Η Πατούλα ερωτεύτηκε στα δεκαέξι της χρόνια τον Γιούργα. Όμορφη δεν την έλεγες, αλλά είχε μια γλύκα που έρεε σερμπέτι απ’ τα πράσινα μάτια της σαν σου μίλαγε. Νύμφη την αποκαλούσε ο πατέρας της, η αύρα της ξεπερνούσε το ψεγάδι της: την κατάρα που κρυφά κουβαλούσε, πως με την έξοδό της στην πλάση, πέθανε την μάνα της, κοιλοπονώντας. Έδιωξε μια ζωή, για να κερδίσει τη θέση της. Γι’ αυτό, λέγανε πως γεννήθηκε σημαδεμένη, χωρίς μικρό δάκτυλο στο αριστερό της χέρι.
Αδύνατη, ψηλή, με κόμη κάτω απ’ την μέση της, δεμένη σε δυο σφικτές κατάμαυρες κοτσίδες, αν την έβλεπες να σε θωρεί ακίνητη, την έλεγες άχαρη. Ό,τι της στέρησε εκεί η φύση, της το έδωσε σε γητειά. Όταν περπάταγε, λες και αιωρούνταν στην γη, η κίνησή της έκανε τους διαβάτες να στραφούν προς το μέρος της. Έμπαινε τις Κυριακές στην εκκλησία να ανάψει κερί και ασυναίσθητα μεριάζανε όλοι. Μόλις καθόταν στο στασίδι, το ποίμνιο την ξεχνούσε.
Μέσα της παρέμενε σκληρή, για να ανταπεξέλθει στον καθημερινό αγώνα της, ορφανό θηλυκό εναντίον του κακόβουλου κόσμου. Αυτή άρμεγε με φροντίδα τα πρόβατά τους, τάιζε με μπιμπερό τα νεογέννητα και τα βοσκούσε. Αυτή τα έσφαζε με τον πατέρα της όποτε χρειαζόταν, με φρεσκοακονισμένη λάμα κρεατομάχαιρου για να μην υποφέρουν. Και στο τσοπανόσκυλό τους, όταν το χτύπησε κάρο και σφάδαζε στο χώμα, αυτή ήταν που σήκωσε την βαριά πέτρα και του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Κατόπιν το σήκωσε στην αγκαλιά της, σφίγγοντάς το, ίδιο μωρό, το κουβάλησε και το έθαψε στις παρυφές του δάσους. Κανείς δεν την είδε πόσο γοερά έκλαψε εκεί, θρήνησε για όλες τις απώλειες της ζωής της, απ’ την παιδικότητά της που δε βίωσε, μέχρι την μάνα που δεν γνώρισε. Ύστερα σκούπισε τα δάκρυα και περπάτησε αργά ως το χωριό για να ξεκοκκινήσει τα μάτια της ο καθαρός αέρας.
Σε πανηγύρι να χορεύει την είδε ο Γιούργας. Το είχαν έθιμο τα παληκάρια του χωριού, του Άη-Γιωργιού να περιδιαβαίνουν την στράτα στο σχόλασμα του Εσπερινού, πάνω στα περήφανα άλογά τους. Ξεκινούσαν καβάλαρηδες απ’τον Ναό, κρατώντας εικόνες, ενώ τους ακολουθούσαν ιερείς και πιστοί. Έτσι δυο χρόνια πριν, τον είχε πρωταντικρίσει η Πατούλα. Συγχωριανός της ήτανε, τον είχε ματαπετύχει στο δρόμο, μα στο λευκό άτι του, βέλος που της τρύπησε την καρδιά έγινε το τυχαίο βλέμμα του πάνω της. Αδιάφορος εκείνος, στα ελάχιστα ανταμώματά τους στις στράτες, χαμήλωνε τα βλέφαρα και το κεφαλομάντηλό της η Πατούλα.
Ως εκείνη την στιγμή που την αντίκρυσε να κλώθει το ζωναράδικο και μαζί και το νου του! Ούτε μήνα μετά, την ζήτησε. Ο πατέρας της δεν τον ήθελε. Η φήμη του Γιούργα δεν ήταν η καλύτερη. Πολύ ωραίος άνδρας, μα γυναικάς και παράδες δεν στέργιωνε. Υποχώρησε όμως στα παρακάλια τις κόρης του και μέσα στον χρόνο έγινε ο γάμος. Έτος και γέννα, έφερε το σμίξιμό τους. Πρωτότοκη η κόρη και ακολούθησαν οι δυο γιοι.
Η Πατούλα πανευτυχής, άνθιζε προστατευμένη στο κουκούλι της αγάπης τους. Μέχρι που είδε τον άνδρα της να θωπεύει την κόρη του μπακάλη μες το κοτέτσι τους, χωμένοι καθώς ήταν για να της δώσει τ’ αυγά! Απρόβλεπτα, βγήκε αθόρυβα πίσω τους για να μαζέψει τα απλωμένα σεντόνια και ταχύτατα χώθηκε στην κάμαρή τους, αφήνοντάς τα στο σχοινί, πάλευκοι μάρτυρες της αμαρτίας. Το κορίτσι ήταν συνομήλικο με την ανήλικη θυγατέρα τους, φαρμάκι έσταξε στην ψυχή της, η σκέψη αυτή.
Ο έρωτας δεν σε κάνει καλύτερο άνθρωπο αν δε θες, μόνο σε τυφλώνει. Για να δείξει το άσχημο σμίξιμο τέλειο, πέφτει πάνω σου σαν πέπλο. Μόλις όμως, αργά ή γρήγορα σκιστεί, η αλήθεια ορθώνεται σκληρή και ξυπνά απότομα το μυαλό, πέφτεις με τα μούτρα σε τοίχο ξαφνικά. Η καρδιά της ράγισε, οι άπειρες αιφνίδιες εξόδους του Γιούργα «της», μπήκαν στη θέση τους, παρέα με τα λεφτά που πάντα τους έλειπαν. Όπως και ένα επίμονο εξάνθημα που είχε βγάλει η ίδια στα δάχτυλα, με την πολυήμερη εμμονή του άνδρα της να μην πλαγιάσουν μαζί, αφού της έδειξε το άσχημο σπυρί στα απόκρυφά του. Δεν το ανέβαλλε πιότερο και έτρεξε σε γιατρό στην πόλη την επομένη. Σύφιλη η διάγνωση, με άμεση χορήγηση αντιβίωσης.
Τίποτα δεν είπε στον Γιούργα. Σε δυο βράδια ήταν ο γάμος του γιου του Δημάρχου. Τα τρία παιδιά τους θα τα έστελνε στο πατρικό που έμενε η αδελφής της, ύστερα απ’ το θάνατο του πατέρα τους. Θα τα κράταγε εκεί να παίξουν με την ανύπαντρη θεία, να χαρεί και αυτή. Ο άνδρας τής το πρότεινε, μην είναι μες τα πόδια τους στο γλέντι. Το σχέδιό της έπαιρνε μορφή.
Ντύθηκε, στόλισε μέχρι τον περίτεχνο κότσο της, φρόντισε να είναι ατσαλάκωτοι και χαμογελαστοί. Αν τους έβλεπε κάποιος από πέρα, θα ζήλευε πόσο ταιριαστοί ήταν. Η Πατούλα παρέμενε σε συναγερμό, παρακολουθούσε κάθε κίνηση του Γιούργα. Για πότε εξαφανίστηκε, για την ανάγκη του, της είπε. Πίσω του μούλωξε και η κουμπάρα. Τα πέντε λεπτά τής φάνηκαν αιώνες, όσο σκεφτόταν τα αβρά, λαίμαργα χέρια του να πασπατεύουν τα πληθωρικά στήθια της ξετσίπωτης, την έπιανε λύσσα. Πετάχτηκε πάνω και με θράσος, μπήκε πρώτη στον συρτό. Τα πέλματά της, την μια ίπτανται στιγμιαία σε μια αέρινη χορογραφία και την επόμενη τα ’σερνε βαριά στο χώμα. Η ορχήστρα έπαιζε, δεν μίλαγε κανείς, άπαντες την θωρούσανε, ίδια μάγισσα που τους ρουφούσε την ματιά. Αυτή ήξερε πως τσαλαπάταγε τα όνειρά της, έλιωνε τις ελπίδες της, έσχιζε τους όρκους, μουτζούρωνε τα φιλιά και έσβηνε τα πάθη. Σαν τέλειωσε το τελετουργικό της, ανακοίνωσε του άνδρα της ότι ζαλιζότανε, θα γυρνούσε σπίτι να τον περιμένει. Άλλο που δεν ήθελε ο σαρδανάπαλος.
Παραδόξως δεν άργησε να μαζευτεί ο Γιούργας. Τον περίμενε καθιστή στην κουζίνα τους, δεν είχε ξεντυθεί, όμως είχε λύσει την εβένινη χαίτη της να ξεκουραστεί στην πλάτη της. Κουβέντα δεν της είπε, έπεσε ξερός στο διπλό κρεβάτι, έτριξε ο σουμιές. Και τότε η Πατούλα σήκωσε, το μακρύ ως τους αστραγάλους της, αχνογάλαζο φουστάνι. Ανάμεσα στα σκέλια της είχε αποθέσει το τσεκούρι. Στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι του, δικαστής και δήμιός του. Με την πρώτη κατεβασιά, του έκοψε τον λαιμό με την δεύτερη, του λιάνισε το κρανίο και άφησε το τσεκούρι να της πέσει απ’ τα χέρια.
Γεμάτη άλικες πιτσιλιές στο πρόσωπο, κατακόκκινους λεκέδες στο φόρεμα, με δάκτυλα που τρέμανε, πήρε τον κατήφορο για την πλατεία. Αναμαλλιασμένη, ματωμένη, ορχούμενη Μαινάδα εμφανίστηκε στο γαμήλιο γλέντι, ψελλίζοντας, «τον έσφαξα, τον έσφαξα, έσφαξα τον άνδρα μου…».
Το 1976 καταδικάστηκε και πέρασε τις πύλες των αγροτικών φυλακών.
Με την αποφυλάκισή της το 1996, δεν τόλμησε να εμφανιστεί στο χωριό της στο φως του ήλιου. Βράδια, κρυφά σαν κυνηγημένη και κατόπιν συνεννόησης, επισκεπτόταν για λίγο την αδελφή και την κόρη της που δεχτήκανε να την δουν. Οι δυο γιοι της εκείνη την μία ώρα, πάντα λείπανε. Ποτέ δε θελήσανε να ξαναντικρύσουν την μάνα τους και φόνισσα του πατέρα τους.
Μαρίτσα Καρά
