Γδικιωμός – 2

Προηγούμενο

Ο γδικιωμός για τους Μανιάτες δεν ήταν μόνο εκδίκηση, ήταν αποκατάσταση και τιμωρία μιας αδικίας και “ο φιλότιμος άντρας δεν χαρίζει το δίκιο του”, έτσι έλεγαν. Κι ο Λάμπρος, το μόνο σερνικό πια των Κατσουλέων, έπρεπε να τιμωρήσει αυτόν που τόσο άδικα αφαίρεσε τη ζωή του αδερφού του. Κι αν δεν τα κατάφερνε εκείνος, θα το έκανε ο ξάδερφος, ο θείος, όποιο αρσενικό της οικογενείας έμενε ζωντανό. Ήταν θέμα τιμής, ήταν θέμα δικαιοσύνης.

Μετά τα τριήμερα, μετά τα σκληρά μοιρολόγια όλων των γυναικών, ο Λάμπρος πήρε το άλογό του κι έφυγε προς το βουνό. Λίγο μετά τη γεροντική, τότε που η Όλγα, η μάνα του, του έδωσε εντολή να ξεπλύνει την ντροπή με το αίμα του δολοφόνου, τους μήνυσαν πως τα σερνικά της οικογένειας του Φραγκόγιαννη έφυγαν νύχτα απ’ την περιοχή. Έψαξε παντού τριγύρω με τα ξαδέρφια του, μα δεν βρήκε ίχνος τους. Η Όλγα μαινόμενη καταριόταν για τη δειλία τους και όρκιζε τον Λάμπρο να τους βρει και να πάρει εκδίκηση. “Λαγόκαρδοι! Δειλοί! Καταραμένοι!” φώναζε κι όλοι στέκονταν δίπλα της με τα κεφάλια κατεβασμένα. “Να ζαλωθείς το σαρμά, να κυνηγήσεις το φονιά, να γδικιωθεί το δίκιο μας!” του έλεγε κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. Έπρεπε να τους βρει! Έπρεπε να πάρει το αίμα τους πίσω! Αλλά πού ήταν οι άτιμοι;

Είχε σουρουπώσει πια, όταν ο Λάμπρος έδεσε το άλογό του και κάθισε σ’ ένα βράχο να σκεφτεί. Να σκεφτεί πού αλλού να ψάξει, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει. Να σκεφτεί τον αδικοχαμένο αδερφό του, την Θεοχάρη, που έγκυος μαυροντύθηκε και θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα το παιδί τους. Να σκεφτεί τη χαροκαμένη μάνα του, το σχεδόν έρμο από σερνικά σπιτικό τους. Να σκεφτεί πως έπρεπε να πάρει απόφαση πως η Παρασκευούλα δε θα γινόταν ποτέ γυναίκα του, πως η ζωή του είχε παίξει σκληρό παιχνίδι.

Βαθιά χαμένος στις σκέψεις του ήταν, όταν τον ταρακούνησε ένα σύρσιμο από ξερά φύλλα πίσω του. Άρπαξε το ντουφέκι, όπλισε και γύρισε απότομα, όταν είδε μια μαυροντυμένη φιγούρα να βγαίνει απ’ τα ψηλά χόρτα. Κόπηκε η αναπνοή του, όταν κατάλαβε πως αυτή η μικροκαμωμένη σκιά ήταν της Παρασκευής, της Παρασκευούλας του.

-Μη ρίξεις! του ψιθύρισε

-Τι κάνεις εδώ μέσα στη νύχτα;

-Εσένα γύρευα.

-Τι θέλεις Παρασκευή; Αν σε δει κανένα μάτι, θα…

-Τι θα; Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί; Κατέβασε το τουφέκι, θέλω να σου μιλήσω. του είπε σχεδόν παρακαλετά και απαλά άγγιξε την κάνη του όπλου, στρέφοντάς την προς το χώμα

-Έλα κατά δω… της είπε και την έπιασε απαλά απ’ το μπράτσο, τραβώντας την δίπλα στα ψηλά χόρτα, μην τους δει κανένα μάτι

-Λάμπρο… ξέρω το κακό που έκαμε ο αδερφός μου. Δίπλα τους ήμουν όταν ορκίστηκε στο μουστάκι του στον Λιά, γι’ αυτό το κτήμα. Δεν ξέρω ποιος διάολος τον καβάλησε και γιατί το έκανε, γιατί τον σκότωσε. Βλέπω και τη Θεοχάρη, με την κοιλιά στο στόμα και δεν τολμώ να την κοιτάξω. Έχω κλειστεί στο σπίτι να μη… 

Το βλέμμα του Λάμπρου μαλάκωσε ακούγοντας τα λόγια της. Για μια στιγμή πήγε να της αγγίξει το χέρι παρηγορητικά, μα αμέσως το μετάνιωσε.

-Δε φταις εσύ Παρασκευή για ό,τι έκανε ο αδερφός σου. Κανείς δεν θα ξεσπάσει πάνω σου την οργή του, δεν χρειάζεται να…

-Ξέρω Λάμπρο. Ξέρω πως στους γδικιωμούς δεν πειράζουν τις γυναίκες, μα ντρέπομαι! Ντρέπομαι για το κακό που έκανε αναίτια η οικογένειά μου. Ντρέπομαι τη μάνα σου, ντρέπομαι την Θεοχάρη, ντρέπομαι όλη την οικογένειά σου. Ντρέπομαι εσένα Λάμπρο… κατέβασε το βλέμμα της να κρύψει τα δάκρυα που είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στα μάτια της

Λύγισαν τα πόδια του Λάμπρου. Έμοιαζε τόσο μικρή, τόσο απροστάτευτη. Το μόνο που ήθελε ήταν να την πάρει στην αγκαλιά του και να της ορκιστεί πως κανένας δεν θα την πειράξει, πως δεν πρέπει να φοβάται, πως δεν είναι δική της δουλειά να ντρέπεται. Ήθελε τόσα να της πει, μα δεν του έπρεπε να κάνει τίποτα απ’ αυτά.

-Γύρνα στο σπίτι σου Παρασκευή κι άσε τους άντρες να κάνουν αυτά που πρέπει να κάνουν… της είπε μόνο

-Η μάνα μου… η μάνα μου λέει να έρθει να ζητήσει ψυχικό απ’ τη δική σου… του είπε δειλά και χωρίς να τον κοιτάζει.

-Άδικος κόπος Παρασκευή. Η Όλγα Κατσουλέα, δεν θα δεχτεί να δώσει συγχώρεση για το χαμό του Λιά. Αλλά ακόμη κι έτσι, εμείς… εσύ κι εγώ… θέλω να πω…

Η Παρασκευή σήκωσε το βλέμμα της και το κόλλησε στο δικό του, περιμένοντας τη συνέχεια της φράσης του. Μια συνέχειας που δεν δόθηκε, γιατί ο Λάμπρος πέταξε με οργή μια πέτρα που κρατούσε, προς την αντίθετη κατεύθυνση και της ζήτησε μαλακά να φύγει. Η ιστορία αυτή δεν είχε επιστροφή και το ήξεραν κι οι δυο καλά.

Ο Λάμπρος ήξερε πως η μάνα του δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί ψυχικό. Δεν υπήρχε περίπτωση να συγχωρέσει αυτόν που στέρησε τη ζωή του πρωτότοκού της. Δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσει πριν πληρώσουν οι αίτιοι. Κι η πληρωμή αυτή γινόταν μόνο με αίμα.

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Γδικιωμός – 2”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading