Ησυχία, το τσουρέκι… κοιμάται

“Σσσς! Ησυχία! Δεν θέλω να ακούσω ούτε τις ανάσες σας αύριο το πρωί!”, είπε η γιαγιά Ειρήνη στην εγγονή της, που είχε έρθει στο χωριό για τις διακοπές του Πάσχα.
Θα ξημέρωνε το Μεγάλο Σάββατο και η γιαγιά έφτιαχνε τα τσουρέκια εκείνη την ημέρα, που δεν έμοιαζε σε τίποτα με τις άλλες του χρόνου. Όχι, απαιτούσε απόλυτη ησυχία, για αυτό απομονωνόταν στην μικρή αλλά αρχοντική κουζίνα της από νωρίς το πρωί με την πόρτα κλειστή για να μην γίνει κανένα ρεύμα, τα παραθυρόφυλλα ελάχιστα ανοιχτά μην την δει κανένα μάτι από έξω και την ματιάσει.

Η αλήθεια είναι καμία νοικοκυρά δεν την έφτανε όσο και να προσπαθούσε και φυσικά η συνταγή είχε το μυστικό της, που το φύλαγε στο μυαλό της και δεν ήταν άλλο από την απόλυτη ησυχία. Να μην υπάρχει κανείς κραδασμός και ταραχτεί η ζύμη και πέσει την ώρα που φούσκωνε. Τόσο απλό! Μα ποιος να το φανταστεί; Έτσι είχε μάθει και εκείνη από την γιαγιά της που είχε καταγωγή από τη Ρωσία.

Με το που έπιανε την μαγιά στα χέρια της, την κομμάτιαζε απαλά με λίγη ζάχαρη για να την καλοπιάσει και να ενεργοποιηθεί σιγά σιγά, ώστε να βγει η ζύμη μαλακιά και εύπλαστη. Για να καταλάβει ότι είχε φουσκώσει, την παρακολουθούσε με τα μάτια καρφωμένα πάνω της μετρώντας τις φουσκάλες, μία, δύο, τρείς… εκατό και τότε ήταν έτοιμο το προζύμι. Μετά έπαιρνε την ειδική πήλινη λεκάνη και αφού την σταύρωνε, ξεκινούσε την ετοιμασία και το ζύμωμα που είχε και αυτό την τεχνική του. Σιγανό έπρεπε να ήταν, όχι δυνατό σαν του ψωμιού.

Η γιαγιά Ειρήνη ήθελε να μυήσει την μεγάλη της εγγονή, την Ανθούλα, στα μυστικά του καλού τσουρεκιού και έτσι εκείνη την φορά της επέτρεψε να μπει μέσα πριν ξεκινήσει την διαδικασία.
“Σιγά! Μην περπατάς βαριά, σαν αερικό να κινείσαι και πέσει το ζυμάρι!”. Η μικρή την άκουγε με προσοχή και έκανε απόλυτη υπακοή. Εκείνη έβαλε όλα τα υλικά στο αλεύρι, τα αυγά από τις δικές τους κότες και φυσικά το καλής ποιότητας βούτυρο, από τα δικά τους ζώα και αυτό. Αν σε όλη την διαδικασία ήθελε να πιει νερό ή να κλέψει κανένα παξιμάδι, γιατί η πείνα, εξαιτίας της νηστείας, θέριζε το στομαχάκι της. αλίμονό της! Διψασμένη και πεινασμένη έμενε το πουλάκι μου μέχρι να ξεφουρνιστούν τα τσουρέκια.

Λίγο πριν το ψήσιμο, πρόσθεσε με τα μικρά της δάχτυλα την τελευταία πινελιά, αλείφοντάς τα με το αυγό και πασπαλίζοντάς τα με το φιλέ αμυγδάλου.
“Τώρα γιαγιά μπορούμε να φάμε κάτι;|, ρώτησε η μικρή περιμένοντας με ένα νεύμα την άδεια για νερό, γιατί για φαγητό ούτε λόγος τέτοια μέρα, Μεγάλο Σάββατο! Αλάδωτα τα φαγητά. Οι μυρωδιές από τα τσουρέκια έσπαγαν μύτες και η γιαγιά τότε μόνο άνοιγε το παράθυρο, λίγο για να ανακατευτεί ο αέρας με την μαστίχα, το βούτυρο και την μυρωδιά του χαμομηλιού και να γίνουν ένα. Έτσι, για να ακούσει για άλλη μία φορά τις γειτόνισσες να λένε “Πάλι ψήνει τσουρέκια η Ρηνιώ και θα καμαρώνει για το πόσο ωραία της έγιναν! Λες και εμείς δεν φτιάχνουμε το ίδιο ωραία!”.

Τα χρόνια πέρασαν, η Ανθή, μεγάλη πια και παντρεμένη με δύο παιδιά, περνάει τις γιορτές του Πάσχα στο χωριό και το Μεγάλο Σάββατο κλείνεται στην ίδια μικρή κουζίνα φωνάζοντας στα παιδιά
|Εεεε, αγόρια μην τυχόν και μπείτε στο σπίτι με τα παπούτσια και κάνετε φασαρία και πέσει το ζυμάρι! Σαν αερικά να είστε! Ούτε φωνές! Απόλυτη ησυχία!”.

Η συνταγή για τα τσουρέκια της γιαγιάς Ρηνιώς, κυκλοφόρησε αργότερα στο διαδίκτυο και έγινε διάσημη με τον τίτλο: “Ησυχία, το τσουρέκι… κοιμάται!”.

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading