Η νεαρή κοπέλα την φίλησε σταυρωτά και άφησε στα χέρια της ένα κουτί γλυκά τυλιγμένο με κόκκινη κορδέλα. Χαμογελώντας πλατιά την ακολούθησε στην κουζίνα για να την βοηθήσει να στήσει το τραπέζι για το δείπνο. Ο Πέτρος τις παρακολουθούσε να φέρνουν έξω τα πιάτα με το ψητό, τις σαλάτες και τα ποτήρια με το κρασί. Έκατσαν και έφαγαν μαζί της, άνοιξαν το πακέτο με τα παστάκια, συζήτησαν πίνοντας λευκό κρασί και στο τέλος της βραδιάς, η Έλενα την ευχαρίστησε εγκάρδια και έφυγε χαμογελώντας ακόμη.
«Όχι», ήταν η απάντηση της μητέρας του.
«Είναι υπέροχη κοπέλα, με αγαπάει, με νοιάζεται, είναι δίπλα μου σε όλα. Γιατί;»
«Είναι φτερό στον άνεμο», δήλωσε εκείνη και εκεί τελείωσε η κουβέντα.
Δεν υπήρχε περίπτωση η Βασιλική να δεχτεί ποτέ τέτοια γυναίκα δίπλα στον γιο της. Ούτε κατά διάνοια δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις. Δίπλα του έπρεπε να είναι μια γυναίκα που να της μοιάζει, να περπατά και να τρίζει το σύμπαν, όχι αυτό το αέρινο πλάσμα που ένα φου να της έκανε θα σωριαζόταν κάτω. Μια γυναίκα με άποψη και πυγμή, δυνατή και ανεξάρτητη, να μπορεί να στηρίξει τον γιο της στις δυσκολίες της θέσης του. Να μπορεί να τον φτάσει ψηλά, όχι να στηρίζεται πάνω του. Αυτή η κοπέλα ήταν τόσο απαλή σαν λιωμένο βούτυρο.
«Φτερό στον άνεμο», σκεφτόταν ξανά και ξανά πώς θα καταφέρει να ξεκόψει αυτόν τον δεσμό, που όσο περνούσε ο καιρός τον έβλεπε να γίνεται πιο δυνατός. Ήθελε από καιρό να αφήσει τα ινία της εταιρείας στον γιο της για να ξεκουραστεί. Από τότε που πέθανε ο τελευταίος της σύζυγος, δούλευε χωρίς σταματημό. Είχε όλη την ευθύνη της εταιρείας που της άφησε πάνω της, όλες τις αποφάσεις, τις συναντήσεις, τις υπογραφές, τις ατελείωτες ώρες πίσω από έναν υπολογιστή, την συναναστροφή με υπαλλήλους και συνεργάτες.. Κουράστηκε τόσα χρόνια. Και της ήρθε η ιδέα! Θα άλλαζε την διαθήκη της και θα έβαζε νέους όρους. Αν δεν ήθελε ο γιος της, ας μην δεχόταν. Θα πουλούσε την εταιρεία, θα έπαιρνε όλο το μερίδιο δικό της και θα έμενε ο καθένας με τις επιλογές του.
Ο Πέτρος έμεινε ακίνητος και σιωπηλός. Η μητέρα του έβγαλε άλλο ένα τσιγάρο και το άναψε. Περίμενε την απάντησή του. Ανακάτεψε το ποτό της και ήπιε μια μικρή γουλιά. Εκείνος κατέβασε μονορούφι το ουίσκι και έφυγε από το γραφείο της. Όταν έκλεισε η πόρτα, χαμογέλασε ικανοποιημένη. Η απόφασή της ήταν ξεκάθαρη. Ο γιος της θα κληρονομούσε την περιουσία της, αφού παντρευόταν μια γυναίκα η οποία θα έπρεπε οπωσδήποτε να έχει την ανάλογη περιουσία που αντιστοιχούσε σε αυτόν.
Δεν ήξερε τι να πει στην Έλενα, πώς να λύσει αυτό το πρόβλημα. Ευχόταν να είχε κρυφούς πόρους, μα δεν έφτανε να πουλήσει το αυτοκίνητό του, δεν είχε τίποτα άλλο στο όνομά του. Η οικογένειά της ήταν απλοί και εργατικοί άνθρωποι, δασκάλα η μαμά της και ο μπαμπάς της από μικρός στην οικοδομή. Τα αδέρφια της ήταν ακόμα στο σχολείο, όλα καλά παιδιά, με ευγένεια και τρόπους. Πίστευε ότι η ταπεινότητά τους έπρεπε να βουλώσει το στόμα της Βασιλικής, αντί να βλέπει σαν ελάττωμα τις διαφορές τους. Εκείνη όμως είχε μάθει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους: Λεφτά ίσον καλή ζωή, έτσι είχαν τα πράγματα. Δεν χρειαζόταν να γνωρίσει την οικογένειά της, είχε ήδη σχηματίσει την εικόνα που έπρεπε.
Η κοπέλα σπούδαζε παιδαγωγικά, στα χνάρια της μαμάς της, που μέσα από την ζωή της είχε μεταδώσει την φροντίδα και την αγάπη για τα παιδιά. Παράλληλα δούλευε σε μια μικρή καφετέρια στην γειτονιά της, όπου εκεί βρίσκονταν πλέον κάθε απόγευμα με τον Πέτρο. Δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του στην εταιρεία από τότε που του ανακοίνωσε η μητέρα του την νέα της διαθήκη. Ούτε είχε πει κάτι στην Έλενα, αν και είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά φοβόταν να το παραδεχτεί, πόσο μάλλον να μάθει την αλήθεια.
Η αλήθεια όμως δεν μένει για καιρό κρυμμένη και ούτε η Βασιλική έμεινε για καιρό με τα χέρια σταυρωμένα. Έπρεπε να κάνει πιο εύκολη την απόφαση του γιου της και αυτό θα γινόταν όταν έφευγε εντελώς από το πεδίο η κοπέλα. Τράβηξε λοιπόν όλα τα νήματα που περνούσαν από το χέρι της για να αφαιρέσει χειρουργικά την Έλενα από την καρδιά του γιου της.
Ανά διαστήματα που γυρνούσε σπίτι, τον περίμενε και μια άλλη γυναίκα, διαλεγμένη προσεκτικά για να πληροί τα στάνταρ. Όταν εκείνος αγανάκτησε, μάζεψε τα πράγματά του και πήγε να μείνει στο σπίτι ενός φίλου του από τον στρατό. «Ξαφνικά» όμως ο φίλος του απολύθηκε και δεν μπορούσε πια να συντηρεί το διαμέρισμα και γύρισαν και οι δύο στα πατρικά τους. Όταν η Έλενα πήρε αύξηση και νοίκιασε ένα μικρό στούντιο, ο Πέτρος μάζεψε ξανά τα πράγματά του και πήγε μαζί της. Δεν πέρασε μια βδομάδα που το αφεντικό της ανακοίνωσε με βαριά καρδιά ότι «πρέπει να κάνει περικοπές» και την αποδέσμευσε. Και έτσι γύρισαν και οι δύο ξανά στα πατρικά τους.
Η Βασιλική γυρνούσε στο σπίτι σέρνοντας την μεταξωτή της ρόμπα, πάντα με ένα τσιγάρο στο χέρι και ένα ποτό να την περιμένει στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ο γιος της είχε γυρίσει στην εταιρεία, καθώς μπλόκαρε την πρόσβαση στον λογαριασμό του και πλέον του άφηνε μισθό σε φάκελο στο τραπέζι. Χρειάστηκε πολλή συζήτηση και αρκετά μπουκάλια ουίσκι για να τον πείσει να επιστρέψει. Πάντα έπιναν μαζί ώστε να τον βρίσκει χαλαρό και να του μεταφέρει στο μυαλό όσα ήθελε να του περάσει. Το ίδιο έκανε και με τους συζύγους της, ήταν δοκιμασμένη τακτική. Έτσι έπρεπε να έχει μια γυναίκα τον άντρα της. Βασιλιά στον έξω κόσμο, υπηρέτη της στο σπίτι. Έτσι έκανε η μάνα της, έτσι έκανε και αυτή και μια χαρά τα είχε καταφέρει και με τους τρεις άντρες της, ο Θεός να τους συγχωρήσει, γιατί εκείνη δεν πρόκειται. Έβλεπε τον γιο της να διαπρέπει ξανά στην δουλειά, αλλά να σέρνει την ύπαρξή του στον κόσμο και να κουβαλάει την πληγωμένη του καρδιά στα χέρια και χαμογελούσε κρυφά. Έτσι έπρεπε.
Η Έλενα δεν μπορούσε άλλο να βγαίνει μυστικά μαζί του για να μην το μάθει η μαμά του. Δεν ήταν δίπλα της στην κηδεία του μπαμπά της, δεν ήταν δίπλα της όταν αρρώστησε η μαμά της και έμεινε για μήνες στο νοσοκομείο και ανέλαβε εκείνη όλο το σπίτι και τα αδέρφια της. Δεν ήταν δίπλα της όταν το μόνο που ήθελε ήταν μια αγκαλιά να χωθεί να κλάψει όλη της την ψυχή στα χέρια του. Ήξερε μόνο τα μισά από όσα είχαν γίνει. Ποτέ όμως δεν αρνήθηκε να τον συναντήσει, να τον στηρίξει, να του δώσει δύναμη και κουράγιο. Μήπως τελικά ήταν φτερό στον άνεμο όπως είχε κρυφακούσει μια φορά στο τηλέφωνο την πεθερά της να την προσφωνεί; Είχε αρχίσει να αμφιβάλει για τον εαυτό της κι όσο ευαίσθητη κι αν ήταν, αυτό δεν θα το επέτρεπε άλλο. Του έστειλε μήνυμα να χωρίσουν, δεν άντεχε να ακούσει την φωνή του. Εκείνος της απάντησε με ένα κατεβατό που η Έλενα μπορούσε να μυρίσει το ποτό και τα δάκρυά του.
«Μείνε, σε εκλιπαρώ!», αυτή η κουβέντα γυρνούσε στο μυαλό της. Τελικά ποιος χρειαζόταν ποιον;
Πέρασαν δύο χρόνια και η Έλενα κατάφερε να τελειώσει την σχολή και να διοριστεί στο νηπιαγωγείο της διπλανής πόλης. Αποχαιρέτησε την οικογένειά της κι έφυγε για πάντα.
Το πρώτο καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του, είχε βρει τα πατήματά της, είχε βάλει μια σειρά στην νέα της τάξη και μια τάξη στην νέα της ζωή. Το στούντιό της ήταν κρυμμένο σε έναν μεγάλο κήπο που της άρεσε να κάθεται τα απογεύματα και να διαβάζει το αγαπημένο της βιβλίο. Το έκλεισε απότομα και το άφησε στην καρέκλα. Στάθηκε ακίνητη και έσφιγγε τα μάτια της να μην ξεφύγουν τα δάκρυα που έκρυβαν τόσο καιρό.
Εκείνος την κοίταζε που προσπαθούσε να μιλήσει, μα περισσότερο τραύλιζε και κουνούσε τα χέρια της, σαν να προσπαθούσε να του πει μια ιστορία. Σαν να ήθελε να του πει τα νέα της, πόσα πέρασε μακριά του, πόσο της έλειπε, ότι τον έβλεπε στον ύπνο της, ότι τον αγαπούσε ακόμα με όλη της την καρδιά, ότι δεν κατάφερε ποτέ να τον ξεπεράσει, για όλα τα αποτυχημένα της ραντεβού, όλα τα βράδια που η φωνή του γυρνούσε στο κεφάλι της, όλα τα όνειρα που έκανε για αυτούς. Και πλάνταξε βγάζοντας ήχους που δεν έβγαζαν νόημα, μα η καρδιά του ήξερε γιατί τραγουδούσε το όνομα της μόνο. Και έτρεξε και την έκλεισε στην αγκαλιά του χωρίς να χρειαστεί να πουν τίποτα, μόνο την φίλησε ξανά και ξανά και δεν την άφησε ποτέ.
Η οικογένειά της έβαλε τα καλά της, η μαμά της φόρεσε ένα όμορφο φόρεμα, έντυσε τα παιδιά με τα καλύτερα ρούχα, πήρε μια φωτογραφία του άντρα της και την έβαλε στην βαλίτσα. Έφτασαν στο μικρό εκκλησάκι και έγιναν μάρτυρες του έρωτα δύο νέων που κατάφεραν να βγουν από την κόλαση και να ζήσουν τον παράδεισό τους. Ήταν πάντα κοντά στα παιδιά, στα πρώτα βήματα της νέας τους ζωής, τα βοήθησε με όλους τους τρόπους που μπορούσε, έγινε μάνα και για τα δύο μέχρι την τελευταία της πνοή.
Η Βασιλική, όταν το έμαθε, πούλησε αμέσως την εταιρεία και πήρε όλο το μερίδιο δικό της. Έτσι, έμεινε ο καθένας με τις επιλογές του. Εκείνη χωμένη για πάντα στο σαλόνι της με την μεταξωτή της ρόμπα, το ουίσκι και τα λεφτά της, μέχρι που την πήρε ο ύπνος με αναμμένο το τσιγάρο και έζησε η ίδια την κόλαση που είχε ετοιμάσει για τους άλλους.
«Φτερό στον άνεμο», αυτές ήταν οι τελευταίες της λέξεις.
CC
