«Καλά ρε Έρρικα, πού είσαι τόση ώρα;».
Η Έρρικα κοιτούσε στα χαμένα. Η συνάντησή της με τον Βάιο στο μπάνιο την είχε ταράξει πάρα πολύ και προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να μην δείξει τίποτα στις υπόλοιπες.
«Σόρρυ μωρέ! Είχε ουρά. Ξέρεις πώς είναι! Εεεεε… λέω να φύγω!»
«Μα τώρα ήρθαμε!»
«Εγώ θα φύγω! Όχι εσείς!»
«Κάτσε να πιείς το ποτάκι σου και φεύγεις μετά!»
Η Έρρικα ήταν σκεπτική και σηκώνοντας το κεφάλι της, η ματιά της διασταυρώθηκε με του Βάιου. Το κινητό της χτύπησε και μια ειδοποίηση εμφανίστηκε στην οθόνη.
‘Δεν θα πας πουθενά!’. Η Έρρικα σήκωσε το κεφάλι της και τον ξανακοίταξε στα μάτια. Άρχισε να πληκτρολογεί…
‘Δεν μπορώ να κάτσω!’
‘Έρρικα, σε παρακαλώ… Μείνε!’
Η καρδιά της χτυπούσε πολύ δυνατά. Όπως χτυπούσε το βράδυ που τον γνώρισε. Ήθελε να μείνει, αλλά βαθιά μέσα της ήξερε πως αν έμενε, τα πράγματα θα γίνονταν κουβάρι και στις άκρες του θα ήταν εκείνοι. Η Έρρικα και ο Βάιος. Πήρε μια ανάσα, κοίταξε την παρέα της που χόρευε και γελούσε, κοίταξε εκείνον που περίμενε απλά ένα μήνυμά της και άρχισε να πληκτρολογεί…
‘Θα μείνω! Θέλω όμως να μου υποσχεθείς πως δεν θα συμβεί τίποτα παρόμοιο ξανά!’
‘Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα!’
Άφησε το κινητό της και άρχισε να χορεύει με τα κορίτσια. Το ένα ποτό διαδεχόταν το άλλο με αστραπιαία ταχύτητα και η πρώτη ζάλη έκανε την εμφάνισή της. Τα κορίτσια ήταν μια αγκαλιά και διασκέδαζαν ανελέητα, ενώ ο Βάιος τις κοιτούσε πότε γελώντας και πότε καρφώνοντας το βλέμμα του πάνω στην Έρρικα.
«Έρρικα, θέλω να σου πω κάτι…», της είπε η Φανή.
«Έλα μου!»
«Έχω την εντύπωση ότι ο Βάιος σε κοιτάει έντονα!». Η Έρρικα κοκκάλωσε.
«Μπααα! Αποκλείεται καλέ! Σιγά!»
«Ρε σου λέω, δεν έχει πάρει τα μάτια του από πάνω σου!». Τις πλησίασαν η Κορίνα και η Μαρίνα επιβεβαιώνοντας τα λόγια της Φανής.
«Έρρικα, έχε γούστο!»
«Ναι ρε συ… Τοοοοπ!»
«Σταματήστε και οι τρεις τώρα!», είπε η Έρρικα τρέμοντας, «τίποτα δεν συμβαίνει! Ιδέα σας είναι!». Παύση! «Πάω έξω να πάρω λίγο αέρα!», τους είπε και έφυγε τρέχοντας.
Μόλις βγήκε έξω από το μαγαζί, περπάτησε λίγο και βρήκε ένα παγκάκι να σωριαστεί. Ευτυχώς δεν είχε πολύ φως και μπορούσε να ηρεμήσει λίγο και να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη.
Τον ήθελε. Τον ήθελε πάρα πολύ από την πρώτη μέρα που τον είδε. Θεωρούσε πως μετά από το σκηνικό που είχε γίνει μεταξύ τους στην αποθήκη, όλα θα τελείωναν. Αλλά να που μετά από τόσο καιρό βρέθηκαν ξανά μαζί και τη φίλησε στο μπάνιο. Ασυναίσθητα τα χέρια της χάιδεψαν τον λαιμό της ακριβώς στα σημεία που πέρασαν τα χείλη του. Αναστέναξε. Οι σκέψεις της ταξίδεψαν εκείνο το βράδυ στην αποθήκη.
Τα χέρια του στο κορμί της. Τα χείλη του στο δέρμα της. Οι ανάσες τους. Τα σώματά τους που ξεσπάθωναν ένα πάθος ασυγκράτητο. Τα λόγια του… Και ξαφνικά, η εικόνα άλλαξε στο μυαλό της. Εκείνη κολλημένη στον τοίχο του μπάνιου, με τα χέρια της να τον γραπώνουν και να τον κολλάνε πάνω της. Αυτό το φιλί του…
«Αχχχ! Αυτό το φιλί του…»
«Το δικό μου λες;». Δεν τον είχε πάρει είδηση. Πότε είχε βγει από το μαγαζί, πότε την είχε πλησιάσει, ιδέα δεν είχε. Τον κοίταξε και του χαμογέλασε.
«Τι θες εδώ;», τον ρώτησε.
«Εσένα!». Έκατσε δίπλα της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Με τα χέρια του, πήρε τις ατίθασες τούφες που έμπαιναν στα μάτια της και τις έβαλε πίσω απ’ τα αυτιά. Την τράβηξε από τον λαιμό και τη φίλησε ξανά έχοντάς την στην αγκαλιά του.
Η Έρρικα τραβήχτηκε απότομα. «Τι έχεις πάθει; Το καλοκαίρι ήσουν μη διαθέσιμος και τώρα τι; Περιμένεις σαν χ@zογκ0menα να πέσω στην αγκαλιά σου;»
«Ποιος σου είπε ότι είσαι χ@zoγκ..»
«Έλα τώρα Βάιε…»
«Όχι πες μου!».
Τη φίλησε ξανά. Πιο έντονα αυτή τη φορά. Η Έρρικα πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά του και τράβηξε πίσω το κεφάλι του ώστε να βαθύνει αυτό το φιλί. Τον ήθελε τόσο πολύ που ένιωθε τα ρούχα της να την πνίγουν. Αν μπορούσε να γδυθεί εκείνη τη στιγμή, θα το έκανε.
«Πάμε!», της είπε και την σήκωσε απαλά από το πόδια του.
«Πού;»
«Έχει σημασία;»
«Και η δουλειά σου;»
«Όταν επιστρέψουμε…»
Την πήρε από το χέρι και έφτασαν στο εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ που είχε αφήσει το αμάξι του. Ξεκλείδωσε και χώθηκαν στα πίσω καθίσματα. Με το που έκλεισε η πόρτα, σαν πεινασμένα ζώα χίμηξαν ο ένας στον άλλον και άρχισαν να αφαιρούν κάθε περιττό ύφασμα από πάνω τους. Με μια κίνηση, η Έρρικα βρέθηκε επάνω του και εκείνος χάθηκε στο κορμί της. Εκείνος την έκλεισε στην αγκαλιά του. Το κεφάλι της κόλλησε στο δικό του και οι ανάσες της, ζέσταιναν το δέρμα του. Ο ρυθμός του έρωτά τους ακολουθούσε τον ρυθμό των καρδιών τους που χτυπούσαν σαν ένα.
Δεν την άφηνε να απομακρυνθεί από το κορμί του. Την ήθελε να είναι εκεί. Να τη νιώθει ολοκληρωτικά. Να ακούει τη φωνή της. Τις πνιχτές κραυγές ηδονής που εκείνος τις δημιουργούσε. Να βλέπει τα μάτια της που ήταν ολοκληρωτικά παραδομένα σε εκείνον. Να βιώνει τον υπέρτατο πόθο. Στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου του.
Εκείνη δεν τον άφηνε από την αγκαλιά της. Είχε μπήξει τα νύχια στο δέρμα της πλάτης του και ρουφούσε με μανία το άρωμα του κορμιού του. Κάθε φορά που έβγαζε ένα επιφώνημα ευχαρίστησης, η ακόρεστη λαγνεία της την έκανε να λιώνει. Έπιανε τα μαλλιά του, τον λαιμό του, τα χέρια του… Ήθελε να τον νιώθει παντού… Να μείνει ανεξίτηλη και χαραγμένη αυτή η στιγμή στη μνήμη και το κορμί της.
Όταν ξέπνοοι και χορτασμένοι, αγκαλιάστηκαν σφιχτά, όλος ο κόσμος τους είχε έρθει τούμπα! Η συνειδητοποίηση χτύπησε σαν κεραυνός την Έρρικα και άρχισε να ντύνεται γεμάτη νευρικότητα.
«Ε! Ε! Έρρικα! Ηρέμησε! Τι έπαθες;»
«Πρέπει να επιστρέψεις στη δουλειά σου και εγώ στα κορίτσια!»
«Δεν είναι αυτό! Πες μου!». Η Έρρικα πήρε μια ανάσα και άρχισε να μιλάει..
«Τι να σου πω; Ένα ακόμα πhδhμα και ευτυχώς αυτή τη φορά όχι σε αποθήκη!»
«Έρρικα, τι λες;»
«Τι ‘τι λέω;’; Σαν εμένα δεκάδες. Μπάρμαν είσαι και το έχεις κάνει ξεκάθαρο από το καλοκαίρι. ‘Μη διαθέσιμος’ τότε! Αν και δεν ζήτησα τίποτα! Όπως ήταν φυσικό εξαφανίστηκα, αλλά το σύμπαν με κοροϊδεύει και σε έφερε πάλι εδώ….».
Η Έρρικα ένιωθε το οξυγόνο της να στερεύει. Τον ήθελε πολύ και ήταν σίγουρη πως θα τον ήθελε για καιρό. Δεν χόρτασε το κορμί της, αλλά ούτε και η καρδιά της. Κάτι είχε αυτός ο άνθρωπος πάνω του που την έκανε να χάνει τα λογικά της.
«Έρρικα…»
«Όχι! Δεν θέλω να ξέρω τίποτα! Πhδhχτhκαμε ακόμη μια φορά και προχωράμε! Χάρηκα πολύ! Ώρα να επιστρέψουμε…».
Πήρε τα ρούχα της, ντύθηκε γρήγορα, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και χάθηκε στα στενά. Ο Βάιος είχε μείνει να την κοιτάει να χάνεται για μια ακόμη φορά από την αγκαλιά του. Ντύθηκε και επέστρεψε στο μαγαζί.
«Που είσαι ρε μ@λak@ τόση ώρα;», τον ρώτησαν στην είσοδο. Ο Βάιος δεν μίλησε και απλά μπήκε μέσα. Η παρέα της Έρρικας ήταν εκεί και διασκέδαζε, αλλά η ίδια άφαντη. Πλησίασε στο πόστο του.
«Καλώς τον! Πιάσε άλλη μια γύρα, ρε συ!», είπε η Φανή.
«Η Έρρικα πού είναι;», τις ρώτησε αφιλτράριστα και κοκκάλωσαν και οι τρεις. «Κορίτσια, ρώτησα! Η Έρρικα πού είναι;». Τον πλησίασε η Μαρίνα, η αδερφή της.
«Έφυγε!»
«Τι εννοείς ‘έφυγε’;»
«Έφυγε, ρε Βάιε! Πήγε σπίτι! Γιατί;».
Ο Βάιος δεν απάντησε. Κάτι μέσα του ήξερε πως δεν θα του άρεσε η συνέχεια, αλλά άξιζε τον κόπο να ρωτήσει.
«Είπε γιατί;», τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα.
«Είπε ‘φεύγω γιατί αν μείνω εδώ μέσα έστω και μερικά δευτερόλεπτα ακόμα, θα καταστραφώ τελείως’. Σίγουρα έχει να κάνει με γκ0m3νο, αλλά δεν έχω ιδέα! Όταν η Έρρικα εξαφανίζεται σημαίνει ότι την έχει δαγκώσει τη λαμαρίνα και αν συμβαίνει αυτό, δεν πρόκειται να τη δείτε εδώ μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση!».
Του έπεσε ένα ποτήρι από τα χέρια ακούγοντας τα λόγια της Μαρίνας. Η ταραχή του ήταν εμφανής. Πήρε το κινητό του να της στείλει, μα δεν μπορούσε. Τον είχε διαγράψει από παντού. Θυμήθηκε τα λόγια της, ‘Πhδhχτhκαμε ακόμη μια φορά και προχωράμε!’.
«Ώστε το εννοούσε!», είπε φωναχτά και τράβηξε ξανά την προσοχή της Μαρίνας.
«Γουστάρεις την Έρρικα έτσι; Από το καλοκαίρι!», τον αφόπλισε.
Ο Βάιος δεν απάντησε παρά μόνον κούνησε καταφατικά το κεφάλι ηττημένος.
«Αν εσύ είσαι η αιτία που έφυγε, το καταλαβαίνω. Η Έρρικα δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί έναν άντρα σαν εσένα. Αν όμως… Αν… υπάρχει έστω η παραμικρή πιθανότητα να σου αρέσει, κυνήγησέ τη! Δεν θα ξανάρθει και το εννοεί!».
Ο Βάιος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια. Η Έρρικα δεν ήταν σαν όλες τις άλλες. Είχε κάτι που τον τραβούσε σαν μαγνήτης. Την ήθελε. Βαθιά μέσα του την ήθελε και δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Η Μαρίνα διάβασε τις σκέψεις του και επικοινώνησε η ίδια αμέσως μαζί της. Καμία απάντηση όμως… Ηττημένος ο Βάιος επέστρεψε στη δουλειά του και η Μαρίνα στα κορίτσια. Δεν είχε προλάβει να της πει πώς νιώθει. Δεν του έδωσε την ευκαιρία και εξαφανίστηκε ξανά.
«Μπορώ να έχω ένα ποτό ακόμα;». Αυτή η φωνή καρφώθηκε στην καρδιά του. Γύρισε απότομα το κεφάλι του και την είδε μπροστά του. Με τρεις κινήσεις, βρέθηκε μπροστά της. Τα μάτια του χάθηκαν στα δικά της. Τα κορίτσια τους κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα.
«Έφυγες πάλι!»
«Δεν έχω λόγο να…»
«Σκάσε και άκου με! Σε θέλω! Δεν ξέρω αν θα πετύχει. Δεν ξέρω ποιος θα καταστραφεί πρώτος, αλλά δεν πάει άλλο. Αν δεν σε ήθελα, δεν θα ήμουν εδώ. Δεν θα σε κυνηγούσα. Σε έψαχνα όλον αυτόν τον καιρό και εσύ εξαφανίστηκες. Μείνε εδώ αυτή τη φορά! Σε παρακαλώ!»
«Τελείωσες;»
«Τελείωσα!»
«Ωραία! Σκάσε και φίλα με…».
Ο Βάιος γέλασε και αρπάζοντάς τη, τη φίλησε απροκάλυπτα και παράφορα. Την φιλούσε για ώρα μέχρι να ακουστούν τα πρώτα επιφωνήματα θαυμασμού. Ξεκόλλησαν με κόπο και έσκασαν στα γέλια.
«Θα μου φτιάξεις το ποτό μου, Βάιε; Πόσο θα περιμένω;», τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.
«Θα με τρελάνεις εσύ!», της είπε και επέστρεψε στο πόστο του.
Του έφτανε που την είχε εκεί μπροστά του και που μετά θα έφευγε μαζί της.
Κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να φανταστεί πως μια τυχαία καλοκαιρινή περιπέτεια, θα κατέληγε σε έναν μεγάλο έρωτα.
Κατερίνα Μοχράνη
Τέλος
