Το κορίτσι της γειτονιάς

«Δηλαδή, δεν μπορείς να περάσεις λίγο χρόνο με το παιδί σου;» φώναζε η Μαίρη κρατώντας δυνατά την πόρτα για να μην της την κλείσει στα μούτρα.
«Δεν είναι αυτό, μη φωνάζεις!», ψέλλιζε ο Μάνος από πίσω. «Η Άννα… δεν το ξέρει ακόμα».
«Α! Δεν το ξέρει η γκόμενα… Ναι, συγγνώμη που φωνάζω!»
«Ούτε εγώ δεν το έχω συνειδητοποιήσει, εντάξει; Δώσε μου λίγο χρόνο να το χωνέψω και θα σε πάρω εγώ τηλέφωνο να την φέρεις».
«Θες χρόνο να το χωνέψεις, ε; Εγώ πέρασα πέντε χρόνια μόνη μου να την μεγαλώνω και εσύ δεν μπορείς πέντε λεπτά μαζί της, ρε δειλέ;»
«Κυρία Νίκη, μπείτε μέσα, δεν συμβαίνει τίποτα!» παρακάλεσε την γειτόνισσα από το διπλανό διαμέρισμα. «Ωραία, χάρηκες, έχεις σηκώσει στο πόδι όλη την πολυκατοικία!»
«Μωρέ, το πόδι θα σηκώσω και θα σε βαρέσω στο κεφάλι, ρεζίλι των σκυλιών, πού πήγα και σε βρήκα!», έδωσε μια και έκλεισε αυτή την πόρτα και έφυγε.

Ο Μάνος έμεινε ακίνητος, λουσμένος στον ιδρώτα, να περιμένει να δει αν τους άκουσε η Άννα και ξύπνησε, αλλά δεν την είδε να βγαίνει από το δωμάτιο. Πήγε και έβαλε ένα ποτό και βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο.
«Τι έχεις;»
«Καλά», του έκοψε το αίμα η Άννα και την κοίταξε απότομα. Το μετάνιωσε αμέσως που είπε ψέματα και έμεινε να την κοιτάζει αμίλητος μήπως εκείνη του ανοίξει την κουβέντα.
«Οκ, πάω να κάνω ένα μπάνιο. Ισχύει για το βράδυ;»
«Ναι, αγάπη μου», ξεφύσηξε βαριά μόλις απομακρύνθηκε λες και ήταν η τελευταία του πνοή.

Μια βδομάδα τώρα είχε χάσει τον ύπνο του και τα λογικά του. Εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα η πρώην του στην δουλειά και του ανακοίνωσε ότι έχουν ένα παιδί μαζί. Ένα μικρό κορίτσι. Με τα χίλια ζόρια κρυβόταν τόσες μέρες από την Άννα, τους γονείς του, τους συναδέλφους του. Συμπεριφερόταν αλλιώτικα, μα το απέδιδε στην δουλειά. Δεν μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα. Όχι ότι δεν αγαπούσε τα παιδιά, αλλά δεν περίμενε ποτέ ότι θα είχε παιδί με εκείνη τη συγκεκριμένη γυναίκα. Ο χωρισμός τους ήταν επεισοδιακός. Είχε από καιρό σκεφτεί να την χωρίσει σε δημόσιο μέρος για περισσότερη ασφάλεια, αλλά εκείνη στο άκουσμα της λέξης «χωρίζουμε», όχι μόνο αφήνιασε και πέταξε κάτω όλα τα ποτήρια και τα πιάτα από το τραπέζι, αλλά τα έβαλε και με τους σερβιτόρους, πέταξε την γόβα της και έσπασε την τζαμαρία και άρχισε να τρέχει πάνω κάτω ξυπόλητη και να ουρλιάζει. Ένα σπασμένο ποτήρι βρήκε τον Μάνο στο μάτι και εκείνος έτρεχε να γλυτώσει κρατώντας ενωμένες τις παλάμες του κάτω από το πρόσωπο, ενώ το αίμα έρεε ασταμάτητα . Εν τέλει, πέρασε εκείνο το βράδυ στο νοσοκομείο.

Άλλαξε διεύθυνση, άλλαξε δουλειά και μόλις ένα χρόνο πριν κατάφερε να κάνει πάλι σχέση και να εμπιστευτεί ξανά γυναίκα. Και τι γυναίκα! Στα μάτια του και στην καρδιά του ήταν η τέλεια γυναίκα. Εκείνη που δεν είδε έναν τρομαγμένο, αναποφάσιστο άντρα. Έναν υπερβολικά αδύναμο και αδύνατο άντρα. Δεν την πείραζε η παράξενη εμφάνισή του, δεν την απώθησαν οι ευαισθησίες του. Εκείνη είδε πρώτα τα χαρίσματά του, ακόμα και όσα εκείνος δεν είχε δει ποτέ. Εκείνη η εντυπωσιακή, πληθωρική γυναίκα που απ’ όπου περνούσε τραβούσε όλα τα βλέμματα, κυκλοφορούσε πλέον με ένα ψηλό, καχεκτικό άντρα και δεν την ένοιαζαν οι διαφορές τους. Μάλιστα, εκείνη έγινε η δύναμή του, το στήριγμά του. Πώς να την πληγώσει τώρα; Πώς να της καταστρέψει τα όνειρα που είχαν κάνει για την δική τους οικογένεια; Θα τον ήθελε ακόμα αν ήξερε ότι είχε παιδί με άλλη;

«Με άλλη; Με ποια; Με την τρελή την πρώην του;»
«Σςςς, μη φωνάζεις! Μόνο ανέβα να μιλήσετε!».

Βρόντηξε την πόρτα και μόνο από το βλέμμα της κατάλαβε ο Μάνος ότι ήξερε. Έσφιξε τα δόντια και πήγε κοντά της. Εμπλεχνε τα δάχτυλά του αναμεταξύ τους και ανοιγοκλείνει το στόμα ψάχνοντας να δει πώς θα αρχίσει.
«Η κυρία Νίκη, αν αναρωτιέσαι. Ναι, η κουτσομπόλα η γειτόνισσά μας. Αυτή μου το είπε. Και όχι, δεν με πειράζει το ότι έχεις παιδί, στο ξεκαθαρίζω αμέσως. Με πειράζει που μου το είπε εκείνη και όχι εσύ!»
«Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο. Χίλια δίκια. Χίλια συγγνώμη. Είμαι δειλός, έχει δίκιο και η τρελή. Έχω πανικοβληθεί. Τρέμω, Άννα! Πώς θα ανταπεξέλθω;»
«Δεν θα το μάθουμε αν δεν το δούμε», του έδωσε το σταθερό και περίμενε να τον δει να καλεί την Μαίρη και να κλείνει συνάντηση με το παιδί του.

Το επόμενο Σάββατο μεσημέρι βρέθηκαν στο πάρκο. Η Μαίρη ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να τους αφήσει μόνους τους και να περάσει το βράδυ να την πάρει. Η μικρή είχε τα μεγάλα γαλάζια της μάτια, αλλά ευτυχώς ακόμα μια γλυκάδα στο βλέμμα της. Δεν φαινόταν να της έχει μιλήσει άσχημα για τον μπαμπά της. Ήταν πολύ άνετη και χαρούμενη για την βόλτα τους. Αμέσως έπιασαν την κουβέντα για το σχολείο, για τους φίλους της, το αγαπημένο της φαγητό, τα παιχνίδια που έπαιζε, το γλυκό που λαχταρούσε… Η μικρή σίγουρα είχε πάρει την ευφράδειά της. Αφού έπαιξαν για ώρα, πήγαν για φαγητό και ύστερα για ψώνια. Η Άννα ήταν αγχωμένη για όλα τα δώρα που έκανε απότομα ο Μάνος στο παιδί, αλλά δεν ήθελε να τον αποθαρρύνει. Η μικρή δεν ζήτησε τίποτα από όσα είχε στο κατάστημα, ενώ ο Μάνος κατέβασε όλα τα ράφια, να τα δοκιμάσει όλα και να διαλέξει ποιο της αρέσει πιο πολύ. Όλοι του οι φόβοι είχαν εξαφανιστεί μέσα στις τρεις ώρες που ήταν μαζί της. Μαζί με την Έλενα. Αυτό το μικρό, μαγικό πλάσμα, που μαζί της ξέχασε να είναι χαμένος και μελαγχολικός. Μέχρι και η Άννα χαμογελούσε κρυφά, γιατί ούτε καν εκείνη είχε καταφέρει να τον βγάλει απόλυτα έξω από το καβούκι του.

Το βράδυ γύρισαν στο διαμέρισμά τους κρατώντας αγκαλιά την μικρή που αποκοιμήθηκε στο αμάξι.
«Ήθελα να δει το διαμέρισμα», γκρίνιαξε ο Μάνος και την ακούμπησε απαλά στον καναπέ.
«Κάνε πιο εκεί να την σκεπάσω», είπε χαμηλόφωνα η Άννα και του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε και εκείνος και την πήρε αγκαλιά.
«Πόσο σε ευχαριστώ!».
«Πάντα μαζί, έτσι δεν είπαμε; Σε όλα!»

Η ώρα περνούσε, πήγε δέκα, πήγε έντεκα, πουθενά η Μαίρη.
«Τι ώρα είπε ότι θα έρθει;»
«Δεν θυμάμαι, Άννα μου, κάτσε να την πάρω τηλέφωνο… Παράξενο, δεν χτυπάει. Μήπως είχε πει αύριο;»
«Εννοείς ότι την άφησε να κοιμηθεί εδώ; Από τώρα; Νωρίς δεν είναι; Ρούχα έχει μαζί της;»
«Κάτσε να δω στην τσάντα της. Μμμ… έχει μια αλλαξιά ρούχα, ένα σεντόνι, ένα αρκουδάκι, ένα ποτήρι, μια πετσέτα, να, έχει δύο πιτζαμάκια, πάρε τα, αγάπη μου να τα αφήσεις στο κρεβάτι μας».
«Εδώ έχει όλη της την προίκα, ρε Μάνο! Πάρε την πάλι!».
«Τίποτα. Δεν χτυπάει καν».
«Καλά. Άσε να ξημερωθούμε. Και βλέπουμε», τον πήρε μια αγκαλιά σφιχτή για να μην τον αφήσει να διαλύσει σε κομμάτια.

Την Μαίρη δεν την ξαναείδαν ποτέ. Στο παλιό της σπίτι ρώτησαν και είπαν ότι το ήξεραν το παιδί. Το κορίτσι της γειτονιάς το έλεγαν, γιατί γυρνούσε συνέχεια μόνο του. Δεν τους έκανε εντύπωση που η μάνα του εξαφανίστηκε. Η αστυνομία τους πρότεινε να κάνουν ένα τεστ DNA για να διαπιστωθεί ότι όντως είναι παιδί του. Ο Μάνος κλείστηκε εντελώς στον εαυτό του. Πάλι τυλίχτηκε στο σκοτάδι του και τον κατάπιε η απογοήτευση. Σαν να του έδωσαν την χαρά στο στόμα και να τον έκαψαν με αυτήν. Το τεστ ήταν αρνητικό, η Έλενα δεν ήταν παιδί του.

Πέρασαν μήνες που απλά επιβίωνε. Απλά πήγαινε στην δουλειά και γυρνούσε στο σπίτι του. Έλεγε ναι σε όλα, κουνούσε το κεφάλι, δεν αντιστεκόταν σε τίποτα, μήτε αν κάποιος τον σκουντούσε στον δρόμο, μήτε αν κάποιος του έβαζε τις φωνές στο γραφείο. Ναι σε όλα. Γυρνούσε σαν φάντασμα σε αυτόν τον κόσμο. Μα η Άννα, ο καλός του άγγελος, δεν θα άφηνε την ζωή του να τον προσπεράσει. Είχε ονειρευτεί μια οικογένεια μαζί του και αυτό ακριβώς πάλεψε για περίπου έξι μήνες.

Μια μέρα γύρισε στο σπίτι και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ο Μάνος καθόταν ακριβώς απέναντι στον καναπέ με ένα ποτό που παραλίγο να του εκτοξευθεί από το χέρι. Η Άννα όρμησε μέσα σχεδόν χοροπηδώντας κρατώντας από το χέρι την Έλενα η οποία γελούσε και χόρευε και αυτή. Εκείνος έτριψε τα μάτια του, μα όνειρο έβλεπε ή τον είχε χτυπήσει το ουίσκι; Τον πήραν και οι δύο αγκαλιά και άρχισαν όλοι να χορεύουν. Έκλαιγαν, γελούσαν, ο Μάνος κόντευε να μείνει στον τόπο από την χαρά του.

«Είναι δικιά μας!», του εξήγησε η Άννα τις διαδικασίες που έκανε τόσο καιρό, τις συναντήσεις με τις υπηρεσίες, τα χαρτιά της υιοθεσίας και τον έπιασε γερά από τους ώμους και τον ταρακούνησε να ξυπνήσει, να το συνειδητοποιήσει.
«Μα, έτσι το είχες ονειρευτεί;»
«Ναι, χίλιες φορές, ναι! Όπως μου έκλεψες εσύ την καρδιά, έτσι με μάγεψε και η Έλενα!».
«Εσύ;» έσκυψε στο ύψος της μικρής. «Εσύ, έτσι με ονειρεύτηκες;»
«Και εσένα. Και εσένα», τους έδειξε και του δύο. «Και εμένα να γελάω!», αυτά είπε και έπεσε στην αγκαλιά τους.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading