[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος. Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Τα ποντίκια του Φέρμαν του Πέρσι Μπόιντ
(Τεύχος Οκτωβρίου, 1898, σελ. 10-13)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Μερικές φορές οι άνθρωποι κάνουν ανοησίες και μερικές άλλες φορές διαπράττουν εγκλήματα. Κάποια από αυτά τα εγκλήματα προέρχονται από σκοτεινές γωνιές του μυαλού και ένας λογικός άνθρωπος απορεί, φρίττει με την κακία που μπορεί να επιδείξει ένας άλλος άνθρωπος. Και μερικές, ίσως πολλές φορές, ο άνθρωπος που διαπράττει το τρομερό έγκλημα ξεφεύγει της τιμωρίας που του αντιστοιχεί. Κι εδώ, αγαπητέ αναγνώστη, έρχεται η λογοτεχνία (μέσω της πένας του κυρίου Μπόιντ) για να βάλει τα πράγματα στην θέση τους.
Κλαρκ Μέιχεμ
Ο Τζούνιους Κάουεν κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια του υπογείου του σπιτιού του, κρατώντας ένα φανάρι και έχοντας στην ζώνη ένα πιστόλι και ένα μαχαίρι, το ίδιο πιστόλι και το ίδιο μαχαίρι που είχε χρησιμοποιήσει αμέτρητες φορές στο παρελθόν, είτε για να κυνηγήσει ή να τεμαχίσει κάποιο ζώο, είτε για να απειλήσει κάποιον επίδοξο εραστή των θυγατέρων του. Ο Τζούνιους, ως άνθρωπος που είχε επιβάλλει τους δικούς του κανόνες στο σπιτικό του, δεν είχε εγκρίνει κανέναν νεαρό που τολμούσε έστω και να κοιτάξει κάποια από τις κόρες του, πόσο μάλλον να έρθει στο σπίτι να ζητήσει το χέρι της. Είχε άγρια φωνή και θωριά, οπότε οι επίδοξοι μνηστήρες, που έρχονταν έτσι κι αλλιώς φοβισμένοι, εξαφανίζονταν σαν τα ποντίκια όταν συνειδητοποιούν ότι μια τεράστια γάτα τα πλησιάζει.
Η μυρωδιά, η απαίσια μπόχα ενός κορμιού που το ’χε βρει η κακή του μοίρα, χτύπησε τον Τζούνιους πριν καν φτάσει στα τελευταία σκαλοπάτια, αλλά αυτό πλέον το είχε συνηθίσει. Ξεκλείδωσε τη βαριά σιδερένια πόρτα και την άνοιξε. Έσυρε το φανάρι του στον αέρα, σπάζοντας το πηχτό σκοτάδι που επικρατούσε. Ένιωσε την παγωνιά του υπογείου, αλλά ο Τζούνιους είχε πιει αρκετό μπράντι, για να μη χρειαστεί να φορέσει ούτε πανωφόρι. Η μπόχα ήταν απελπιστική, αλλά οι ήχοι και το θέαμα που αποκάλυψε το φανάρι του ήταν ασύλληπτα χειρότερα.
Καθώς τραβούσε την πόρτα πίσω του (αφήνοντάς τη ανοιχτή μια χαραμάδα), ο Τζούνιους άκουσε τα τρωκτικά που γυροβολούσαν και έσκουζαν από ικανοποίηση, καθώς αφαιρούσαν από τον Φέρμαν Μιλς κάθε ίχνος ανθρώπινης υπόστασης, κάθε σημάδι αξιοπρέπειας. Ο νεαρός Μιλς, ίσως ο πιο όμορφος από τους επίδοξους αγαπητικούς μιας εκ των θυγατέρων του Τζούνιους, σίγουρα πάντως ο πιο τολμηρός, ή ο πιο ανόητος (όπως το έβλεπε ο Τζούνιους), δεν υπήρχε πια. Είχαν περάσει ούτε τρεις εβδομάδες από την τελευταία φορά που προσπάθησε να προσεγγίσει τον γερο-Τζούνιους, για να του μιλήσει για την κόρη του την Έλβι. Ούτε τα σεβαστικά του λόγια, ούτε το ότι είχε πιάσει το χέρι του Τζούνιους με το δικό του δεξί για να το ασπαστεί, ούτε τα όμορφα ξανθά μαλλιά του ή το χαρωπό πρόσωπό του ή το χειροποίητο (αλλά αξιοπρεπές) κοστούμι του ήταν αρκετά για να μεταπείσουν τον Τζούνιους. Ούτε τα παρακάλια και τα δάκρυα της Έλβι βοήθησαν. Ήταν αμετάπειστος και έδιωχνε τον νεαρό κάθε φορά που τον πλησίαζε, μη αφήνοντάς τον να πει όσα ήθελε και απειλώντας τον με το πιστόλι και το μαχαίρι του.
Όταν ο Φέρμαν, απογοητευμένος και απελπισμένος, ήρθε στο σπίτι του Τζούνιους Κάουεν για τρίτη φορά, ουσιαστικά υπέγραψε την καταδίκη του. Βρήκε τον γέρο μοναχό του και πολύ πιωμένο. Άρχισε να του αραδιάζει ξανά τα λόγια μεγαλείου και πίστης που θα έδειχνε προς την νεαρά Έλβι. Για κακή του τύχη, ο Φέρμαν αγνόησε τα σημάδια απειλής που έδειχνε ο Τζούνιους: τα μισόκλειστα μάτια, το ότι έσφιγγε και ξέσφιγγε τη λαβή του κάθε όπλου και, κυρίως, τη σιωπή του. Ίσως ο νεαρός, μέσα στην αθωότητά του, να σκέφτηκε ότι δεν απειλούνταν πραγματικά, καθότι ποιος λογικός άνθρωπος τραβάει όπλο και βλάπτει άλλον; Όπως και να είχε, τρομοκρατήθηκε όταν ο Τζούνιους έπεσε πάνω του και του χαράκωσε το όμορφο πρόσωπό του και έπειτα τον έσυρε με την απειλή μιας σφαίρας ως το υπόγειο, όπου τον φυλάκισε και τον άφησε να πεινάει και να διψάει και σταδιακά να καταρρέει, με τη βοήθεια και των απαίσιων ποντικιών που έκαναν σύντομα την εμφάνισή τους.
Μέσα στην παραζάλη του πιοτού που κατέβαζε καθημερινά, είχε σκεφτεί ο γερο-Τζούνιους να αφήσει τον Φέρμαν, αλλά, ξέροντας ότι ο μικρός θα έτρεχε στους αστυφύλακες και θα τον κάρφωνε, αποφάσισε να τον κρατήσει, μέχρι να πεθάνει. Δεν άφηνε κανέναν και καμία να έρθει στο υπόγειο, το οποίο είχε πάντοτε κλειδαμπαρωμένο. Μόνο ο ίδιος κατέβαινε και παρατηρούσε την καταστροφή του σατράπη (έτσι τον σκεφτόταν μερικές φορές) Φέρμαν. Ο νεαρός είχε παρακαλέσει τον γέρο να τον αφήσει ελεύθερο και, όταν κατάλαβε ότι ο άλλος δεν θα το έκανε, τον έβρισε και τον καταράστηκε (Να πεθάνεις, γέρο, και να πεθάνεις εξαιτίας μου!), προκαλώντας στον Τζούνιους μια ειρωνική διάθεση, την οποία εξέφρασε στον Φέρμαν (Πού είναι τώρα οι γλύκες και οι αγάπες σου, μικρέ; Πάνε περίπατο, ε; Χμμ. Ας είναι. Εσύ, πάντως, θα μείνεις εδώ, αλλά όχι ξεχασμένος. Ω όχι, όχι. Απ’ ό,τι βλέπω, έχεις αποκτήσει μερικούς αηδιαστικούς φίλους. Θα κάνετε καλή παρέα, είμαι σίγουρος -έτσι είχε πει μια φορά στον Φέρμαν).
Επί τρεις εβδομάδες ο Τζούνιους Κάουεν κρατούσε φυλακισμένο εδώ τον νεαρό Μιλς, αφήνοντας τα ποντίκια να τον τυραννάνε, να τον τρώνε ζωντανό. Ο Τζούνιους ερχόταν όποτε έπινε και όποτε φρόντιζε να μην καταλάβουν κάτι οι γυναίκες του, και έβλεπε το αποτρόπαιο έργο που ο ίδιος είχε ξεκινήσει να δημιουργεί. Οι γκρίζοι τοίχοι και το βρόμικο δάπεδο βάφονταν με αίμα και ξανθά μαλλιά. Άκουγε, έβλεπε και παρέμενε, όχι απλά απαθής, μα ικανοποιημένος, καθώς τα ποντίκια αποτελείωναν μέρα με τη μέρα τον Φέρμαν.
Ο Τζούνιους παρατήρησε τώρα το ελάχιστο ύφασμα που είχε απομείνει και τα κόκαλα που κάλυπτε. Είδε τις άδειες κόγχες και ψήγματα σάρκας στο κρανίο, τα χέρια και τον κορμό που δεν είχαν φαγωθεί ακόμα. Τα ποντίκια ανεβοκατέβαιναν στο σκελετωμένο κορμί, συρίζοντας, ψάχνοντας για λιχουδιές. Μερικά από δαύτα κυκλοφορούσαν και στο υπόλοιπο «κελί», περνώντας κοντά από τις μπότες του Τζούνιους. Κάτι ανακατώθηκε στο στομάχι του και, για πολλοστή φορά, είχε την παρόρμηση να βγάλει το πιστόλι και να αρχίσει να σκοτώνει τα ποντίκια, αλλά του πέρασε. Δεν άξιζε τον κόπο. Κλότσησε μερικά, όμως, γιατί σαν πολύ τον πλησίαζαν.
Ξανακοίταξε άλλη μια φορά το πτώμα, ό,τι είχε απομείνει από τον Φέρμαν. Οι αλυσίδες ήταν απείραχτες, σε αντίθεση με το κορμί που συγκρατούσαν. Ποιος θα το έλεγε ότι ένας άνθρωπος καταντάει έτσι; Ή ότι είναι έτσι κάτω από το δέρμα;
Είναι νεκρός και πρέπει να εξαφανίσω αυτά τα κόκαλα που άφησε, που αυτά τα ξεμυαλισμένα άφησαν. Για να κλείσει αυτή η υπόθεση μια και καλή, και μη βρω κάνα μπελά. Ναι, αυτό θα κάνω.
Εντέλει αποφάσισε ότι είχε δει όσα ήθελε. Αποφάσισε να φύγει, με σκοπό να επιστρέψει την επομένη, που ήξερε ότι οι γυναίκες του θα πήγαιναν στην πόλη, και, αφού πετούσε στο δάσος τα υπολείμματα του Φέρμαν, θα συμμάζευε το χώρο εδώ κάτω, γιατί είχε μερικά βαρέλια που τα είχε στριμώξει στο σπίτι, αλλά τα οποία θα μπορούσε να τα φέρει στο υπόγειο, εφόσον αυτό θα άδειαζε.
Ο Τζούνιους γύρισε, πάνω που τα σκληρίσματα από τα ποντίκια έγιναν πιο δυνατά, αλλά και τη στιγμή που η σιδερένια πόρτα σφράγιζε στη θέση της. Ο Τζούνιους δυσανασχέτησε, χωρίς ωστόσο να αναρωτηθεί πώς είχε κλείσει η πόρτα. Έπιασε το χερούλι, αλλά αμέσως ούρλιαξε, μιας και τα δάχτυλά του έσφιξαν ένα ζεστό τριχωτό σώμα, ένα ποντίκι. Ένα ποντίκι, σκέφτηκε ο γέρος με αηδία. Έβρισε τον ποντικό και τον χτύπησε με την ανάστροφη της παλάμης του, στέλνοντάς τον στην άλλη άκρη. Ύστερα, έπιασε το χερούλι.
Τότε, όμως, αντιλήφθηκε κάτι άλλο: δεκάδες ενοχλήσεις να διασχίζουν τις μπότες, το παντελόνι και το πουκάμισό του. Ο Τζούνιους έφριξε, καθώς συνειδητοποιούσε τι συνέβαινε: τα ποντίκια ανέβαιναν στο κορμί του. Ο Τζούνιους άρχισε να τα χτυπάει με τα χέρια του, το φανάρι του έπεσε στο δάπεδο και τα πρώτα δαγκώματα δεν άργησαν να πονέσουν τον γέρο. Οι πληγές που άνοιγαν με τα δόντια τους τα τρωκτικά άρχισαν να πληθαίνουν, πριν καν ο γέρος μπορέσει να ξεφορτωθεί δέκα από αυτά. Οι φωνές του γέμισαν το χώρο και τα μάτια του, που ακόμα τα είχε, δάκρυσαν. Σύντομα, τα πόδια του, ξεσκισμένα καθώς ήταν, δεν τον κρατούσαν και γονάτισε. Τα χέρια του και το στήθος του ακολούθησαν, ενώ οι μεθυσμένες φωνές από τα ποντίκια γέμιζαν τα αυτιά του.
Πριν πεθάνει ο Τζούνιους, είδε για τελευταία φορά τον σκελετό του νεαρού. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά του φάνηκε ότι το λειψό από δέρμα δεξί χέρι ήταν σηκωμένο και ο δείκτης στραμμένος προς τον Τζούνιους. Σαν να είχε διατάξει ο Φέρμαν (το πνεύμα του, ίσως;) τα ποντίκια να επιτεθούν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πρόλαβε να δει με το μοναδικό μάτι που του απέμενε πως δύο ποντίκια απομακρύνονταν από κοντά του, περπατώντας στα πισινά τους πόδια. Κουβαλούσαν το καθένα από ένα όπλο του Τζούνιους, ενώ ο σκελετός σήκωνε και το άλλο του χέρι, για να αποκτήσει το μαχαίρι και το πιστόλι του μισοπεθαμένου γέρου.
Το πτώμα του Τζούνιους βρέθηκε μετά από μερικές ώρες, όταν τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειάς του, μαζί με αστυφύλακες, μπήκαν στο υπόγειο -η Έλβι ήταν αυτή που είχε ακούσει τον πυροβολισμό και η μητέρα της της είπε να σπεύσει να φωνάξει την αστυνομία. Ακριβώς απέναντι από τον νεκρό Τζούνιους βρέθηκε και ένα άλλο ξεγυμνωμένο από σάρκα κορμί, που κανείς δεν ήταν βέβαιος σε ποιον ανήκε. Οι αστυφύλακες έδιωξαν τα ποντίκια και, αντίθετα από τις γυναίκες του σπιτιού (που έφυγαν κλαίγοντας), έμειναν να κοιτάζουν με απορία τον σκελετό που κρατούσε ένα μαχαίρι και ένα πιστόλι. Ήξεραν με βεβαιότητα ότι το πιστόλι είχε εκπυρσοκροτήσει, καθώς ο χώρος μύριζε μπαρούτι. Αλλά ποιος μπορεί να είχε πυροβολήσει;
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Πέρσι Μπόιντ γεννήθηκε το 1877 στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, όπου ζει με την αρραβωνιαστικιά του. Εργάζεται ως γιατρός, αλλά από μικρό παιδί αναζητούσε βιβλία με ιστορίες φαντασίας, ως αναζήτηση διεξόδου από τη δύσκολη ζωή που είχε η οικογένειά του.
Τάκης Κομνηνός
——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/ Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/
