Τατουάζ – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Καθ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το διαμέρισμα της αδερφής της, δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Μόνο στα κόκκινα φανάρια ο Φίλιππος γύριζε το κεφάλι του προς τα δεξιά και την κοιτούσε επίμονα, ενώ η Εριέττα είχε σταθερά καρφωμένο το βλέμμα της στο τζάμι με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου, αγωνίας και περιέργειας.

Φτάνοντας κάτω από το σπίτι, ο Φίλιππος τράβηξε απότομα χειρόφρενο. Τότε είναι που την έλουσε κρύος ιδρώτας. Μάζεψε όσο θάρρος είχε και του είπε αυστηρά: “Πρέπει να κατέβω!”.

Ο Φίλιππος πήρε τα χέρια του από το τιμόνι και ακούμπησε το κεφάλι του στο κάθισμα.
“Θα προτιμούσες να σου πω ψέματα; Ότι είμαι το καλό παιδί που κάνει μια τίμια δουλειά; Ξέρεις κάτι;…” της απηύθυνε τον λόγο και γύρισε το κεφάλι του και πάλι δεξιά όπου τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της “…από το βράδυ που σε είδα σε εκείνο το αναθεματισμένο ατύχημα, ανυπομονούσα για τη στιγμή που θα σε ξαναδώ. Ο Αντώνης ήταν η τέλεια αφορμή. Να, όμως, που οι καταστάσεις τα έφεραν έτσι και συναντηθήκαμε απόψε. Και για να είμαι σωστός απέναντί σου, ας ξανασυστηθώ…”, ανασηκώθηκε στο κάθισμα και της έπιασε το χέρι σαν σε χειραψία “… Φίλιππος Δερτζόγλου. 28 χρονών. Ιδιοκτήτης κλαμπ και όχι μόνο”.

Η Εριέττα απλά τον κοίταζε, ενώ η παλάμη του χεριού της ήταν κολλημένη με τη δική του. Σαν να είχε αρχίσει να υποχωρεί ο φόβος και να κυριαρχεί η αγωνία για το τι θα επακολουθήσει. Με αφορμή τη στάση του, αποφάσισε να σταθεί ειλικρινής απέναντί του και γιατί όχι να του συστηθεί κι εκείνη ξανά.
“Εριέττα Κρανά. 27 χρονών. Γραφίστας σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία. Πρόσφατα χωρισμένη και απογοητευμένη από το ανδρικό φύλο”.

Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του Φίλιππου. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που η Εριέττα έβλεπε το πρόσωπό του με διαφορετική όψη, πέρα από την αυστηρή.
“Είπα κάτι αστείο;”, είχε ανακτήσει πια όλο της το θάρρος και αυτή η “επανασύστασή” τους, σαν να την χαλάρωσε κάπως.
“Μπορώ να μάθω τα πάντα για σένα;”, της απάντησε με ερώτηση.
“Γιατί να θες κάτι τέτοιο;”.
“Στο βλέμμα και στην μορφή της φοράει, ό,τι πιο υπέροχο, λαμπερό και σκοτεινό, διυλισμένο στο απαλό φως”.
“Ποίηση;”
“Δεν σου φτάνει ως απάντηση στην ερώτησή σου; Λοιπόν, μπορώ;”.

Η Εριέττα σαν να άφησε μια ανάσα που ώρα κρατούσε μέσα στο στήθος της και έκατσε με την πλάτη στην πόρτα του συνοδηγού.
“Δεν ξέρω γιατί στο επιτρέπω όλο αυτό, αλλά τι θες να μάθεις;”.

Και ο Φίλιππος την ρώτησε τα πάντα και τίποτα. Από αγαπημένο χρώμα μέχρι την αιτία χωρισμού της. Και όσο η βαριά, τραχιά φωνή του ηχούσε στα αυτιά της μέσα από κάθε ερώτηση που έθετε, τόσο εκείνη ένιωθε πιο άνετα και έδινε αβίαστα απαντήσεις.
Ώσπου χτύπησε το κινητό της και στην οθόνη αναγραφόταν το όνομα του Αλέκου. Τότε σκοτείνιασε και ζήτησε από τον Φίλιππο να την αφήσει να ανέβει πάνω.

“Για απόψε μόνο. Καληνύχτα”, της είπε και σήκωσε τις ασφάλειες. Εκείνη χωρίς να απαντήσει κάτι, βγήκε γρήγορα από το αυτοκίνητο και πριν καν κλείσει την πόρτα πίσω της, σήκωσε το τηλέφωνο. Ήταν έτοιμη να αναφωνήσει με χαρά το όνομα του πρώην συντρόφου της, όταν άκουσε τη φωνή του: “Γεια σου Εριέττα”.
Παύση. Το αμάξι του Φίλιππου απομακρύνθηκε με μεγάλη ταχύτητα κι εκείνη έκατσε στα σκαλιά της πολυκατοικίας

“Με ακούς;”, την ρώτησε φανερά νευριασμένος.
“Ναι”, του απάντησε με τρεμάμενη φωνή και προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
“Ήρθες σπίτι και μάζεψες τα πράγματά σου; Για μια επιπολαιότητα της στιγμής; Γύρνα πίσω!”.

Η Εριέττα ήθελε να του φωνάξει ναι, αλλά η αξιοπρέπειά της την οδήγησε να του απαντήσει “Δύο μέρες μετά; Με ζητάς πίσω δύο μέρες μετά; Ενώ πηδούσες μια άγνωστη στο κρεβάτι μας; Σε αγάπησα πολύ, Αλέκο. Σκέφτηκα μέχρι και ότι εγώ φταίω που έγινε ό,τι έγινε. Αλλά διαπίστωσα πως απλά δεν νοιάζεσαι πραγματικά για μένα. Μην με ξαναπάρεις. Αντίο!”, ολοκλήρωσε, έκλεισε το τηλέφωνο και πλάνταξε στο κλάμα.

Όσο κι αν την καλούσε ξανά και ξανά, δεν το σήκωνε. Στο τέλος του έκανε φραγή και μετά από πολύ κόπο στάθηκε στα πόδια της, ανέβηκε στο διαμέρισμα, έκανε ένα καυτό μπάνιο και ξάπλωσε. Η κούραση και το ποτό την βοήθησαν να κοιμηθεί.

Το κουδούνι που χτυπούσε μανιασμένα την ξύπνησε. Κρατώντας το κεφάλι της, έφτασε μέχρι την εξώπορτα και κοιτάζοντας από το ματάκι, είδε τη Μαίρη. Της άνοιξε και τη ρώτησε πού ήταν όλο το βράδυ, αν και η απάντηση ήταν αναμενόμενη… σπίτι του μπάρμαν.
“Πάω να ξεραθώ! Όταν ξυπνήσω θα σου τα πω και θα μου τα πεις όλα”, δήλωσε η Μαίρη και έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι.

Η Εριέττα έφτιαξε έναν καφέ και έκατσε στον καναπέ. Συνειδητοποιώντας ότι είναι Σάββατο, θυμήθηκε ότι έχει να περιμένει και τηλέφωνο από το συνεργείο. Έβαλε μουσική και απόλαυσε την ηρεμία στο σαλόνι. Μετά από λίγο ακούστηκε η δόνηση στο κινητό. Μήνυμα από άγνωστο νούμερο: “Μάντεψες το αγαπημένο μου χρώμα με την πρώτη. Αλλά, μεταξύ μας, δεν είχα καν αγαπημένο χρώμα μέχρι που χτες μου είπες ‘κίτρινο’ τόσο ενθουσιασμένη, χαμογελώντας σαν μικρό παιδί. Και είχες δίκιο, γιατί το κίτρινο είναι παντού. Στον ήλιο, την άμμο… Θα μπορούσα να ζήσω μέσα σε αυτό τώρα”.
Δεν χρειάστηκε να αναρωτηθεί καν ποιος είναι. Με ένα χαμόγελο κοίταζε ξανά και ξανά την οθόνη του κινητού της. Δεν της είχε ξαναμιλήσει άνθρωπος έτσι. Πού χώρος για τον Αλέκο στο μυαλό της, μετά από αυτό το μήνυμα;

“Πόσο ευφυής μπορεί να είναι κάποιος;”, αναρωτήθηκε δυνατά και ξάπλωσε στον καναπέ. Προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τα τελευταία γεγονότα και σίγουρα να μην αναγκάσει ξανά τον εαυτό της να αναλάβει την ευθύνη για όσα έκανε ο Αλέκος.
Από τις σκέψεις της την έβγαλε ο ήχος κλήσης: “Αντώνης Συνεργείο”.
Το σήκωσε αμέσως και πληροφορήθηκε ότι το αμάξι της όχι μόνο ήταν σαν καινούργιο, αλλά δεν θα χρειαζόταν καν να πάει η ίδια να το πάρει. Θα το έφερνε ο Φίλιππος το βράδυ. Χωρίς να της αφήσει περιθώρια για απαντήσεις, έκλεισε η γραμμή.
“Τι να κάνω τώρα; Να τον πάρω τηλέφωνο; Α ρε Μαίρη κι εσύ, κοιμάσαι!”.

Αφού το σκέφτηκε αρκετά, τον κάλεσε. Στους πρώτους χτύπους άκουσε τη φωνή του:
“Καλημέρα”
“Καλημέρα. Δεν θα σε ενοχλούσα…”
“Εγώ σε ενόχλησα πρώτος με το μήνυμά μου”
“Μα τι λες;…”
“Λοιπόν, πάμε Καβούρι; Να δούμε όλο το κίτρινο μαζεμένο;”

Η Εριέττα δεν μπορούσε ούτε την ανάσα της να βρει.
“Εεε… ναι… ξέρεις… με πήρε τηλέφωνο…”.
“Σε μια ώρα να είσαι έτοιμη”, ήταν τα τελευταία λόγια του Φίλιππου και έκλεισε το τηλέφωνο.
“Σε μια ώρα; Σε μια ώρα; Πώς θα γίνω άνθρωπος σε μια ώρα;”, είπε δυνατά και σηκώθηκε να αλλάξει και να ετοιμαστεί για τη βόλτα της με τον Φίλιππο.

Το μυαλό της ήταν κατακλυσμένο από τα όσα της είχε γράψει στο μήνυμα. Και τίποτε άλλο! Είχε καταφέρει να κερδίσει το μυαλό της.
Πόσο, όμως, η ζωή του μέσα στη νύχτα θα της επέτρεπε να τον βάλει ολοκληρωτικά στη ζωή της;

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Τατουάζ – Μέρος 3ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading