Την θυμάμαι την νονά μου. Πάσχα συνήθως την φέρνω στην μνήμη μου. Θυμάμαι την αγαπούσα πολύ. Η νονά Ελένη και ο νονός Νίκος, ο άντρας της.
“Μαμά; Πώς αποφάσισες να κάνεις την νονά Ελένη νονά μου;”, θυμάμαι να ρωτάω την μητέρα μου γύρω στην ηλικία των τεσσάρων.
“Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να ζητήσω από την άλλη φίλη μου να σε βαφτίσει, αλλά η νονά Ελένη το ήθελε πολύ κι έτσι αποφασίσαμε να σε βαφτίσει εκείνη.”, αποκρίθηκε η μητέρα μου.
“Και είστε πολύ φίλες;”
“Ναι, πολύ. Γι’ αυτό και βλεπόμαστε όσο συχνά μας το επιτρέπει η απόσταση και η καθημερινότητα.”, απάντησε ξανά.
Δεν ήξερα πού μένει ακριβώς. Θυμάμαι όμως ότι ήμασταν για ώρα στο αμάξι και βγαίναμε, μάλλον, λίγο έξω από την Αθήνα. Θυμάμαι μια μονοκατοικία και έναν πολύ όμορφο κήπο, με διάφορα φυτά και δέντρα.
Αγαπούσα πολύ τα δύο ποδηλατάκια που μου είχε κάνει δώρο. Δύο τρίκυκλα ποδηλατάκια, ένα κόκκινο και ένα πράσινο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ που είχα βαλθεί να κάνω σούζα με το κόκκινο. Δεν είχε καμία διαφορά με το πράσινο, αλλά αυτό θα ήταν το ποδήλατο για τις σούζες! Και προσπαθούσα, προσπαθούσα ανεπιτυχώς. Ώσπου κάποια στιγμή το κατάφερα, τραβήχτηκα προς τα πίσω με όλη μου την δύναμη κι έσκασα κάτω σαν καρπούζι. Εγώ στο πάτωμα, με κομμένη την ανάσα, και το ποδήλατο από πάνω μου! Κουβέντα σε κανέναν δεν είπα, κι ας πονούσα τις επόμενες μέρες.
Οι νονοί μου, λοιπόν, έμεναν λίγο έξω από την Αθήνα. Μπορεί να μην θυμάμαι τις επισκέψεις αυτές καθαυτές, αλλά θυμάμαι τα συναισθήματα. Πολλή πολλή αγάπη, ξεγνοιασιά και παιχνίδι ανάκατο με κουβέντες. Και αγκαλιές. Πολλές αγκαλιές! Α! Θυμάμαι και που καθόμασταν με τις ώρες και χαζεύαμε τα φωτογραφικά τους άλμπουμ! Δεν χόρταινα τις ιστορίες! Πολύ όμορφο σπίτι, πολύ όμορφοι άνθρωποι και με αγαπούσαν, με νοιάζονταν.
Μιλούσαμε και στο τηλέφωνο! Μιας και δεν μέναμε κοντά, την έπαιρνα τηλέφωνο και λέγαμε τα νέα μας. Κάποια στιγμή, μου είπε ότι είναι έγκυος! Δεν ήξερα τι ήταν αυτό, ήμουν γύρω στα πέντε ή έξι. Όταν μου εξήγησε ότι θα φέρει στον κόσμο ένα παιδάκι, καταχάρηκα! Πάντα μου άρεσαν τα παιδιά, τα συμπαθούσα. Θα είχα και παρέα στο παιχνίδι όταν θα πήγαινα να τους δω!
Μου έχει μείνει η μνήμη πως είχαμε πολύ καιρό να πάμε να τους δούμε. Και άνοιξα την ατζέντα μου και βλέποντας τα ομολογουμένως αστεία κολυβογράμματά μου, πήρα τηλέφωνο. Μετά από αρκετή ώρα που χτυπούσε, το σήκωσε.
“Παρακαλώ;”
“Έλα νονά! Τι κάνεις;”
“Ποιος είναι;”
“Τι εννοείς ‘ποιος είναι’; Η Νίκη είμαι! Το βαφτιστήρι σου!”
“Λάθος κάνετε.”, ακούστηκε η παγερή φωνή της στο τηλέφωνο και το ‘κλανγκ’ από το κατέβασμα του ακουστικού.
Λάθος; Μα η φωνή της ήταν. Λες όντως να πήρα λάθος; Ξαναπήρα την ατζέντα μου και πήρα τα νούμερα ένα ένα, με μεγάλη προσοχή. Το τηλέφωνο καλούσε. Κάποια στιγμή το σήκωσε.
“Παρακαλώ.”, ακούστηκε πάλι η φωνή της νονάς μου. Ήταν σίγουρα η νονά μου αυτή.
“Έλα νονά, η Νίκη είμαι, το βαφτιστήρι σου.”
“Δεν ξέρω καμία Νίκη.”
“Η Ελένη η******* δεν είσαι; Που είσαι παντρεμένη με τον Νίκο;”
“Ναι, εγώ είμαι. Τι θέλεις;”, συνέχισε με το ίδιο παγωμένο ύφος.
“Νονά… Η Νίκη είμαι, πήρα απλά να δω τι κάνετε και πώς είναι το μωρό.”
“Δεν ξέρω καμία Νίκη κοριτσάκι μου και να μην ξαναπάρεις ποτέ εδώ τηλέφωνο, Τ’ΑΚΟΥΣ:”
“Μα…”, αποκρίθηκα σαστισμένη από την συμπεριφορά της με βουρκωμένα πια τα μάτια.
“ΜΗΝ ΞΑΝΑΠΑΡΕΙΣ ΠΟΤΕ! ΜΗΝ ΞΑΝΑΕΝΟΧΛΗΣΕΙΣ!”, μου φώναξε και μου ξανάκλεισε το τηλέφωνο.
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που άκουσα την φωνή της νονάς μου. Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ γιατί αυτή η συμπεριφορά. Δεν έκανε καν την προσπάθεια να αρνηθεί ποια είναι! Καιρό δεν έκαναν παρέα με την μητέρα μου πια, αλλά όχι γιατί τσακώθηκαν ή κάτι ανάλογο. Απλώς είχαν χαθεί. Το επιβεβαίωσα και τότε και χρόνια αργότερα που ήμουν σε θέση να διαχειριστώ μια διαφορετική αλήθεια.
Όταν θέλετε να βαφτίσετε, κάντε έναν κόπο να αναλογιστείτε τι σημαίνει αυτό και μόνο αν είστε παραπάνω από 1000% σίγουροι προχωρήστε σ’ αυτό.
Καλό Πάσχα σε όλους!
Νίκη Τσακίρη
