Το μονοπάτι της Φιλαρέτης

Δεκαετίες ανάδρομες, γεμάτες συκοφαντίες του περίγυρού της, μα και άλλα πόσα όνειρα, χρώματα κατανεμημένα σε μια ζωγραφική παλέτα. Κάθε βράδυ μετά την δουλειά η Φιλαρέτη έκανε απολογισμό της ημέρας, σκέψεις που την οδηγούσαν σχεδόν πάντοτε στο ίδιο άθροισμα. Σκεφτόταν πόσους αριθμούς της έχουν δώσει στη ζωή της, πόσα επίθετα και ονόματα που ποτέ δεν της ταίριαζαν. Παράταιρα ρούχα οι τόσες δικές της πεποιθήσεις, κατευθυνόμενες κυρίως από όσα πίστευαν οι άλλοι για αυτήν. Πάντοτε το ίδιο άθροισμα έβγαινε, κόψε από εδώ, βάλε από εκεί μα πάντα στα ίσα.

Για πολύ καιρό την συντρόφευε ο φόβος και δεν τολμούσε να χαλάσει τις εξισώσεις που σκάρωσαν για την δική της ζωή και στοχευμένα παραμέριζαν την εκκωφαντική απουσία νοήματος στις δικές τους. Την τάιζαν με φόβο και αυτός ο φόβος την βόλευε, αυτόν ήξερε καλά. Έμοιαζε με γνώριμη τροφή του νου και η τόλμη να σταθεί ως ο πραγματικός της εαυτός, την τρόμαζε βαθύτατα. Επέλεγε κάθε τρόπο για να βάζει το νου της σε καταστολή. Συνειδητά διάλεγε τις κακοτοπιές, τα πάθη και τα λάθη. Εκείνο όμως το υλικό του πυρήνα της δεν την άφηνε να ηρεμήσει, κλωτσούσε να βγει έξω. Κόχλαζε μέσα της, της έλεγε πως όλα αυτά ήταν θραύσματα από τους καθρέφτες των άλλων, πως ήταν η δική τους αντανάκλαση και όχι η δική της. Είχε τα αυτιά της κλειστά και όσο προσπαθούσε να σωπάσει την φωνή μέσα της, τόσο πιο συχνά άρχισε να την ακούει.

Όσο ήταν παιδί ταξίδευε χωρίς όρια μέσα της, πολλές φορές κοιτώντας έξω από το παράθυρο, φτιάχνοντας κόσμους κάτω από τις ηλιαχτίδες και τα σύννεφα. Μια συνήθεια που γέμιζε αγνή γαλήνη την ψυχή της. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς άρχισε να καταπιέζει αυτό το φως μέσα της και έτσι σχεδόν χάθηκε. Δεν μπορούσε να ξεχάσει πώς ένιωσε η καρδιά της την ώρα που της έκοβαν τα φτερά, τότε που εκείνοι λανθασμένα νόμιζαν πως ήξεραν καλύτερα από αυτήν. Μέχρι σήμερα τους έκανε την χάρη, βάζοντας τόσο κάτω τον εαυτό της. Δεν ήξερε να κάνει και αλλιώς. Η φωνή μέσα της μεγάλωνε και όλο κάτι άλλαζε εντός της. Έψαχνε τρόπους να την σωπάσει γιατί φοβόταν την αλλαγή, ποια ήταν πραγματικά εκτός από όσα έλεγαν οι άλλοι; Ματαίως προσπαθούσε να δουλεύει περισσότερο, πιστεύοντας πως έτσι θα μπορούσε να αποφύγει την δύσκολη ακρόαση του εαυτού της. Συνήθως τελείωνε πολύ αργά από την δουλειά και αρκετές φορές επέλεγε να μένει μόνη εκεί. Οι άνθρωποι γύρω της την αποσπούσαν και τα βλέμματά τους χτυπούσαν πάνω της σαν ξιφολόγχες σε έναν άδικο πόλεμο.

Τις στιγμές που δούλευε μόνη στο γραφείο, έστρεφε πάντα το βλέμμα της προς το παράθυρο με τα κάγκελα. Για εκείνην τα κάγκελα ήταν σαν το νοητό σύνορο της ελευθερίας του να είσαι ή να υπάρχεις. Τι σημαίνει να είσαι; Τι σημαίνει να υπάρχεις; Ποια η ψευδαίσθηση και των δύο; Το κινητό της δονήθηκε πάνω στο γραφείο και ο κραδασμός του σαν να “ξύπνησε” τον ξεχασμένο της πρωινό καφέ παραδίπλα δίπλα. Η κλήση ήταν από τον αδερφό της, κοίταξε για λίγο το κινητό και τελικά του απάντησε.
«Έλα Κώστα… ναι. Στη δουλειά είμαι ακόμα. Θα τελειώσω σε καμιά ώρα λογικά. Μην με περιμένετε καλύτερα. Ε τώρα… λες και θα είναι πρώτη φορά! Ούτως ή άλλως θέλω να βγω για περπάτημα μόλις τελειώσω. Δεν θα βγω να πάρω τσιγάρα, τα είπαμε αυτά! Καλά. Τα λέμε αύριο.»

