Η Μάρω έδειχνε να έχει αφοσιωθεί στην δουλειά της. Ήταν μια από τις καλύτερες τεχνίτριες νυχιών της περιοχής. Και ενώ τα χέρια της δούλευαν επιδέξια στα νύχια της κοπέλας, το μυαλό της σχεδίαζε τρόπους να ρίξει την μπηχτή, που μέρες σκεφτόταν. Και η ευκαιρία δόθηκε πολύ εύκολα…
«Έχεις κανέναν Γιώργο, Μάρω μου; Γιορτάζουν σήμερα» είπε η Ξένια.
«Ναι μωρέ, ο γείτονάς μου είναι Γιώργος. Εσύ; Αν θυμάμαι καλά ο κουμπάρος σου Γιώργος δεν λέγεται;» είπε η Μάρω ενώ ήξερε ήδη την απάντηση.
«Όχι, βρε, Αποστόλη τον λένε»
«Αχ, ναι μα πώς μπερδεύτηκα! Ένα μυαλό χειμώνα, καλοκαίρι…» είπε δήθεν τάχα μου τυχαία.
«Μα να σου πω, αυτός ο κουμπάρος σου το ξέρει;» συνέχισε με στόμφο.
«Ποιο να ξέρει;» ρώτησε η Ξένια
«Ότι ο αδερφός του, ξέρεις… Είναι τέτοιος…» είπε η Μάρω με ύφος.
«Μα τι τέτοιος; Τι εννοείς;» ξαφνιάστηκε η Ξένια.
«Τέτοιος μωρέ… Ξέρεις… Που του αρέσουν οι άντρες» είπε περιπαικτικά και αμέσως το μετάνιωσε. Το βλέμμα της Ξένιας την κεραυνοβόλησε. «Εγώ καλέ δεν έχω θέμα! Έχω και γνωστούς μου γκέι. Αλλά ο κουμπάρος σου, πολύ άντρας μας το παίζει, με τα μούσια και το αντριλίκι του. Πάω στοίχημα ότι το ξέρει και τον καλύπτει!» συνέχισε χαιρέκακα.
Η Ξένια είχε μείνει έκπληκτη. Τα τελευταία τρία χρόνια έφτιαχνε τα νύχια της στην Μάρω. Η Μάρω είχε το εργαστήριό της στην είσοδο του πατρικού της σπιτιού, απ’ όπου περνούσαν εκτός από τις κυρίες του χωριού και η οικογένειά της. Δυο τρεις φορές τον χρόνο πήγαινε, είτε για κάποια γιορτή, είτε έτσι για να νιώσει πιο όμορφα και είχαν αποκτήσει κάποια οικειότητα. Είχαν και πολλούς κοινούς γνωστούς. Άλλωστε σε αυτό το νησί, σχεδόν όλοι ήταν γνωστοί ή συγγενείς μεταξύ του.
Τελευταία όμως είχε αρχίσει να ενοχλείται. Όλο κακίες έλεγε για τον έναν και τον άλλο. Πολλά νεύρα είχε και η άλλοτε ανάλαφρη κουβέντα τους είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης με θύματα διάφορους γνωστούς τους.
«Δεν γνωρίζω κάτι σχετικό. Άλλωστε τα οικογενειακά του καθενός είναι δική του υπόθεση» συνέχισε η Ξένια. «Το παλικάρι που λες, μου φαίνεται γλυκύτατο και όσες φορές τον έχω συναντήσει είναι και πολύ ευγενικός.»
«Ναι ρε κούκλα μου, αλλά έχεις δει πώς ντύνεται; Κάνει κρααα από παντού! Και αυτές οι αλυσίδες που φοράει… Τάχα μου ότι είναι μοντέρνος…» είπε γουρλώνοντας τα μάτια της η Μάρω.
«Ξέρεις, εμένα το ντύσιμο του ανθρώπου ποτέ δεν με πείραξε. Η συμπεριφορά όμως από την άλλη, μετράει πολύ περισσότερο…» συνέχισε η Ξένια που ήθελε με τον τρόπο της να της πει να σταματήσει αυτή την κουβέντα.
«Εμένα Ξένια μου με ενοχλεί η υποκρισία!» είπε τονίζοντας συλλαβιστά τις τελευταίες λέξεις που έλεγε. «Να μου το παίζεις ιστορία και από πίσω να έχεις έναν αδελφό που είναι… κυρία!» είπε χαζογελώντας με το στιχάκι που σκάρωσε. «Κάτι τέτοιοι χαλάνε την πιάτσα. Και αύριο μεθαύριο παντρεύονται, κάνουν οικογένεια και το γλεντάνε κρυφά με άλλους πισwγλέντηδες» συνέχισε όλο κακία.
«Σε πολλές περιπτώσεις Μάρω, να ξέρεις πως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι και εκείνοι που αποδέχονται την κατάσταση τελευταίοι. Όπως και να έχει, θα ήθελα να μην ξαναγίνει αυτή η κουβέντα. Τι σου οφείλω;» είπε τώρα κοφτά η Ξένια.
«Καλά ντε, δεν σε θίξαμε κιόλας!» είπε αναιδέστατα η Μάρω και πήρε τα χρήματα.
Βγαίνοντας από την πόρτα, η Ξένια υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι δεν θα ξαναγύριζε εκεί. Το βλέμμα της σταμάτησε στον αδελφό της Μάρως. Ένα ψηλόλιγνο παλικάρι που του άρεσε πολύ να ντύνεται πολύχρωμα και που ακόμα δεν είχε κυκλοφορήσει με καμία κοπέλα στο νησί, παρά τα εικοσιπέντε του χρόνια. Χαμογελούσε στην αντανάκλασή του στον καθρέφτη χορεύοντας στους ρυθμούς του πιο γνωστού ποπ τραγουδιού της eurovision. Μόλις την είδε κοκάλωσε. Ντράπηκε και χαμήλωσε το βλέμμα. Εκείνη τον χαιρέτησε με ένα χαμόγελο και από μέσα της του ευχήθηκε καλή τύχη στην ζωή του…
Άρτεμις Γ.Κ.
