«Σταμάτα να κλαις, ρε πουλάκι μου!»
«Δεν μπορώ!»
«Ρε ψυχούλα μου, φτάνει!»
«Δεν αντέχω ρε σεις άλλο! Τόσος καιρός χαμένος! Όλα τα έχω δει… Όλα τα έχω ανεχτεί… Δεν μπορώ!»
«Το ξέρουμε…»
«Αφού το ξέρετε, αφήστε με να κλαίω! Ενοχλώ κανέναν; Δεν ενοχλώ!».
Η Χλόη άφησε το ποτήρι, το οποίο κρατούσε πολύ σφιχτά, στο μπαρ δίπλα της και σπάραξε στο κλάμα. Το σώμα της τρανταζόταν από τα βουβά αναφιλητά. Δεν την ενδιέφερε το μέρος. Δεν την ένοιαζε ο κόσμος γύρω της. Την ένοιαζε ο δικός της κόσμος που κατέρρεε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.
«Ρε αγάπη μου…», της είπε η αδερφή της και της χάιδεψε απαλά την πλάτη.
«Άσε με! Εσείς ξέρετε πόσο πολύ έχω βασανιστεί. Εσείς ξέρετε πόσο πολύ έχω προσπαθήσει. Μετά από τόσο καιρό και τόόόόόσο πόνο, βρήκα να…»
«Ρε συ, σταμάτα! Δεν μπορούμε να σε βλέπουμε έτσι! Η αδερφή σου καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο! Δεν την λυπάσαι; Πάρε και αυτό να σκουπιστείς! Έχουμε και τον άλλον πίσω σου που μας ρουφάει την ψυχή! Όλοι εδώ μέσα πεθαίνουν για κουτσομπολιό!», είπε η Λίνα η κολλητής της αδερφής της.
«Δεν με νοιάζει ο πίσω, κορίτσια! Χeσμέν0 τον έχω. Συγγνώμη αδερφούλα μου! Ο άλλος με νοιάζει…», είπε και συνέχισε να κλαίει.
«Καλά, ο άλλος κοσμάρα! Κοίτα τον πάλι με αυτή την κοντή ασχολείται!»
«Ρε Λίνα!», είπε η Μάρα και αμέσως κοίταξαν τη Χλόη που έσκυψε το κεφάλι.
Αυτή η στιχομυθία των κοριτσιών, την διέλυσε. Με το που έσκυψε το κεφάλι, τα δάκρυά της ανεξέλεγκτα. Ένιωθε το σώμα της να διαλύεται και δεν έκανε καμία κίνηση να φύγει μακριά. Βιδωμένη στο ίδιο σημείο. Να μην τον βλέπει. Να μην του μιλάει. Το μόνο που ήθελε ήταν να κλαίει. Εκείνη τη στιγμή αυτό είχε ανάγκη. Να κλαίει…
«Χλόη! Έρχεται…», είπε η Λίνα, μα η Χλόη δεν έκανε καμία κίνηση να σηκώσει το κεφάλι της και να τον δει.
«Κοριτσάρες μου! Να πιούμε!», είπε και άπλωσε μπροστά στη σκυμμένη Χλόη ένα ποτήρι. Καμία αντίδραση.
«Ρε Νίκο, άστη! Έλα να πιούμε εμείς!», είπε η Μάρα μπας και ξεκολλήσει ο άλλος από την αδερφή της.
«ΟΧΙ! ΧΛΟΗ!», της φώναξε και η φωνή του καρφώθηκε στην καρδιά της Χλόης σαν σφαίρα.
«Βρε μaλaκa, τι δεν καταλαβαίνεις; Άφησέ τη!», του είπε η Λίνα μα ο Νίκος παράτησε τα ποτήρια που κρατούσε και σήκωσε ψηλά το πηγούνι της Χλόης. Εκείνη δεν άνοιξε τα μάτια της. Στο άγγιγμά του παρέλυσε και συνέχισαν τα δάκρυά της να τρέχουν ποτάμι. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ήταν δίπλα της. Την έκλεισε στην αγκαλιά του και εκεί η Χλόη παραδόθηκε. Τον έσφιξε πάνω της και χαλάρωσε. Πρώτη φορά. Σταμάτησε το σώμα της να τραντάζεται από το κλάμα και η Λίνα με την Μάρα την χάιδεψαν απαλά στην πλάτη.
«Πάμε!», της είπε εκείνος και την έπιασε από το χέρι.
Μόλις πέρασαν την πόρτα και βγήκαν στον καθαρό αέρα, ο Νίκος βρήκε ένα πεζούλι και την έβαλε να καθίσει. Η Χλόη έκλαιγε και έτρεμε ολόκληρη.
«Έρχομαι!», της είπε και εξαφανίστηκε από μπροστά της. Με αστραπιαία ταχύτητα βρέθηκε ξανά κοντά της κρατώντας μια αθλητική ζακέτα και ένα παγούρι νερό. Έριξε τη ζακέτα του πάνω της και της έδωσε το παγούρι του.
Η Χλόη άρχισε να κλαίει ακόμα πιο έντονα.
«Ει… Ψυχή μου… Γιατί;», τη ρώτησε και έκατσε δίπλα της πιάνοντάς της το χέρι.
«Μου το κάνεις ακόμα πιο δύσκολο!». Σπαραγμός.
«Εγώ; Γιατί;»
«Γιατί μου έφερες τη ζακέτα και το παγούρι σου! Με έβγαλες έξω! Είσαι εδώ μαζί μου!»
«Χλόη μου! Χλόη μου! Κοίτα με!». Τα γαλάζια μεν, κατακόκκινα δε μάτια της, καρφώθηκαν στα δικά του. Έλιωσε η Χλόη σαν βούτυρο. Εκείνος της σκούπισε τα μάτια και την αγκάλιασε.
«Δεν θέλω να κλαις!», της είπε και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού.
«Δεν έχω άλλη επιλογή πια!», ξεστόμισε αφιλτράριστα. Παύση.
«Να ρωτήσω ή θα αρχίσεις να μιλάς;», την ρώτησε κρατώντας τη σφιχτά. Η Χλόη άρχισε πάλι να κλαίει στην ασφάλεια της αγκαλιάς του.
«Κοριτσάκι μου! Γιατί; Γιατί;»
«Γιατί σε γουστάρω τόσο πολύ όλον αυτόν τον καιρό και εσύ με φτύνεις! Για αυτόόόό!», έλεγε με διακοπές από το κλάμα. Ο Νίκος την απομάκρυνε λίγο από την αγκαλιά του και κοίταξε τα κλαμένα μάτια της.
«Μη με κοιτάάάάς! Τόσο καιρό προσπαθώ να σε κερδίσω και πέφτω σε τοίχο. Από την αρχή ήξερες πώς ένιωθα! Δεν είσαι χαζ0ς, αλλά πλέον δεν αντέχω! Σε θέλω μόνο για μένα. Δεν μπορώ αλλιώς! Τα κορίτσια το ξέρουν… Ό,τι έχω κάνει, το έχω κάνει για σένα! Δεν υποφέρεται άλλο. Δεν θέλω να είμαι μακριά σου. Θέλω να σε βλέπω. Να σου μιλάω συνέχεια. Να σε αγγίζω. Συγνώμη Νίκο… Συγνώμη…!».
Τρανταζόταν όλο της το κορμί και πλέον το κλάμα της δεν ήταν βουβό. Όσο ο Νίκος την έσφιγγε στην αγκαλιά του, τόσο η Χλόη έκλαιγε.
«Νί – Νί – Νίκο μου… Συγνώμη!», έλεγε και ξαναέλεγε.
«Γιατί ψυχούλα μου; Γιατί;»
«Γιατί με βλέπεις σαν φίλη και εγώ όχι και έριξα μια και κατέστρεψα την όμορφη σχέση που έχουμε…». Και δώσε κλάμα η Χλόη. Ο Νίκος όμως την ξεκόλλησε λίγο απότομα από την αγκαλιά του και την κοίταξε ξανά στα μάτια.
«Ορίστε; Ποιος σου είπε εσένα ότι σε βλέπω σαν φίλη;», την αφόπλισε.
«Τι;»
«Ποιος σου είπε εσένα ότι σε βλέπω σαν φίλη;»
«Εσύ;!»
«Πότε;»
«Όταν σου είπα πώς ένιωθα…»
«Χλόη…»
«Τι; Δεν μου είπες ότι εμείς δεν…»
«Σου είπα ότι εμείς δεν, επειδή είναι έτσι η κατάσταση. Δεν σου είπα ότι εμείς δεν, επειδή σε βλέπω σαν φίλη…»
Η Χλόη σταμάτησε, μετά από πολλές ώρες, να κλαίει και σκούπισε τα μάτια της κοιτάζοντάς τον με απορία.
«Καλά ρε χαζ0, κάθεσαι και κλαις επειδή νομίζεις ότι σε βλέπω σαν φίλη; Είναι δυνατόν να πιστεύεις κάτι τέτοιο; Φίλες μου είναι η Μάρα και η Λίνα. Εσύ όχι. Με τις φίλες μου βρίζομαι, ξεφτιλίζομαι κλπ. Με εσένα παθαίνω κοκομπλόκο. Θέλω να σου τραβάω συνέχεια την προσοχή. Θέλω να σε πειράζω. Να σου μιλάω. Θέλω όποτε σε κοιτάω να σε βλέπω να με κοιτάς. Θέλω να κάνω να γελάς. Να σε κάνω να θυμώνεις. Θέλω να… αχ πώς μου το είχες πει τότε; Περίμενε! Αχ… Ναι! Θυμήθηκα! Θέλω να συνεχίσεις να χάνεις τα λογικά σου και να σου κόβονται τα πόδια όποτε σε πλησιάζω γιατί το ίδιο νιώθω και εγώ…»
«Ορίστε;»
«Τι ‘ορίστε’ μωρέ; Έπρεπε να μου μιλήσεις. Αυτό κάνουμε πάντα εμείς! Μιλάμε. Και ό,τι προκύπτει, το λύνουμε. Αφού θέλουμε ο ένας τον άλλον…»
«Ε;»
«Χλόη! Συγκεντρώσου! Δεν σε βλέπω σαν φίλη, απλά δεν μπορούμε εμείς να… γιατί είμαστε εμείς. Ο αλήτης και το καλό κορίτσι. Έτσι δεν λες;»
«Έτσι λέω, ναι!»
«Είμαι ο αλήτης και είσαι το καλό κορίτσι. Το δικό μου καλό κορίτσι! Δεν μπλέκουν αυτά τα δυο. Είναι σκέτη καταστροφή! Το ξέρεις…»
«Το ξέρω…». Η Χλόη έσκυψε το κεφάλι.
Ο Νίκος την σήκωσε από το πεζούλι και την έβαλε να καθίσει στην αγκαλιά του.
«Σε θέλω Χλόη όσο και εσύ!». Η Χλόη τον κοίταξε στα μάτια και ξαφνικά τα δικά της γέμισαν δάκρυα ξανά.
«Όχι! Μη μου κλαις! Εμείς… Αχ, με καταστρέφεις!». Την έπιασε από το κεφάλι και τη φίλησε με πάθος. Η Χλόη έπλεξε τα χέρια της γύρω του. Το πρώτο φιλί. Εκείνο το αβίαστο μα αχόρταγο. Το ‘περίμενα τόσο καιρό για αυτό’ φιλί. Το ‘σε θέλω όσο εσύ αλλά…’ φιλί. Το φιλί του αλήτη και του καλό κοριτσιού.
«Αυτό το ήθελα καιρό…», είπαν και οι δύο με μια φωνή ταυτόχρονα μόλις ξεκόλλησαν τα χείλη τους. Γέλασαν και αγκαλιάστηκαν σφιχτά.
«Αυτό το φιλί θα με διαλύσει, Χλόη, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Δεν σε βλέπω σαν φίλη. Σε θέλω. Όσο εσύ και από την πρώτη στιγμή, όπως ακριβώς και εσύ. Εμείς όμως…»
«Είμαστε σκέτη καταστροφή! Το ξέρω…»
«Για αυτό τον λόγο θέλω να έχουμε τη σχέση που έχουμε τώρα. Για να μπορώ να σε έχω με έναν τελείως άδοξο τρόπο στη ζωή μου! Χλόη μου… Ψυχή μου… Καρδιά μου…».
Η Χλόη ξεκόλλησε από την αγκαλιά του. Έβαλε τα χέρια της στα μάγουλά του και τον έφερε κοντά της. Τόσο κοντά της που τα χείλη της ακουμπούσαν τα δικά του.
«Νίκο μου…», του ψιθύρισε κρατώντας την ανάσα της.
Τη φίλησε ξανά. Βαθιά. Ολοκληρωτικά. Παντοτινά. Ένα φιλί με πάθος. Λαχτάρα. Προσμονή. Ένα φιλί με αγάπη. Κατανόηση. Ένα φιλί με πόνο κρυφό.
«Τώρα ξέρεις…», της είπε και άφησε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη της.
«Είμαστε απλά εμείς…»
«Και θα είμαστε εμείς μέχρι να έρθει η στιγμή μας!».
Τον φίλησε το μέτωπο με όση αγάπη είχε μέσα της και σηκώθηκε από την αγκαλιά του.
«Πάμε μέσα!» του είπε και του έδωσε το δικό της χέρι αυτή τη φορά. Μόλις έκλεισε το χέρι του στην παλάμη της έγινε ξανά ο αλήτης και το καλό κορίτσι.
Χαλάλι… Το ‘εμείς’ τους είναι δυνατότερο και το ήξεραν και οι δυο…
Κατερίνα Μοχράνη