Η Φιλαρέτη, εμφανώς ενοχλημένη, άφησε το κινητό της άγαρμπα πάνω στο γραφείο και σηκώθηκε από την καρέκλα. Στάθηκε με τα χέρια στη μέση και το κεφάλι όρθιο κοιτάζοντας το ταβάνι. Απάντηση δεν πήρε. Με νευρικότητα άρχισε να περπατάει στο διάδρομο και άρπαξε την τσάντα της από τον καλόγερο. Έψαχνε να βρει κανένα ξεχασμένο τσιγάρο στην πίσω τσέπη της τσάντας, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πρώτα και μετά στην οικογένειά της ότι θα έκοβε το τσιγάρο, τη μόνη συντροφιά της χωρίς αριθμούς και ανταλλάγματα. Μεγάλο φορτίο. Όλοι την περίμεναν να τα παρατήσει, με όλα τα «σιγά μην τα καταφέρεις» και τα «είσαι αδύναμος χαρακτήρας εσύ, θα το ξαναρχίσεις». Άδικο δεν είχαν, αλλά δεν ήξεραν την στροφή που έκανε στο μυαλό της. Υπερφόρτωση συναισθημάτων, φόβος για το άγνωστο, φόβος για το γνώριμο. Απέλπιδα έφερε τα δάχτυλα κοντά στη μύτη προσπαθώντας να μυρίσει την νικοτίνη πάνω τους, για λανθασμένη παρηγοριά, αλλά δεν υπήρχε ούτε μια υποψία μυρωδιάς πια. Δύο δάχτυλα ξένα τα ένιωθε και αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ξαναγνωρίσει τον εαυτό της. Δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα και φόρεσε βιαστικά το παλτό της, πήρε την τσάντα της και έσβησε τα φώτα. Κοίταξε για ακόμα μια φορά τα κάγκελα στο παράθυρο και ένιωθε πως πνίγεται. Άνοιξε την πόρτα και με έναν διαφορετικό αέρα στο βήμα της βγήκε έξω, γύρισε δύο φορές το κλειδί στην κλειδαριά και έφυγε.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε τον δρόμο προς το άλσος, την καθορισμένη στάση για ένα τσιγάρο πριν γυρίσει σπίτι. Η θέα της πόλης ήταν μαγευτική από τόσο ψηλά, τα φώτα μικρά στολίδια στους δρόμους, τα σπίτια και οι πολυκατοικίες μικρογραφίες χιλιάδων ζωών, κάθε παράθυρο και ένα όνειρο, κάθε δρομάκι και μια λέξη. Τσιγάρα μηδέν. Πώς να υπάρξει κανείς, σαν άλλος άνθρωπος, μακριά από κάτι τόσο «απλό» αλλά που πάντα βαθιά τον όριζε; Περπάτησε γενναία προς το παγκάκι, παρέα με τον εαυτό της και άφησε τις σκέψεις της να έρθουν ειρηνικά στη καρδιά της. Χαμογέλασε γλυκά και όλα μπροστά της έμοιαζαν να αλλάζουν χρώμα, ο δροσερός αέρας γέμιζε τα πνευμόνια της και αναγνώριζε μυρωδιές της νύχτας που είχε ξεχάσει. Κάθισε στο παγκάκι για κάμποση ώρα χωρίς τσιγάρα και καπνό, δεν φοβόταν πια. Η αρχή θέλει ένα βήμα μπροστά και κάμποσα βήματα για να πας πιο πέρα. Δεν είναι η τόλμη απλά μια λέξη και τα όνειρα δεν έρχονται δίχως ελπίδα. Μην ακούς τι σου λένε, μην πιστεύεις όσα νομίζουν οι άλλοι για εσένα. Ποτέ δεν είναι αργά να βρεις και να τα βρεις με τον εαυτό σου. Μόνο μην φοβηθείς.

Η Φιλαρέτη έβγαλε το τηλέφωνό της από την τσάντα και τηλεφώνησε στον αδερφό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε να της απαντήσει. “Τώρα ή ποτέ.” Σκέφτηκε.
«Έλα, εγώ θα παραιτηθώ αύριο από την δουλειά. Δεν πάει άλλο. Θα δω τι θα κάνω, μην φέρνεις την καταστροφή πάλι! Φτάνει! Μπορώ και θα τα καταφέρω! Ακούς; Πες το και στους άλλους, πες τους πως η εξίσωση που κάνατε για την ζωή μου βγάζει σφάλμα. Δεν φοβάμαι, δεν σας φοβάμαι πια. Τα λόγια σας είναι σαν χαλασμένο κασετόφωνο στα αυτιά μου. Λυπάμαι που άργησα, χαίρομαι που πρόλαβα. Ναι Κώστα, τραγούδα τώρα!».

Με εμφανή την ανακούφιση στο πρόσωπό της, με δάκρυα να κατρακυλάνε στα μάγουλά της και ένα χαμόγελο γλυκόπικρο, κρατούσε το τηλέφωνό της στα χέρια. Ένιωθε περήφανη που η φωνή της βγήκε παραπέρα από την φυλακή του στέρνου της. Αύριο. Το αύριο είναι το δεύτερο της βήμα στο μονοπάτι που επέλεξε η ίδια να περπατήσει, φορώντας τα καλύτερά της παπούτσια και με τα μάτια της καρδιάς ανοιχτά, άρχισε να βλέπει τον ορίζοντα να εμφανίζεται εμπρός της…

Αγάπη Κοντοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading