Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το τέλος του Μπίσοπ Κίτινγκ

[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Το τέλος του Μπίσοπ Κίτινγκ

Ανωνύμου
(Τεύχος Σεπτεμβρίου, 1898, σελ. 15-17)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Μερικές φορές, έρχονται κείμενα στα γραφεία του Weird Literature που μας προκαλούν περισσότερες ερωτήσεις απ’ όσες συνηθίζουμε να διαχειριζόμαστε/απαντάμε. Λαμβάνουμε διηγήματα ή αφηγήσεις που μοιάζουν πολύ αληθινές, για να είναι μονάχα αποτελέσματα της φαντασίας κάποιου, οι οποίες μας προβληματίζουν. Πολλά από αυτά τα γραπτά δεν τα δημοσιεύουμε, καθότι δεν μας πείθουν ότι αξίζουν την προσοχή των αναγνωστών μας ή τη δική μας.
Το παρακάτω σύντομο διήγημα, ωστόσο, αν και δε φέρει την υπογραφή κάποιου συγγραφέα, βρέθηκε στο εσωτερικό του κτιρίου που στεγάζεται το περιοδικό μας (κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και με ένα παλαιότερο κείμενο, το «Σπρίνγκχιλντ Τζακ», Τεύχος Οκτωβρίου, 1883, σελ. 5-9). Προφανώς, κάποιος το είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ, όταν έφυγε η εκλεκτή μας Μίνα, η οποία αποχωρεί πάντα τελευταία και έρχεται πρώτη κάθε καινούρια μέρα. Διάβασε η ίδια το χειρόγραφο και το έδωσε και σε έμενα, μιας και θεώρησε ότι έχει καλή ροή αφηγηματικά, αλλά και κάτι αξιόλογο ή έστω αξιοπερίεργο στην πλοκή του, που ίσως θα ενδιέφερε και εσένα, αγαπητέ αναγνώστη. Συμφώνησα μαζί της και ελπίζω ειλικρινά να μην κάναμε λάθος.
Κλαρκ Μέιχεμ

Αχάραγα την ημέρα που είχε ακολουθήσει μια ακόμα εκτέλεση που πληρώθηκε να φέρει εις πέρας ο Μπίσοπ Κίτινγκ με την περιβόητη άμαξά του και τη συρόμενη κρεμάλα που κουβαλούσε όπου τον φώναζαν για να σκοτώσει κάποιον, ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα του μικρού σπιτιού του. Εκείνος ζούσε μόνος, καθότι ουδεμία γυναίκα από όσες πλεύρισε στην εξηντάχρονη ζωή του δεν τον ήθελε -όχι τόσο εξαιτίας της γεμάτης στραβές γωνίες μούρης του ή λόγω της απλυσιάς του, αλλά πιο πολύ γιατί μαζί του έσερνε τον θάνατο του σώματος και της ψυχής, αλλά και την κακομοιριά που περίμενε όποιον έπιανε κουβέντες μαζί του. Κοράκια τριγύριζαν πάνω από τη σκεπή του σπιτιού του σατράπη Μπίσοπ, που όχι απλώς έπιανε και κρέμαγε ανθρώπους (τις περισσότερες φορές, χωρίς να φταίνε), αλλά το ευχαριστιόταν κιόλας: να τους αδράχνει με τα τεράστια χέρια του, να τους καθηλώνει, να ακούει τα μοιρολόγια τους και τον λαιμό τους που έσπαγε καθώς εκείνος περιδιάβαινε τις πόλεις της αγγλικής εξοχής, σέρνοντας μαζί του (εκτός από τα κοράκια, την κρεμάλα και τον εκάστοτε νεκρό) σύννεφα που βάραιναν τις ψυχές των ανθρώπων. Του άρεσε πολύ να ακούει τα κρωξίματα του μαύρων πουλιών του θανάτου καθώς τσιμπολογούσαν τον κάθε νεκρό, ο οποίος πήγαινε πέρα δώθε, καθώς η άμαξα προχωρούσε σε λασπωμένους χωματόδρομους ή και σε πιο καλοφτιαγμένους δρόμους πόλεων. Η δυσωδία των σωμάτων που σάπιζαν δεν τον ενοχλούσε, αλλά του θύμιζε ένα συνδυασμό κρέατος και μπίρας, που έτρωγε και έπινε μετά μανίας, ξοδεύοντας τα λεφτά των συγγενών ή των φίλων που ήθελαν να βγάλουν από τη μέση κάποιον δικό τους, δίχως να τους κυνηγήσει κανείς. Ακόμα και όταν έδινε τα πτώματα σε νεκροθάφτες, ο Μπίσοπ χαιρόταν με την αηδία που έπαιρνε σάρκα και οστά στα πρόσωπα των άλλων. Κι αν τον σταματούσε κανένας αστυφύλακας που δεν τον ήξερε, τότε ο Μπίσοπ δεν του έλεγε σχεδόν τίποτα (γιατί ήταν λιγομίλητος από γεννησιμιού του), αλλά του μόστραρε ένα χαρτί με ψεύτικες σφραγίδες (που έμοιαζαν, όμως, αληθινές) πολιτικών, δικαστικών και θρησκευτικών αξιωματούχων που καθήλωνε τον οποιονδήποτε χαμηλόβαθμο εκπρόσωπο των Αρχών, αναγκάζοντάς τον να χαμογελάσει στον σαπιοδόντη Κίτινγκ.

Άνοιξε την ξύλινη πόρτα και το σκοτάδι τον τύλιξε σαν πανωφόρι που είχε πιάσει φωτιά, καθώς είδε να στέκονται στο κατώφλι του πέντε άντρες. Οι τρεις φορούσαν μαύρη στολή και είχαν κλομπ στη ζώνη, ενώ από τους άλλους δύο ο ένας ήταν πάστορας και ο άλλος ένας βλοσυρός άνθρωπος με καλή αμφίεση. Αφού ο ένας εκ των αστυνομικών ζήτησε από τον Κίτινγκ να επιβεβαιώσει την ταυτότητά του, ο πάστορας και ο άλλος άντρας του ανακοίνωσαν ότι συλλαμβανόταν για τις δολοφονίες που είχε διαπράξει χωρίς να έχει καμία επίσημη έγκριση. Ο Κίτινγκ δεν απάντησε αμέσως, παρά χαμογέλασε, χαρίζοντας στους άλλους την απαίσια θέα της ρημαγμένης σπηλιάς που είχε για στόμα. Ήξερε ότι κάποτε θα ερχόταν αυτή η μέρα, μάλιστα περίμενε ότι θα τον έπιαναν πολλά χρόνια νωρίτερα, καθώς μόλις που είχε κλείσει τα τριάντα όταν ξεκίνησε αυτή την μοχθηρή «δουλειά», και όχι έτσι όπως ήταν τώρα (με τη νυχτικιά του), αλλά επί τω έργω, καθώς κρέμαγε έναν άντρα ή μια γυναίκα που κάποιος οικείος τους δεν συμπαθούσε. Ούτε καν διαμαρτυρήθηκε, ούτε πήγε να φέρει το χαρτί με τις ψεύτικες σφραγίδες, γιατί ήξερε ότι θα ήταν ανώφελο. Οπότε παραδόθηκε και ακολούθησε τους άλλους (φορώντας ακόμα την νυχτικιά του).

Όμως, τρόμαξε και άρχισε να φωνάζει, όταν κατάλαβε ότι δεν θα περνούσε καμία δίκη. Είδε να τον συνοδεύουν οι αστυφύλακες στη δική του άμαξα με τη δική του κρεμάλα, το σχοινί της οποίας ήταν πάντα διαθέσιμο για οποιονδήποτε «αναγκαίο θάνατο». Τον βαστούσαν γερά κι εκείνος έτρεμε. Καθώς χρησιμοποιούσαν την τροχαλία που κατέβαζε τη θηλιά, ο Κίτινγκ έβαλε τα κλάματα, κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ απ’ όταν ήταν παιδί. Πέρασαν το κεφάλι του και έσφιξαν το σχοινί κι έπειτα, ο αστυφύλακας που χειριζόταν την τροχαλία ξεκίνησε να τη γυρνάει αντίστροφα, ανεβάζοντας τον Κίτινγκ στους σκοτεινούς ουρανούς που άρχιζαν να αποκτούν φως.

Ο πάστορας ρώτησε από το έδαφος τον Κίτινγκ αν ήθελε να εξομολογηθεί κάτι ή αν ήθελε να του διαβάσει κάποια ευχή, αλλά ο κρεμασμένος δεν μπορούσε να απαντήσει. Όχι γιατί τον έπνιγε το σχοινί, μα γιατί, καθώς ο λαιμός του έσπαγε, είδε αέρινες, άυλες μορφές να τον παρατηρούν. Τον κοιτούσαν σοβαρά, με μια θεϊκή γαλήνη να βάφει τα χαρακτηριστικά τους. Δεν μιλούσαν, αλλά άφηναν τα κοράκια-ακολούθους του Κίτινγκ να αναγγέλλουν τον θάνατο του κακούργου. Ενώ του έβγαινε η σαπισμένη του ψυχή και η άμαξα ξεκινούσε για να διασχίσει όλες τις περιοχές όπου εκείνος είχε διαφθείρει, ο Μπίσοπ αναγνώρισε στα πρόσωπα των φαντασμάτων όλους όσους είχε σκοτώσει.

Δεν υπάρχουν στοιχεία του συγγραφέα.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading