Το Αυγό που Έσπαγε

Ο Ιάκωβος καθόταν στην κουνιστή του πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Η αραχνούφαντη κουρτίνα τού επέτρεπε να παρακολουθεί αθέατος τη γειτονιά. Λίγες ώρες απέμεναν μέχρι να νυχτώσει, μα το φως του ήλιου ήταν ακόμη δυνατό. Έπεφτε πάνω στο πρόσωπό του, τονίζοντας ακόμη περισσότερο τις ρυτίδες που το είχαν χαράξει και κάνοντας τα γαλάζια του μάτια να μοιάζουν με ήρεμες θάλασσες.
Ήταν πάντα έτσι. Ή τουλάχιστον, έτσι του φαινόταν.

Κοίταξε το κόκκινο αυγό που κρατούσε στο χέρι και το στριφογύρισε. Το ακούμπησε στην αγκαλιά του, παρατηρώντας το πορφυρό χρώμα που είχαν αποκτήσει τα δάχτυλά του στα σημεία που το άγγιζε.
Δεν ήξερε πόσες φορές είχε βρεθεί εκεί. Μα κάθε φορά, όλα ξεκινούσαν με το ίδιο αυγό.

Ξάφνου, το βλέμμα του σκοτείνιασε. Άρχισε να τρίβει τα χέρια του μεταξύ τους με μανία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έσφιξε τις γροθιές του. Σηκώθηκε απότομα, με το αυγό να κατρακυλά στο πάτωμα και να ραγίζει. Έσκυψε να το πιάσει, μα τελικά το πέταξε απότομα μακριά του. Γιατί αντί να φανεί η λευκή του σάρκα, από τις ρωγμές του έτρεχε ένα πηχτό κόκκινο υγρό.

Πλησίασε το λερωμένο του χέρι στο πρόσωπο και το μύρισε. Αίμα.
Το πάτωμα είχε πλημμυρίσει. Και το αίμα, κυλούσε προς το μέρος του.
Όμως ο Ιάκωβος, αντί να τρομάξει, έμεινε εκεί, ακίνητος. Έβγαλε τις παντόφλες και ακούμπησε τα γυμνά του πόδια στο πάτωμα. Σε λίγο, το αίμα τα περικύκλωσε.
Και ξαφνικά, βρέθηκε να στέκεται στη μέση μιας αλάνας με παιχνίδια αραδιασμένα τριγύρω.

Ήταν Μεγάλο Σάββατο μεσημέρι και ένα μικρό αγόρι, καθόταν χάμω ξυπόλυτο κι έπαιζε χαράζοντας σχέδια στο χώμα. Κάποια στιγμή, έβγαλε ένα μισοφαγωμένο σοκολατένιο κουνελάκι από την τσέπη, το ξετύλιξε και δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά. Την επόμενη στιγμή όμως, κάποιος το σήκωσε απότομα και του πίεσε το σβέρκο.

«Φτύσ’ το!» γρύλλισε στο αυτί του μια βαριά αντρική φωνή.

Το αγόρι άρχισε να βήχει.

«Φτύσ’ το είπα!» επανέλαβε με θυμό.

Ο μικρός έβγαλε τα απομεινάρια στο έδαφος και συνέχισε να βήχει. Στράφηκε προς τα πίσω και κοίταξε με βουρκωμένα μάτια τον άντρα που τον είχε αναγκάσει να το κάνει. Ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς πίσω του κι έτσι τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν ακόμη πιο σκοτεινά απ’ ό,τι ήταν.

«Μεγάλο Σάββατο!» βρυχήθηκε ο πατέρας του και τον έσπρωξε με τόση δύναμη που έπεσε κάτω, πάνω στα σχέδια που είχε σκαρώσει πριν λίγο. Ο άντρας πάτησε με μανία την υπόλοιπη σοκολάτα κι έπειτα έφτυσε πάνω της.

Ο Ιάκωβος έσυρε τα βήματά του μέχρι την κουζίνα και παρατήρησε μια μεγάλη γαβάθα με κόκκινα αυγά. Ξάφνου, τα αυγά γέμισαν ρωγμές όπως αυτό που κρατούσε πρωτύτερα. Με έναν ανατριχιαστικό ήχο, το τσόφλι τους έσκασε, πηχτό αίμα ξεχύθηκε από τη σάρκα τους, κύλησε πάνω στο τραπέζι και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του.

Ο Ιάκωβος, αντί να τρέξει μακριά, ξάπλωσε στο πάτωμα και το άφησε να τον περικυκλώσει, να τον καλύψει, μέχρι που δεν έμεινε ίχνος του. Άλλωστε το αίμα δεν τον τρόμαζε πια. Ήταν ο τρόπος που τον καλωσόριζε ο χρόνος όταν ξεκινούσε απ’ την αρχή.

Άνοιξε απότομα τα μάτια. Καθόταν ακόμη στην κουνιστή του πολυθρόνα με το αυγό ακουμπισμένο στην αγκαλιά του. Άθικτο.
Στο έπιπλο απέναντί του, υπήρχε μια φωτογραφία με δυο δίδυμα παιδιά αγκαλιασμένα να χαμογελούν διάπλατα. Το ένα, ήταν το αγόρι της αλάνας. Το άλλο, ήταν ένα κορίτσι με σγουρά, ξανθά μαλλιά. Κρυφοκοίταξε από το παράθυρο. Εκτός από τη μικρή σγουρομάλλα Σόφη που πήγαινε πέρα δώθε στον δρόμο με το ποδηλατάκι της, η γειτονιά ήταν άδεια.
Η μικρή Σοφία κοίταξε την αραχνούφαντη κουρτίνα να κουνιέται ελαφρά.

Ένα δυνατό τσίμπημα στο χέρι του, που έμοιαζε με κοφτερή λεπίδα, έκανε τον Ιάκωβο να αφήσει ένα μικρό επιφώνημα τρόμου. Το αυγό που κρατούσε είχε ραγίσει ξανά και αυτή τη φορά, το τσόφλι είχε χωθεί στο δέρμα του. Βαθιά. Σαν βελόνα. Με τρεμάμενα δάχτυλα άρχισε να το τραβά. Ένιωσε πόνο, ανυπόφορο πόνο. Φωνές ηχούσαν γύρω του. Και όσο τραβούσε το τσόφλι, τόσο περισσότερο δυνάμωναν οι φωνές. Στην αρχή, έμοιαζαν με παιδικά γέλια, μα όσο περνούσε η ώρα, άρχισαν να αλλάζουν. Έγιναν κλάματα, κραυγές αγωνίας και ικεσίες. Και μόλις κατάφερε να βγάλει το τσόφλι, όλα σώπασαν.

Κοίταξε ξανά το αυγό στην αγκαλιά του. Ήταν άθικτο. Για ακόμη μια φορά. Και κάθε φορά, νόμιζε πως ήταν η τελευταία.
Έσφιξε το αυγό και ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Όπως χτυπούσε τότε που άκουσε για τελευταία φορά τα βήματα του παιδιού που έτρεχε ξυπόλυτο στην αλάνα για να ξεφύγει από το μένος του πατέρα του.
Το ίδιο παιδί που τώρα στεκόταν στην άκρη του δωματίου, σιωπηλό, με ένα ραγισμένο αυγό στο χέρι.
Το πρόσωπό του δεν φαινόταν καθαρά — ήταν λες και το κάλυπτε ένα θολό σύννεφο, έμοιαζε με παλιά ξεθωριασμένη φωτογραφία, με εικόνα ονείρου. Ή μάλλον, εφιάλτη.

Ο Ιάκωβος έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε:
«Συγγνώμη».

Όταν τα άνοιξε ξανά, το παιδί είχε πλησιάσει. Έτεινε το αυγό προς το μέρος του. Το ύψωσε, ζητώντας του να τσουγκρίσει.
Ο Ιάκωβος δίστασε. Πώς μπορούσε να χτυπήσει ένα αυγό που ήταν ήδη ραγισμένο; Πώς μπορούσε να κάνει το ίδιο λάθος για πολλοστή φορά;
Άπλωσε το χέρι με δυσκολία. Το φως της ημέρας είχε εδώ και ώρες χαθεί χωρίς να το καταλάβει. Οι καμπάνες χτυπούσαν από μακριά. Σε λίγη ώρα, οι φλόγες της Ανάστασης θα άναβαν, σπάζοντας τη σκοτεινιά.
Και όσο πυκνό και αν ήταν το σκοτάδι, οι μικρές μικρές φωτιές που θα γέμιζαν τη νυχτιά σαν πυγολαμπίδες, δεν θα άφηναν τις σκιές να περιπλανηθούν για πολύ.
Το παιδί στεκόταν απέναντί του. Το αυγό του Ιάκωβου έσπασε από μόνο του.
Και τότε, βρέθηκε ξανά στην αλάνα.

Μόνο που αυτή τη φορά, δεν ήταν απλός θεατής. Ήταν εκείνος ο άντρας που άρπαξε το μικρό αγόρι και το ανάγκασε να φτύσει τη σοκολάτα. Εκείνος που την πάτησε και την έφτυσε με μίσος. Εκείνος που το έσπρωξε. Εκείνος, εξαιτίας του οποίου το αγόρι έφυγε τρέχοντας και λίγα δευτερόλεπτα μετά, κειτόταν στην άσφαλτο, χτυπημένο από αμάξι, με ένα κόκκινο ρυάκι να κυλά από τα μαλλιά του — ίδιο με το χρώμα του αυγού που είχε γλιστρήσει από την τσέπη του και τώρα κειτόταν κι εκείνο γεμάτο ρωγμές, δίπλα στο τσακισμένο κορμί του.

Τα μάτια του ήταν δύο γαλάζιες θάλασσες — παγωμένες, ακίνητες, εγκλωβισμένες στα κύματα του χρόνου˙ όπως και του πατέρα του, που έσκυψε αναστατωμένος από πάνω του. Μόνο που οι δικές του θάλασσες ήταν πλέον φουρτουνιασμένες, ανταριασμένες.

Και τώρα το πρόσωπό του φαινόταν καθαρά. Ήταν αυτό του Ιάκωβου. Με το ίδιο βλέμμα κοιτούσε τον γιο του, στο σαλόνι του σπιτιού του, να ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια του.

Έξω, η μικρή Σόφη σταμάτησε το ποδήλατό της. Γύρισε και κοίταξε ξανά το παράθυρο. Η κουρτίνα δεν κουνιόταν πια. Και για μια στιγμή, φάνηκε πίσω της ένας άντρας˙ ένας άντρας με γαλάζια μάτια και αίμα στα χέρια.

***

Το επόμενο πρωί, Κυριακή του Πάσχα, η αυλή του σπιτιού ήταν όπως πάντα — σιωπηλή, παρατημένη. Κανείς δεν μπήκε. Κανείς δεν χτύπησε την πόρτα.
Η μικρή Σόφη στεκόταν στον δρόμο κρατώντας το χέρι της μητέρας της. Το βλέμμα της αντάμωσε το δικό της, που έμοιαζε κι εκείνο με δυο γαλάζιες θάλασσες, όμοιες με εκείνες του Ιάκωβου και του αδικοχαμένου γιου του. Και τα μαλλιά της, ήταν ξανθά και σγουρά, όμοια με εκείνα του κοριτσιού στην κορνίζα που κοσμούσε το έπιπλο του Ιάκωβου.

Η μητέρα της ένευσε με συγκατάνευση. Η μικρή άφησε το χέρι της και πλησίασε στο παράθυρο της οικίας του παππού της, κρατώντας ένα κόκκινο αυγό στο χέρι. Είχε μια λεπτή ρωγμή, σαν χαμόγελο.
Το άφησε προσεκτικά στο περβάζι δίπλα σε μια μαρμάρινη κορνίζα που απεικόνιζε τον Ιάκωβο και ένα λιωμένο κερί. Έπειτα έκανε μεταβολή, χωρίς να κοιτάξει πίσω της.

Όταν απομακρύνθηκε αρκετά, το αυγό έσπασε μόνο του. Μια σταγόνα αίμα κύλησε αργά στην πέτρα, σαν υπενθύμιση.
Ότι κάποιοι λογαριασμοί δεν κλείνουν ποτέ.
Ότι μερικές συγγνώμες αργούν πολύ.
Και ότι, κάθε Μεγάλο Σάββατο, όταν το πρώτο αυγό ραγίζει, ο Ιάκωβος ξαναγεννιέται. Όχι για να σωθεί. Αλλά για να θυμηθεί.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading