να φύγει από το σπίτι του πατέρα του. Όταν το άκουσαν αυτό τα παιδιά, χοροπήδησαν από την χαρά τους και έπεσαν πάνω στον δάσκαλό τους. Ο Δημήτρης δεν πίστευε στα αυτιά του και ένιωθε σαν να του πήραν έναν βράχο από τις πλάτες του. Σκούπισε τα μάτια του και κοίταξε ευτυχισμένος το κορίτσι του, που φορούσε αυτή πλέον το κόκκινο ριγέ μπλουζάκι της μαμάς του.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading