Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι ακούγοντας τη βαριά πόρτα της κάμαρας ν’ ανοίγει και την Όλγα να βγαίνει και να προχωράει προς το μέρος τους. Η Ελένη, η μικρότερη εγγονή της, πλησίασε διακριτικά να την πιάσει απ’ το χέρι, να την βοηθήσει, μα η Όλγα με μια απότομη κίνηση απόδιωξε το χέρι της. Με αργά, σταθερά βήματα και με το κεφάλι της πάντα ψηλά, στάθηκε μπροστά στο ξύλινο τραπέζι κι έκανε σε όλους ένα νεύμα να καθίσουν. Κάθισε και κείνη και έκανε ένα γύρο με το σκληρό σαν ατσάλι βλέμμα της. Ήθελε να βεβαιωθεί πως ήταν όλοι εκεί, πως κανείς τους δεν κιότεψε και πως είχε την απεριόριστη προσοχή τους.
-Σήμερα έθαψα τον Λιά μου. είπε με δυνατή και τραχιά φωνή. Το σκυλί, ο γιος του Φραγκόγιαννη, τον ξέκαμε πισώπλατα, για τρία στρέμματα γης. Για τρία στρέμματα γης, δυο μέτρα παλικάρι φυτεύτηκε στο χώμα! χτύπησε το χέρι στο τραπέζι, αταίριαστα δυνατά για το ισχνό κορμί της
-Μάνα… ψέλλισε ο Λάμπρος, ο δεύτερος γιος της, που καθόταν στην καρέκλα δεξιά της
Του έριξε ένα βλέμμα σαν να του έλεγε να σωπάσει κι εκείνος κατέβασε τα μάτια με σεβασμό.
-Δυο παλικάρια και μια κόρη, την ξακληροσπορά μου, τη Μαρία, ανέθρεψα. Και θα ‘καμα κι άλλα παιδιά αν ο άντρας μου δεν πέθαινε νέος. Και τα μεγάλωσα και τα τρία σαν άντρες! Όπως πρέπει σε κάθε Μανιάτη, σε κάθε Μανιάτισσα. Και βγήκαν στην κοινωνία σωστοί κι άξιοι άνθρωποι. Τόσα χρόνια καταφέραμε να μείνουμε μακριά από γδικιωμούς, γιατί πάππου προς πάππου η οικογένειά μας ήταν σεβάσμια απ’ όλους. Δεν σας μεγάλωσα με μίσος. Δεν σας μεγάλωσα με κακία. Σας μεγάλωσα με αξιοπρέπεια και περηφάνεια. Σε τούτη εδώ τη γεροντική, ήρθατε εδώ, οι απόγονοί μου, γιατί όλοι ξέρουμε πως ο Λιάς δεν μπορεί να μείνει αγδίκιωτος. Θα παρθεί εκδίκηση για το τίμιο αίμα του. Και θα παρθεί τώρα, που το σώμα του είναι ακόμη ζεστό. Σερνικά πολλά ο Θεός δεν μου έδωκε. Δυο γιους μονάχα… ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της και σταμάτησε να μιλά για λίγο, μα σύντομα συνέχισε. Δυο γιους, μια κόρη και τρεις εγγόνες. Βγαλτός θα είσαι εσύ, Λάμπρο. Εσύ θα πάρεις το αίμα της οικογένειάς μας πίσω. Ίσα με τον Λιά μας ποιος να ‘ναι; Κανείς τους! Τα σκυλιά! Όλους θα τους εξεκάμουμε! Και τον Γιάννη, το δολοφόνο και τον πατέρα του, τον άτιμο τον Φραγκόγιαννη. Κι ας εμείνουν πίσω μόνο τα θηλυκά. Ετούτο τους αξίζει.
-Για τον Λιά μάνα… Να ησυχάσουν τα ποθαμένα του. Για τον Λιά! είπε βουρκωμένος ο Λάμπρος κι ακούμπησε με σεβασμό το χέρι της μάνας του πάνω στο τραπέζι
-Σύρε Ελένη και πε του παπά να χτυπήσει τις καμπάνες. Να ξέρουν οι Φραγκογιάννηδες κι όλη η Μάνη πως είμαστε πια οχτροί και θα γδικηθούμε για το θάνατο του Λιά μου.
Για λίγο έμειναν όλοι παγωμένοι να κοιτούν με δέος την Όλγα, που με χαραγμένο τον πόνο στο πρόσωπό της, δεν είχε ρίξει ούτε δάκρυ απ’ τη στιγμή που έμαθε ότι ο πρωτότοκος γιος της έφυγε απ’ τη ζωή. Σαν να είχε στραγγίξει από αίμα, μα έμενε εκεί ακόμη αγέρωχη, καπετάνισσα σωστή κι απαιτούσε εκδίκηση, θαρρείς και θα μπορούσε έτσι να ημερέψει η ψυχή της απ’ τον άδικο και πρόωρο χαμό του γιου της.
Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και χωρίς να πει τίποτα άλλο, αποσύρθηκε με συρτά κι αργά βήματα στην κάμαρή της.
Κανείς τους δεν είπε λέξη, ούτε ο Λάμπρος, ούτε η Μαρία, η αδερφή του, ούτε οι τρεις κόρες της, οι εγγόνες της Όλγας. Ούτε καν η Θεοχάρη, η γυναίκα του Λιά, που έστεκε όρθια κι αμίλητη στην άκρη της σάλας, κρατώντας τη φουσκωμένη κοιλιά της, θρηνώντας αθόρυβα το χαμό του αντρός της. Όλοι γνώριζαν καλά πως έτσι έπρεπε να γίνει και πως στη δική τους περίπτωση δεν θα έριχναν σκαρφιά (κλήρο) για το ποιος θα έπαιρνε εκδίκηση. Ήταν δουλειά του Λάμπρου, του μόνου σερνικού της οικογένειας, να ξεπλύνει το αδικοχυμένο αίμα.
Η Ελένη, έφυγε τρέχοντας, να κάμει το θέλημα της γιαγιάς της, να μηνύσει του παπά να χτυπήσει τις καμπάνες, να μάθουν όλοι για τον πόλεμο που ξεκινούσε και οι υπόλοιποι αποσύρθηκαν αθόρυβα, ν’ αφήσουν μόνο του τον Λάμπρο, που του έλαχε να είναι αυτός που θα έπρεπε να σηκώσει όπλο και να σκοτώσει τον δολοφόνο του αδερφού του.
Όταν έφυγαν όλοι απ’ τη σάλα, ο Λάμπρος έβαλε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του κι έκλεισε τα μάτια. Δεν ήταν που φοβόταν, θεριό ανήμερο ήταν. Δεν ήταν που λυπόταν τον Φραγκόγιαννη, του άξιζε να πεθάνει σαν σκυλί. Δεν ήταν που ένιωθε μόνος που ήταν το μόνο σερνικό κι έπρεπε το αίμα να ποτίσει τα δικά του χέρια. Ήταν που πριν γενούν όλα αυτά, ήθελε να μηνύσει στη μάνα του πως αγαπούσε την Παρασκευούλα, τη μικρότερη κόρη του Φραγκόγιαννη κι ήθελε να της στείλουν προξενιά. Ήταν που είχε λαβωθεί η καρδιά του απ’ τη ματιά αυτής της μικρής γαλανομάτας νεράιδας. Ήταν που τα βράδια την ονειρευόταν κι ήθελε να την κάμει γυναίκα του. Ήταν που κρυφά εκείνη την Κυριακή μετά την λειτουργία της εκκλησίας, της είχε δώσει μια κόκκινη παπαρούνα κι εκείνη είχε κατεβάσει το κεφάλι στο χώμα. Και τώρα χάλασαν όλα… Όλα! Γιατί “των κείνων ρήμασι πειθόμενοι” που λέγαν από πάντα στην πατρίδα του, που σήμαινε πως το χρέος είναι ψηλότερα απ’ τα αισθήματα, ψηλότερα κι απ’ την ίδια τη ζωή. Και ήταν χρέος του να εκδικηθεί. Ήταν δικό του χρέος!
Τις σκέψεις του διέκοψε ο ήχος της καμπάνας.
-Καταραμένε! ούρλιαξε και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του απότομα. Σκύλε! φώναξε και βγήκε φουριόζος από το σπίτι
Κική Γιοβανοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Γδικιωμός – 1”
[…] Προηγούμενο […]