Έχω ένα μαγικό στυλό, ναι, καλά ακούσατε, υπάρχει και κρύβει πολλή αγάπη! Ασυναίσθητα ταξιδεύει πάντα μαζί μου όπου και να πάω. Ασυναίσθητα, γιατί δε θυμάμαι να τον βάζω ποτέ σκόπιμα στις αποσκευές μου, είναι όμως πάντα εκεί. Σε όλα τα σπίτια που έχω ζήσει, στη φοιτητική μου εστία, στα καλοκαίρια που είχα πάει για σεζόν, σε κάθε αρχή και σε κάθε τέλος. Είναι σαν να βρίσκεται εκεί για να καταγράψει τη ζωή μου, αν και δεν το έχω χρησιμοποιήσει ποτέ στη πραγματικότητα, το φυλούσα πάντα σαν κάτι εξαιρετικά πολύτιμο, μη μου τελειώσει. Αυτό ίσως το κάνει μαγικό, αυτό και η αγάπη της γιαγιάς Ελένης. Εικοσιπέντε χρόνια πριν την είδα πρώτη φορά, δεν ήταν γιαγιά μου, όμως επ’ άξια θα της έδινα αυτή τη θέση, στη καρδιά μου την έχει σίγουρα.
Πρώτη φορά την είδαμε τη δεύτερη μέρα που είχαμε έρθει στο χωριό, να κόβει ένα δέντρο με ένα τσεκούρι. Μια γιαγιά με ένα τσεκούρι, χειμωνιάτικα έξω από το σπίτι μας, ένα πολιτισμικό σοκ το πάθαμε, παιδιά της πόλης ήμασταν άλλωστε. Οπότε με τη παιδική μας φαντασία και αθωότητα την ονομάσαμε “η γιαγιά με το τσεκούρι”, εξάλλου δε ξέραμε πώς την έλεγαν, μόνο ότι έμενε στο γειτονικό σπίτι. Τις επόμενες δέκα μέρες που ακολούθησαν, όλο το χωριό γεμάτο περιέργεια παρέλασε από το σπίτι μας με πρόσχημα να μας γνωρίσει. Η παράξενη γιαγιά δεν ήρθε όμως.
Εμφανίστηκε στη πόρτα μας δυο εβδομάδες μετά από εκείνη τη σουρεαλιστική σκηνή, όταν είχαν κοπάσει οι επισκέψεις των περίεργων συγχωριανών, είχε φτιάξει κρέπες για το καλωσόρισμα, είπε. Τις καλύτερες, τις πιο γλυκές και πιο νόστιμες κρέπες έφτιαχνε η γιαγιά Ελένη, θα πω εγώ. Το γεγονός και μόνο που μπήκε στη διαδικασία μας συγκίνησε όλους και τη μαμά μου κυρίως που ήταν έγκυος τότε. Την επόμενη μέρα, η μαμά μου τηγάνισε πιτούλες και μου είπε να τις πάω απέναντι στη γιαγιά, να της επιστρέψω και το πιάτο από τις κρέπες. Εκείνη την ημέρα έμαθα πως κανένα γεμάτο πιάτο που μας προσφέρουν με αγάπη δεν είναι σωστό να το επιστρέφουμε άδειο.
Εφτά χρόνια μείναμε στο χωριό, με τα πάνω και τα κάτω μας, δυσκολίες και ευτράπελα, αστεία και σοβαρά. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία ή μάλλον πολλές. Η γιαγιά Ελένη ήταν πάντα διακριτική γειτόνισσα κι ας χαλούσαμε τον κόσμο εγώ και τα αδέλφια μου με τα παιχνίδια μας και τις φωνές μας. Ερχόταν να μας επισκεφτεί και πάντα έφερνε κάτι μαζί της, για το καλό, έλεγε. Λαχανικά από τον κήπο της, σπόρους για τον δικό μας, εκείνες τις υπέροχες κρέπες που είχε καταλάβει πόσο τις λατρεύαμε τα παιδιά. Όταν τις έφεραν τα ξύλα που είχε παραγγείλει για το χειμώνα, επιμείναμε με τον αδελφό μου να τα στοιβάξουμε εμείς στην αποθήκη. Μπορεί να ήταν “η γιαγιά με το τσεκούρι”, όμως θέλαμε να βοηθήσουμε. Μόνη της ζούσε, χήρα και τα παιδιά με τα εγγόνια της έμεναν πλέον μόνιμα στη Γερμανία. Το ήξερα ότι της έλειπαν, το έβλεπα στο βλέμμα της και το άκουγα στη φωνή της όταν μιλούσε γι’ αυτά. Ίσως για αυτό χαιρόταν που είχαμε γίνει γείτονες, να της θυμίζαμε με τις παιδικές φωνούλες μας τα δικά της εγγόνια.
Ήξερα πως μου είχε αδυναμία, θες το ότι είχαμε το ίδιο όνομα, θες η ασυγκράτητη πολυλογία μου, δε ξέρω, εκείνη την έκπληξη δεν τη περίμενα όμως. Ήταν η μέρα των γενεθλίων μου, έκλεινα τα δέκα, πολύ σημαντική μέρα για εμένα! Είχα από πάντα κόλλημα με τα γενέθλιά μου, μη ρωτήσετε γιατί, κάποιος ψυχολόγος θα ξέρει να σας εξηγήσει καλύτερα. Ποια Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Πάσχα; ΓΕΝΕΘΛΙΑ! Η μέρα που ανήκει σε εσένα! Εντάξει και σε πολλά εκατομμύρια κόσμου στον πλανήτη, άλλα όταν είσαι παιδί δεν το σκέφτεσαι. Γύρισα τρέχοντας από το σχολείο, ήξερα πως θα έσβηνα τα κεράκια μου στη τούρτα που είχε φτιάξει η μαμά όσο έλειπα. Θα διάβαζα και τις χειροποίητες κάρτες που είχαν φτιάξει τα αδέλφια μου και φυσικά θα έπαιζα με τη κούκλα που βρήκα μόλις ξύπνησα να με περιμένει! Γενέθλια υπερπαραγωγή, όχι αστεία! Θα γινόμουν δέκα και φυσικά είχα φροντίσει να το υπενθυμίσω σε όποιον ήξερα, ένα εκατομμύριο φορές! Ήταν μαζεμένη όλη η οικογένεια να μου ευχηθούν και η γιαγιά Ελένη ήταν κι αυτή εκεί, θυμάμαι πόσο χάρηκα που το θυμήθηκε και ήρθε! Γιατί η δική μου γιαγιά, όπως και ο παππούς μου και όλοι οι υπόλοιποι συγγενείς μου, εκτός από τους γονείς και τα αδέλφια μου, ζούσαν σε άλλη χώρα. Σβήσαμε τα κεράκια και αφού μου ευχήθηκαν οι υπόλοιποι, με πλησίασε διακριτικά, ήθελε να μου δώσει το δώρο μου. Ποτέ κανένας μέχρι τότε δεν μου είχε χαρίσει κάτι στα γενέθλια, εκτός από την οικογένειά μου. Άνοιξα με προσοχή το περιτύλιγμα και τότε το είδα, ένα στυλό parker. “Είσαι καλή στα γράμματα Ελενάκι μου, μην τα παρατήσεις!”, αυτό μου ευχήθηκε. Δεν τα παράτησα όντως, παρά τις όλες δυσκολίες που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω, γι’ αυτό σας λέω, μαγικό στυλό! Δεν ξέρω αν ήταν το ίδιο το δώρο ή όλη η πίστη που έκρυψε κάποιος για το άτομό μου σε ένα αντικείμενο, όμως λειτούργησε. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα με τη γλώσσα, γιατί ξέχασα να αναφέρω πως τα ελληνικά δεν αποτελούν τη μητρική μου γλώσσα, την επόμενη χρονιά τα πήγα τόσο καλά στο σχολείο που με όρισαν παραστάτρια στη μαθητική παρέλαση. Στο γυμνάσιο αφοσιώθηκα κυριολεκτικά στο διάβασμα, ήθελα να είμαι καλή, το πίστευε η γιαγιά Ελένη και το στυλό ήταν εκεί να μου το υπενθυμίζει.
Μετά όταν πήγα στη πρώτη τάξη του λυκείου φύγαμε από το χωριό, έκανα τρία χρόνια να τη δω τη γιαγιά Ελένη. Αποφάσισα να πάω να μείνω στο χωριό για να έχω την ησυχία μου να διαβάσω για τις πανελλήνιες. Κάθε μέρα που με έβλεπε, με ρωτούσε αν έχω φάει και μήπως ήταν καλύτερα να έρθω να μείνω στο δικό της σπίτι, μην είμαι μόνη μου. Ευγενικά απέρριπτα τη πρότασή της κάθε φορά, με τη δικαιολογία ότι είχα πολύ διάβασμα. Δεν ήταν αυτό, απλά δεν ήθελα να της γίνω βάρος, είχαμε εξάλλου τη ρουτίνα μας. Τα βράδια καθόμασταν στο σαλονάκι της και μου έλεγε ιστορίες, της άρεσε επίσης να βλέπει στη τηλεόραση παραδοσιακούς χορούς, από αυτήν άκουσα πρώτη φορά τη φράση “άλλαξε ο Μανωλιός, έβαλε τα ρούχα του αλλιώς” και πολλά άλλα. Όταν τελείωσαν οι εξετάσεις, της είπα ότι θα έμενα μερικές μέρες ακόμα να ξεκουραστώ, αυτή τη φορά δε δεχόταν αντίρρηση, σπίτι της θα έμενα. Ήταν πολύ χαρούμενη, γιατί θα ερχόταν διακοπές και η εγγονή της η Ελένη από τη Γερμανία, είχε χρόνια να τη δει. Όλη μέρα ετοίμαζε το σπίτι για την υποδοχή της εγγόνας της, όπως την έλεγε. Άδικος κόπος, η περίφημη Ελένη, τις επόμενες μέρες δεν είχε καμία όρεξη να ασχοληθεί με τη γιαγιά της. Γυρνούσε ξημερώματα από τις τσάρκες στα μπαράκια της περιοχής και κοιμόταν μέχρι το μεσημέρι που θα περνούσε η παρέα της να τη πάρουν να πάνε για μπάνιο. Έβλεπα πόσο στεναχωριόταν η γιαγιά Ελένη και μαζί της στεναχωριόμουν κι εγώ, ας είχα εγώ την ευκαιρία να περάσω έστω μια μέρα με τη γιαγιά και τον παππού μου… Δύο μέρες άντεξα, δεν μπορούσα να τη βλέπω να μαραζώνει, όμως δεν ήταν δουλειά μου. Αποφάσισα να φύγω, θα ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπα.
Έφυγα να σπουδάσω και δεν ξαναπήγα στο χωριό, έμαθα από τη μαμά μου ότι αρρώστησε και οι δικοί της την πήραν στη Γερμανία. Δεν άντεχε όμως μακριά από το χωριό της και επέμενε να γυρίσει, ήθελε να πεθάνει στο σπίτι της, έλεγε. Όταν η μαμά μου μου είπε στο τηλέφωνο ότι είχε φύγει από τη ζωή, δεν έκλαψα, μέχρι να βρω το στυλό μου και να την κρατήσω για λίγο ακόμα κοντά μου.
Εικοσιπέντε χρόνια από τη πρώτη μας εκείνη συνάντηση, στέκομαι έξω από το παλιό μου σπίτι και αγναντεύω το δικό της απέναντι, κρατώντας ένα στυλό, εκείνο το μαγικό! Εύχομαι να υπήρχε και ένα μαγικό χαρτί για να ξαναγράψεις τις ζωές των ανθρώπων. Ίσως καλύτερα να τις ζωγραφίσεις με χρώματα, δε ξέρω. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι η αγάπη και η πίστη σε έναν άνθρωπο μπορεί να χωρέσει στα πιο απλά πράγματα, αρκεί να το θέλουμε.
Δεν ξέρω πού βρίσκεσαι γιαγιά Ελένη, ελπίζω όμως να είσαι περήφανη για το μαγικό στυλό σου. Ξέρω πως χρειάστηκε να κάνεις ολόκληρο ταξίδι με το κτελ για να μου τον αγοράσεις, άξιζε τον κόπο, θα τον κάνω εγώ να αξίζει, στο υπόσχομαι!
kolokufoula

One response to “Το μαγικό στυλό”
Υπέροχη ιστορία !!!